Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα going through. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα going through. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5.3.13

Η Αθήνα σε ανθρωπιστική κρίση: έκθεση φωτογραφίας του Βασίλη Μαθιουδάκη

Η Αθήνα στους δρόμους της κρίσης
Παρασκευή 19 Μαρτίου και ώρα 19:30
στο πολιτιστικό κέντρο δήμου Αθηναίων “Μελίνα”
Ηρακλειδών 66 κ Θεσσαλονίκης, Θησείο-στάση μετρό Κεραμεικός
Διάρκεια έκθεσης 19-31 Μαρτίου 2013
Καθημερινά 10:00-20:00
Κυριακή 10:00 - 14:00

10.11.12

Η Amy Purdy στο TED

...μια ιστορία για την υπέρβαση των ορίων,
διά στόματος της νεαρής πρωταθλήτριας του snow board Amy Purdy η οποία έχασε και τα δύο πόδια της από  βακτηριακή μηνιγγίτιδα...

1.7.11

μη βία

Πιθανόν το βίντεο το έχετε δει. Το δημοσιεύω όμως και στο μπλογκ από  αγανάκτηση. Και για αφορμή για ένα σημαντικό σχόλιο:

Στον πάτο όταν φτάνεις οι μάσκες πέφτουν. Η βία είναι ωμή, η προπαγάνδα άχρηστη. Μιλάν μόνο κροτίδες, απαγορευμένα χημικά και κλομπς. Κια έφοδοι στους δρόμους και στους σταθμούς του μετρό. Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας και θα βιώσει το πετσί μας, δεν ξέρω, αυτό που ξέρω είναι πως όταν τα πράγματα φτάνουν σε τέτοια σημεία καταστολής,  σημαίνει ότι η εξουσία έχει χάσει κάθε δυνατότητα πολιτικού ελέγχου και προπαγάνδας. Προκαλεί τότε ευθεία ρήξη, σύρραξη και θέλει αίμα. Όσο πιο πολύ αίμα τόσο πιο πολύς φόβος. Οι διαδηλωτές δεν είναι πολίτες, είναι βορά για τις παράπλευρες απώλειες, όπως σε κάθε μάχη. