Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθολόγιο της Γάτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθολόγιο της Γάτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.10.18

Παυλίνα Παμπούδη, Το Γούρι

ΤΟ ΓΟΥΡΙ

Ήταν κάποτε ένας γάτος
παιχνιδιάρης και κεφάτος
νέος, κόκκινος, ωραίος
(και ολόμαλλος, βεβαίως)
που τον έλεγαν Γουργούρη
και για συντομία, Γούρι.

Και το Γούρι ένα βράδυ
βγήκε έξω, στο σκοτάδι
μες στη μέση στην αυλή
και νιαούριζε πολύ.

Το ακούσαν κι ήρθαν κι άλλοι
μικροί γάτοι και μεγάλοι
γάτοι, γάτες και γατάκια
και μωρά και γεροντάκια:
γάτοι λίγο κοιλαράδες
γάτοι μάλλον φουκαράδες
γάτοι πιο καλοντυμένοι
κι άλλοι, κάπως μαδημένοι
γάτοι με χοντρό κεφάλι
και γατιά σε μαύρο χάλι.

Άσπροι γάτοι, μαύροι γάτοι
Ήρθαν όλοι τους τρεχάτοι
από αυλές και κεραμίδια
από μπάζα και σκουπίδια.

Ήρθε ο Πούκι και το Τζίνι
και η Ψίψη με τη Μίνι
και η Τζίλντα και η Σίλκα
το Τσικό και η Ριρίκα.

Να ο Ψιτ, ο Ρον κι ο Κάρι
με τη Σούσι και τον Άρη.
Να και το Γατσατσονάκι
Ο Μπελάς, το Καρβουνάκι.
Να κι η Τσίου κι η Παπάρα
να κι η Σάρα και η Μάρα!

Ήταν δώδεκα και κάτι
ήταν είκοσι οι γάτοι.
Νιαρρ! το Γούρι τριγυρίσαν
«τι συμβαίνει;» το ρωτήσαν.

Κι αυτό είπε: «γεια σας γάτες
γάτοι, φίλοι, συνεργάτες!
Πήγα βόλτα ως τη Χαλκίδα
κι ήρθα να σας πω τι είδα…»

«Πες μας γρήγορα, τι είδες;
Είδες ψάρια και γαρίδες;»

«Είδα έξι -εφτά μερίδες
καραβίδες και γαρίδες
μπαρμπουνάκια και μαρίδες
συναγρίδες και σφυρίδες!»

«Νιάου νιάου, είδες κι άλλα
κι άλλα ψάρια πιο μεγάλα;
Νιάου, πες μας!» κι όλοι οι γάτοι
νιαουρίζαν ορεξάτοι.
Νιαρρ, κακό και φασαρία
και ξυπνήσαν μια κυρία
-τη χοντρή κυρά Μαρία
που την έπιασε υστερία

κι άρχισε να ξεφωνίζει
να τσιρίζει και να βρίζει:

«Ουστ! Δεν τις μπορώ τις γάτες
ουστ και ξου, πανάθεμά τες!
Ουστ και ξου, που να σας βράσω!
Θα σας γδάρω αν σας πιάσω!»

(Ευτυχώς, γάτες και γάτοι
ήταν πια όλοι φευγάτοι!)

28.11.17

Μαρία Πολυδούρη, «Σωτηρία»

Ας περάσει πια η μέρα με το φως της.
Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;
Στων πεύκων τις σκιές μια πολυθρόνα
με καρτερεί.

Των θαλάμων θα σβήσουνε τα φώτα
κι ο ύπνος θά ΄ρθει σα λιγοθυμιά.
Ένα αδειανό κρεββάτι εδώ δεν δίνει
εντύπωση  καμιά.

Θα με διπλώσει το σκοτάδι κι όπως
μες στις βαθιές σκιές θα μπερδευτώ,
πως είμαι θα πιστέψω πάλι κάτι
από τον κόσμο αυτό.

Μέσα στο φόβο θα βαθαίνει η νύχτα
όπου ο άνεμος θά ΄ρθει ξαφνικά.
Ο ευκάλυπτος τα μαλλιά του θα τινάξει
και των ονείρων μαζί τα μυστικά.

Το μυστικόν αγώνα θα γροικάω
του φθινοπώρου, ανίκητος εχθρός.
Θα με λικνίζεται χαρωπό τραγούδι
κι απελπισμένος θρος.

Κι αν δεν την καρτερώ, ξέρω πως θά ‘ρθει
η γάτα αυτή που νυχτοπερπατεί,
μια γάτα που δεν ξέρει τι είναι χάδι
και δεν το δίνει και δεν το ζητεί.

Στα πόδια μου κοντά κάθεται μόνο
αδιάφορη στο κρύο το παγερό,
διακριτικά το βλέμμα μου αποφεύγει
κι είναι σα να μην ξέρει από καιρό.

Μαρία Πολυδούρη, Άπαντα
εκδόσεις Ωρόρα

16.10.14

Ο ΟΡΚΟΣ

το διήγημα αυτό το έγραψα  από αφορμή την συναυλία που θα δώσουμε με την μουσική ομάδα αλληλεγγύης  "Αλληλέγγυες Νότες", στην οποία συμμετέχω,  υπέρ του νεοσύστατου φιλοζωικού Συλλόγου "ΣΩΦΙΑ",  που θα γίνει στο Δημαρχείο του Αμαρουσίου στις 12/11/14. Η συναυλία μας με τον  τίτλο "Θα πούμε το Νερό Νεράκι"  έχει θέμα το νερό. Μαζί με τα τραγούδια θα αφηγηθούμε και ιστορίες λαϊκές  και άλλες πάντα σε σχέση με  το νερό. Σκεφτήκαμε όμως να υπάρχει και μια ιστορία για τα  ζώα, λόγω του θέματος της εκδήλωσης... Κι έτσι  έγραψα αυτήν  την ιστουριούλα....


Ο ΟΡΚΟΣ
Ήταν 10 το πρωί και είχε ήδη θάψει και το τελευταίο γατί στον κήπο της. Τέσσερα της φόλιασε η Γειτόνισσα το βράδυ. Τα βρήκε το πρωί κοκαλωμένα έξω από την πόρτα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Όλο το τσούρμο των γατιών που τάιζε εδώ και χρόνια η Γειτόνισσα το είχε ξεκληρίσει. Τα είχε καταφέρει τελικά. Αυτή ήταν η τελευταία, η χαριστική βολή. Η κυρία Λυγερή ακούμπησε την τσάπα στο ντουβάρι της παλιάς μονοκατοικίας, σκούπισε τον ιδρώτα και πήρε βαθιά ανάσα. Πώς την ελέγαν τη Γειτόνισσα. Αναρωτήθηκε αν είχε ποτέ όνομα. Κάποτε χαιρετιόντουσαν. «Γεια σας, κυρία Λυγερή!», «Γεια σας κυρία Μαίρη!». Ναι, μπράβο, Μαίρη την έλεγαν! Από τότε που πέθανε ο άντρας της όμως η κυρία Μαίρη το έχασε το όνομά της.  Και τα μυαλά της και τη ζωή της όλη. Κλείστηκε στο σπίτι και για μήνες το κλάμα της ακουγόταν σ’ όλο  τον κήπο της Λυγερής. Βουβό, πνιγμένο. Μόλις σταμάτησε να κλαίει, άνοιξε το παράθυρο, έβγαλε το κεφάλι της με το άβαφτο κοκκινωπό μαλλί αχτένιστο και φώναξε με στριγγή φωνή: «Κυρία Λυγερή, τα γατιά σου έχουν κάνει τον κήπο αποχωρητήριο. Λάβε τα μέτρα σου! Θα καλέσω το υγεονομικό!»
Από τότε άρχισαν όλα. Ένα – ένα, δύο – δύο τα γατιά άρχισαν να λιγοστεύουν. Όποιο το έβρισκε νεκρό το έθαβε στο κηπάκι. Πάλι άρχισε να βγαίνει το κοκκινωπό κασίδι από το παράθυρο και να φωνάζει: «Μας δηλητηριάζεις, κυρά μου, τι είναι εδώ, γατοταφείο; Θα φωνάξω το υγεονομικό!»
Το «υγεονομικό» ήταν ο κοινός παρανομαστής…  Η Λυγερή ποτέ δεν απαντούσε. Θύμωνε, ναι, μέσα στη φαντασία της τη σκότωνε τη Γειτόνισσα, που κάπου εκεί έχασε το όνομά της, μέσα της την μπούκωνε με φόλα και την παρατηρούσε να σπαρταράει και να πεθαίνει με φριχτούς πόνους, αλλά έξω της δεν μιλούσε. Έτσι είχε μάθει, από παιδί. Να μη μιλάει. Να σκύβει. Τώρα πια στα εξήντα τρία της το σώμα της είχε πάρει κλίση, κι αδύνατη σαν δεντράκι μισοξεραμένο έσερνε αργά τα ποδάρια με την αρθρίτιδα κι έμπαινε στο σπίτι της. Φθαρμένο και αυτό όπως κι εκείνη. Προικώον από τον πατέρα. Ποτέ δεν το χάρηκε γαμπρός. Μόνο έναν έρωτα είχε να απαριθμήσει στην άχαρη ζωή της. Κι αυτός δειλός, άγαρμπος, συνεθλίβη μέσα στις απαιτήσεις του Γονέως. «Είναι αμόρφωτος, δεν κάνει για σένα! Εσύ είσαι  πιανίστα! Είσαι μουσικός. Την καριέρα σου πρέπει να κοιτάξεις! Αυτός είναι προικοθήρας!»
Λύγισε η Λυγερή στις απαιτήσεις του πατρός, λύγισε και μέσα στα χρόνια, έχασε τη νιότη, την ομορφιά που ίσως είχε κάποτε, έχασε την πολλά υποσχόμενη καριέρα, έμεινε  μόνο μια  πίκρα, το πιάνο κλειστό, γεμάτο σκόνη, και το προικώον ανέπαφο… Συνηθισμένα πράγματα, ανθρώπινα. Μόνο το όνομα της έμεινε, ένα κακό καλαμπούρι της ζωής.
Τώρα όμως για πρώτη φορά κάτι έσπασε. Στόμωσε η ψυχή της από την οργή. Για το άδικο. Της δικής της ζωής κι όλων των κατατρεγμένων. Αδέσποτη κι αυτή σ’  έναν επικίνδυνο κόσμο. «Δεν αντέχω άλλο», ψιθύρισε. «Νίκησες, Γειτόνισσα! Να πα΄ να χαθώ, χώμα στο χώμα να γίνω κι εγώ. Σκουλήκι! Δεν ξαναμαζεύω αδέσποτα. Το ορκίζομαι! Στο διάβολο όλοι! Στο διάβολο κι εγώ!»
Δάκρυα, πόσα δάκρυα είχε φυλακισμένα μέσα της τόσα χρόνια. Έσπασε το φράγμα, τα δάκρυα ξεχύθηκαν. Δεκατέσσερα γατιά είχε θάψει τον τελευταίο χρόνο. Έπεσε στο παλιό ντουβάρι με τον ξεφτισμένο σοβά και τραντάχτηκε από λυγμούς. Το κεφάλι στηριγμένο στον τοίχο. Τα αραιά μαλλιά της γεμάτα σοβάδες. Έκλαιγε, έκλαιγε. Για τα χαμένα της ζωής, για τον αζώητο έρωτα, για τα τουμπανιασμένα ζωντανά, για το τίποτα που είχε μπροστά της.
Τότε ακούστηκε από την άκρη της μάντρας ένα ασθενικό νιούριασμα. Έντρομη η Λυγερή έστρεψε το κεφάλι. Προχώρησε προσεκτικά προς τη μάντρα. Το νιαούρισμα δυνάμωσε. Μέσα στα φυλλώματα της παλιάς περικοκλάδας έτρεμε ένα μαδημένο μικρό γατί, με μάτια τσιμπλιάρικα. Στάθηκε η Λυγερή. Έκανε  να φύγει. Να το αφήσει. Να μείνει πιστή στον όρκο της. Ένα βήμα πίσω και το παπούτσι της μάγκωσε στο πιατάκι του νερού για τα αδέσποτα, άδειο τώρα πια. Της ήρθε να το πατήσει, να το σπάσει. Θρύψαλα να το κάνει. Το γατί συνέχισε να νιαουρίζει. Αδύναμα αλλά επίμονα. Μέσα από τις τσίμπλες την κοίταζε στα μάτια, της φάνηκε. Το κοίταξε κι αυτή. Κι έτσι πέρασε πολλή ώρα, της φάνηκε.
Μετά από μία αιωνιότητα η Λυγερή έσκυψε και πήρε από κάτω το πιατάκι. Περπάτησε παραδίπλα στη βρύση και το γέμισε νερό.
«Άντε πιες λίγο, Πουπουλάκι!», μονολόγησε. «Μέχρι εκεί! Από μένα τίποτα άλλο!».

Έβαλε το πιατάκι με το νερό δίπλα στο γατί κι αυτό άρχισε να πίνει λιμασμένο. Τότε η Λυγερή συνειδητοποίησε ότι μόλις το είχε βαφτίσει....
jiagogina

31.5.14

Μίλτος Σαχτούρης, Αστεροσκοπείο






Ἀστεροσκοπεῖο


Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου

δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι

δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα

δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς


Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι

δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν

παραμονεύουν

μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια

μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα

μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια

παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς


Νὰ πεθάνουν


Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της

ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι

ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι

ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ



5.3.12

Ἀργύρης Χιόνης, Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει

ἀπό τὶς Ἐκδοχές τοῦ Τέλους
 ΙΙΙ

Ἔρχονται ἀθόρυβα οἱ μέρες μου - γάτες μὲ πέλματα βελούδινα,  ταχύτητα αστραπῆς - τρίβονται μιὰ στιγμὴ ἀνάμεσα στὰ πόδια μου·  σκύβω νὰ τὶς χαϊδέψω·  ἔχουνε κιόλας φύγει.



ἀπὸ τὰ "Παίγνια Καὶ Σάτιρες"

Ποτέ μου δὲν κατάλαβα πῶς δύο τόσο βελουδένια ζῶα,  ὅπως ἡ γάτα καὶ ἡ ποίηση, ἔχουν γυαλόχαρτο γιὰ γλώσσα.
 εκδόσεις Γαβριηλίδης

27.12.11

Αργύρης ΧΙΟΝΗΣ

Αν, όπως λένε, το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο


Αν, όπως λένε το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο, ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, είν` ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ` τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ` αναζήτηση θηράματος.
Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετούν.
 
 
το δανείστηκα από το εδώ είμαστε 

Αργύρης Χιόνης....in memoriam....


από τη συλλογή "Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη" (1986)


Ὁ μαῦρος πάνθηρας εἶν' ἕνα κομμάτι ἀεικίνητο, βελούδινο σκοτάδι μὲς στὸ φῶς. Τὰ μάτια του εἶναι δυὸ ἀστέρια ποὺ ἀνάβουνε τὴ μέρα καὶ φλέγονται τὴ νύχτα.

Ἐλεύθερος, εἶναι πιὸ γρήγορος κι ἀπὸ τὸ φῶς, καθότι προικισμένος μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ σκότους πού, ὁπωσδήποτε,  εἶναι μεγαλύτερη.

Φυλακισμένος, ἔχει τὴν ἰκανότητα νὰ μεγαλώνει τὸ κλουβί του. Κινούμενος ἀδιάκοπα δημιουργεῖ, μὲ τετραγωνικὰ ἐλάχιστα, τεράστιες ἐκτάσεις.  Εἶναι ὁ θεὸς τῶν μεγάλων ἀποστάσεων. Στοὺς ζωολογικοὺς κήπους,  ἀπὸ πολὺ μακριὰ τοῦ ρίχνουν τὴν τροφὴ ποὺ τρώει μὲ περιφρόνηση,  μὲ ἀηδία σχεδόν,  καὶ μόνον ἀπὸ ἀνάγκη,  ἀνάγκη ὡστόσο ποὺ ποτὲ δὲν τὸν ὁδήγησε στὴ θλιβερὴ γελοιοποίηση τοῦ τσίρκου.  

Οἱ δεσμοφύλακὲς του καμαρώνουν γιὰ τὴν ἀντοχὴ τοῦ ἀτσαλιοῦ ποὺ τόνε κλείνει. Εἶναι γιατὶ δὲν ξέρουνε πώς,  μόλις σκοτεινιάσει,  ἀφήνει ὁ πάνθηρας τὰ μάτια του μὲς στο κλουβὶ καὶ γίνετ' ἕνα μὲ τὴ νύχτα.

28.6.11

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ από τα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΤΑ ΓΑΤΙΑ

Χάιντε-χὰ δυὸ παλιογατιὰ
       χάιντε-χὰ πᾶνε γιὰ καβγὰ
Χάιντε-χὰ μ'ἀγριοκοιτᾶνε
      χάιντε-χὰ κι ὅλο μὲ φυσᾶνε

Ψοὺτ τοὺς κάνω καὶ σταματοῦν
       τὴν οὐρά τους μόνο κουνοῦν
Φοὺφ τοὺς κάνω καὶ φουφουλιάζω
       βγάζω νύχι καὶ καμπουριάζω

Χάιντε-χὰ καὶ σᾶς ἔφαγα
       χάιντε-χὰ ἐνιαούρισα
Χάιντε-χὰ τὸ τοιχιὸ πηδᾶμε
       χάιντε-χὰ καὶ τρεχοκοπᾶμε

Τὰ στριμώχνω σὲ μιὰ γωνιὰ
       μοῦ πατᾶνε μιὰ δαγκωνιὰ
Τὴ μικρὴ τὴν ξεμοναχιάζω
     μὲς στὰ δυὸ μου πόδια τὴ βάζω

Χάντε-χὰ τὶ γλυκιὰ βραδιὰ
       χάιντε-χὰ ποὺ 'ν' εδῶ ψηλὰ
Χάιντε-χὰ βγῆκε τὸ φεγγάρι
       χάιντε-χὰ κι ἔχουμε Γενάρη
ΟΙ ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ

4.3.11

Γιῶργος Σεφέρης: Οἱ γάτες τ’ Ἄϊ-Νικόλα

Κύπρος 1974


Τον δ’ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ
θρῆνον Ἐρινύος
αὐτοδίδακτος ἔσωθεν
θυμός, οὐ τὸ πᾶν ἔχων
ἐλπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 ἐπ.


«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα...», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ’ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«... καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη·
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερὰ» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.

...ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ’ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ’ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα ―μέρα ποὺ εἴναι―
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.

»Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ―
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησί·
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ’ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἀνθρώπου
καὶ φαρμακερά.
Τὸ μοναστήρι τ’ Ἄϊ-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκή·
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποὺ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαίναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε· δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
            Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι· γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

 (ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1974)

Νίκος Καββαδίας: Oι Γάτες των Φορτηγών

Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.


Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.



(από το Μαραμπού, Άγρα 1990)                                                                                                                          

3.3.11

Γιώργος Σεφέρης: Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Tούτη


 
Eίχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Tούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Bγήκε απ' το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

Άγκυρα 22.8.1949

(από το Tετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, Ίκαρος 1976)

15.2.11

ιστορία σε εικόνες: το κυνήγι του Ήρωα κι ο Ξύπνιος Λαός

...ας μου συχωρεθεί η προκλητική παιγνιώδης διάθεση. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αντιστέκεται κανείς σε αυτή την πρωτοφανή για τη μικρή ζωή μας καινούργια εθνική πραγματικότητα και σ' όλα τα ανάκατα συναισθήματα απογοήτευσης, θυμού και μελαγχολίας που κινητοποιεί.
...Είναι που βλέπω χαρά μόνο στην ανυπεράσπιστη περιφέρεια της καθημερινότητας. Στο κέντρο ξεπούλημα εθνικής περιουσίας, εμπαιγμός, εθνικό όνειδος και αποφορά ζοφερού μέλλοντος. 
Δεν μπορώ από πουθενά να αντλήσω χαρά και κυρίως ελπίδα.  Γι' αυτό επιστρέφω -άθελά μου - στις λιμνούλες του Αστερισμού της Γαλής να ζήσω πάλι Κυνήγι, αλλά με όρους σαφώς πιο έντιμους.
Ας μου συχωρεθεί το χαμόγελο. Υπάρχουν στιγμές που το βρίσκω παράλογο, μα δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν τον παραλογισμό....
Eν πάση περιπτώσει, ας δούμε στην χαζή μου ιστουριούλα αυτή την αφελή εκδοχή, ότι ο Ξύπνιος Ήρωας αφήνει κάποιες ελπίδες και σε μας, τον ξύπνιο λαό, να ξεφύγουμε από τα νύχια διαφόρων Άσσων -οι οποίοι, σημειωτέον - ΔΕΝ έχουν ίχνος ευγένειας και επίσης ΔΕΝ χουρχουρίζουν ποτέ....
jiagogina



Ιδού το πορτοκαλί αντικείμενο του πόθου. Το όνομά του, εύλογα, είναι  "Ήρωας".





εδώ ο Άσσος επελαύνων


ο Άσσος από άλλη οπτική γωνία κατά τη διάρκεια της ίδιας δραστηριότητας



έντονος προβληματισμός σκιάζει το τριχόλευκο βλέμμα του Ευγενικού Άσσου



την αχρεία σκυλική διάλεκτο αυτό λέγεται "φερμάρω"

η θέα του Ήρωα προκαλεί δυστυχώς αφύπνιση περίεργων γατικών ενστίκτων. Τα βλέπετε και μόνοι σας στην επιθετική αυτή μουσούδα. Εφιστώ την προσοχή σας στον ξαφνικό αλλοιθωρισμό







χάπι εντ ευτυχώς, διότι ο έμπειρος Ήρωας έχει υποστεί πολλές φορές επιθέσεις κι έχει γίνει γατόνι





αλλά υπάρχει σίκουελ....









30.11.10

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ: Η ΓΑΛΗ

Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
        κουράζει νουν· και τους χαρίεντάς της τρόπους
                δεν εκτιμούν. [                  ]
        [                                             ]
        [                                             ]

Aλλ’ είναι της γαλής ψυχή η υπερηφάνειά της.
Το αίμα και τα νεύρα της είν’ η ελευθερία.
        Ποτέ δεν είναι ταπεινά τα βλέμματά της.
                Εν των παθών της δε τω πάντοτε κρυπτώ,
        εν τη καθαριότητι, εν τη ηρεμία
        και καλλονή των στάσεων, τη εγκρατεία

ενδείξεων, πόση λεπτή αισθήσεων αγνότης
ευρίσκεται. Ότ’ αι γαλαί ρεμβάζουν ή κοιμώνται
        τας περιβάλλει οραματισμού ψυχρότης.
        Ίσως τριγύρω των τότε περιπλανώνται

φάσματα παλαιών καιρών. Ίσως η οπτασία
εις Βούβαστιν* τας οδηγεί· όπου τα ιερά των
        ήνθουν, και Pαμεσών* τας έστεφε λατρεία,
        κ’ ην οιωνός εις ιερείς παν κίνημά των.

*πόλη της Αιγύπτου & θεότητα των Αιγυπτίων (βλ. Bastet)
*εννοεί τον Ραμσή (πληθ)
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 

30.10.10

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ: από τη συλλογή "ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1950-2005"

(...γατάνθισμα ποιημάτων... 
Εμείς εδώ από τον αστερισμό της Γαλής 
χαιρόμεθα πολύ με τους ποιητές 
που τιμούν την γατική...)
Jiagogina
aπό τη συλλογή "Το βιβλίο Των Γάτων"
ΝΊΝΙ 40 ΗΜΕΡΩΝ
Είναι ένα μικρό γατάκι.
Αδύνατον ν'  αντισταθεί
στο δάχτυλο που κουνιέται
στο κορδόνι που κρέμεται
στη ζώνη που σέρνεται.

Παίζει.

Είναι ένα μικρό γατάκι.
Δεν τρώει από σένα, 
τρώει απ' τη μάνα του.
Κι όμως τρέχει κοντά σου
μόλις σε νιώσει:

Κοιτάζει.

Είναι ένα μικρό γατάκι, 
σε διάλεξε για φίλο.
Σε ξεχωρίζει αμέσως,
κουλουριάζεται στο πόδι σου
και, μόλις τ'  αγγίξεις,
χουρχουρίζει.

Είναι ένα μικρό γατάκι.
Είκοσι πόντοι χάρη.
Δεν μπορεί ν'  ανασάνει,
κοιτάζει έντρομο,
δεν καταλαβαίνει γιατί.

Πεθαίνει.

Είναι ένα μικρό γατάκι.
Το σώμα του παράλυτο
η αναπνοή του σφυρίζει,
τα μάτια του νεκρά,
αλλά, μόλις το σηκώσεις,
μαζεύει όλη του τη δύναμη

και χουρχουρίζει.

ΕΥΝΟΥΧΟΣ
Δε λέω τ'  όνομά του γιατί ντρέπομαι.
Ήταν ο πιο λεβέντης γάτος της γειτονιάς,
τον έφθειραν ο πόλεμος κι ο έρωτας.
Μήνες ολόκληρους, χωρίς φαΐ και ύπνο,
γύριζε κουρέλι απ'  τις πληγές.
-Αν δεν τον κόψετε, δε θα ζήσει, είπε ο γιατρός.

Τώρα είναι άλλος. Απόμακρος, γαλήνιος,
μεγαλόπρεπος πάντα, ολύμπιος, αλλά
θεατής. Βλέπει να σφάζονται
αδιάφορος. Τρώει, συλλογίζεται, κοιμάται.

Κι εγώ που πήρα, γι'  αυτόν, την απόφαση,
δέκα φορές χαίρομαι, δέκα λυπάμαι.

Η ΓΑΤΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
Ήρθε στο καφενείο του χωριού.
Κάθισε δίπλα μου δύο ώρες.
Με συντρόφεψε όπως μόνο μια γάτα μπορεί:
ακίνητη
σιωπηλή
αλλά έντονα ζωντανή.

Ζωντανή.
Αυτό ήταν.
Συνέχισα.

ΘΑΝΑΤΟΣ
Εθνική οδός.

Μικρή γκρίζα γάτα κοιμάται
στη μέση του δρόμου.
Γύρω φορτηγά, λεωφορεία.
Και δεν ακούς τίποτα
τίποτα
παρά την ανάσα της που λείπει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τα ζώα είναι αυτά που είναι:
καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε,
κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω απ'  τη φύση, 
αναζητά.
Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

Πρόσεξε αυτόν που δεν αγαπά τα ζώα.
Η ανθρωπιά του αδύναμη. Το ζώο μέσα του 
αντιδρά. Πρόσεξε αυτόν
που δεν αγαπά τις γάτες. Κάπου
φοβάται. Κάπου τρέμει. Κάπου κρύβεται.

Ο Χίτλερ μισούσε τις γάτες. Κι ο Καίσαρας. Κι ο Ναπολέων.
Όλοι οι τύραννοι. Οι δικτάτορες. Οι κήνσορες.
Βλέπουν στις γάτες τα όρια της δύναμής τους.

Γάτα στο τσίρκο; Ποτέ! Αδιαμαρτύρητα πεθαίνουν
αλλά δε δαμάζονται. Η πιο ανθρώπινη αρετή
φωλιάζει στις γάτες.

21.1.10

T.S. Eliot: το εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του Γερο Πόσουμ





ΠΏΣ ΑΠΟ-ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ


Αφού διαβάσατε λοιπόν για Γάτων τόσα είδη
Ίδια με μένα άποψη θα σχηματίσατε ήδη:
Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει
Τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει.
Ξέρετε τώρα αρκετά, να το παραδεχτείτε
Και πόσο μοιάζουνε με μας μπορείτε να το δείτε
Με σας, με μένα και μ'  αυτούς που δίπλα μας περνάνε
Που είναι όλοι αλλιώτικοι κι άλλα μυαλά φοράνε:
Υπάρχουν γάτοι γνωστικοί, υπάρχουν και τρελάρες
Γάτοι αξιοσέβαστοι και γάτοι σαχλαμάρες
Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί - μα όλοι με αξία
Και όλοι επιδέχονται ομοιοκαταληξία.
Κι αν τώρα μάθατε πολλά, ονόματα, συνήθειες,
Πώς παίζουν, πώς εργάζονται, κι άλλες μικρές αλήθειες,
Έχουμε κάτι βασικό ακόμα να σκεφτούμε:
      Πώς είναι πρέπον τα Γατιά να τα απο-καλούμε;

Εγώ σας λέω κατ'  αρχήν - και σας μιλώ σαν φίλος -
Ποτέ μην το ξεχάσετε: ΔΕΝ ΕΙΝ' Η ΓΑΤΑ ΣΚΥΛΟΣ!

Οι σκύλοι υποκρίνονται συχνά πως ξεσαλώνουν
Μα μοναχά γαβγίζουνε και σπάνια δαγκώνουν
Και γενικώς μπορεί κανείς εύκολα να τους κρίνει:
Είναι ψυχή απλοϊκή ο Σκύλος - τι να γίνει;
(Τέτοιο κανόνα βέβαια οι Πικς*  δεν τον φοβούνται
Τ'  απίθανα Σκυλοφρικιά μπορούν να εξαιρούνται)
Ο Σκύλος πάντως ο κοινός, ο τρέχων, ο συνήθης,
Είναι χαζοχαρούμενος και ελαφρώς ευήθης.
Τον κάνεις από ηδονή κι από χαρά να λιώνει
Αν τον χαϊδέψεις μοναχά κάτω απ'  το σαγόνι.
Κι αν τον χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη θα τον ρίξεις
Το ίδιο και την μπροστινή πατούσα αν του σφίξεις
Θα κυλιστεί στα πόδια σου, χαλί να τον πατήσεις
Α, είν'  ο σκύλος αφελής, κάνει ό,τι θελήσεις.

Σας το θυμίζω πάλι εδώ και σας το λέω σταράτα:
Ναι, το Σκυλί είναι Σκυλί - ΚΙ Η ΓΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΓΑΤΑ

Στις γάτες ένα τυπικό πρέπει ν'  ακολουθούμε:
Εάν δεν μας μιλήσουνε να μην τις ενοχλούμε.
Σαφώς, όχι υπερβολές, γιατί ό,τι κι να πείτε,
Κάποια μικρή προσφώνηση πάντοτε απαιτείται.
Μα η Γάτα οικειότητες πολλές δεν αγαπάει
Κι αυτό δεν επιτρέπεται κανείς να το ξεχνάει.
Εγώ, π.χ., αν Γάτα δω, ευθύς -θέλω δε θέλω-
Ευγενικά θα υποκλιθώ βγάζοντας το καπέλο.
Θα την αποκαλέσω δε, κομψά και κυριλάτα
Προσεχτικά, λακωνικά - πολύ απλά, "Ω ΓΑΤΑ!"
Αν τύχει όμως κι ειν'  καμιά Γάτα γειτόνισσά μου
Που συναντιόμαστε συχνά μπρος στο διαμέρισμά μου,
θάρρος θα έχω σχετικό και ίσως να τολμήσω
"ΚΑΛΩΣ ΤΗ ΓΑΤΑ" να της πω και να την προσφωνήσω.
Βέβαια έχω ακουστά ότι τη λεν Εσπρέσσο
Μα ειν'  νωρίς με τ'  όνομα να την απο-καλέσω.
Μια Γάτα πριν καταδεχτεί φίλους της να σας κάνει
Θέλει ένα δείγμα ιπποτισμού, κάτι να τη γλυκάνει:
Μια προσφορά εκτίμησης, όπως λίγη κρεμούλα
Πίτα Στρασβούργου εκλεκτή, ψητό ή Γαλοπούλα.
Κάτι του γούστου της κανείς πρέπει να την τρατάρει,
Λίγο πατέ ή σολομό, ή μια μπουκιά χαβιάρι.
(Γνωρίζω κάποια Γάτα εγώ που άλλο μεζέ δε θέλει
Και τίποτα δε δέχεται εκτός από κουνέλι.
Δωσ' της κουνέλι και θα δεις, θα γλείφει τα μουστάκια
Κι όλη τη σάλτσα θα τη φάει κι όλα τα κρεμμυδάκια)
Λοιπόν όταν σ'  απόσταση μια Γάτα σας κρατάει
Τον εαυτό της σέβεται και σέβας σας ζητάει.
Κι αν έμπρακτα το δείξετε πάτε με τα νερά της,
Θα την απο-καλέσετε τέλος με τ'  όνομά της!

Έτσι είναι τα πράγματα, να το παραδεχτείτε
Τις Γάτες με ευπρέπεια πρέπει ν' απο-καλείτε.

*Πικς: σκυλοπαρέα, που ο Έλιοτ της αφιερώνει ένα ποίημα στην ίδια συλλογή με τίτλο: "Από την τρομερή μάχη των Πικς και των Πόλικς"


Απόδοση: Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας
Εκδόσεις ΆΓΡΑ




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...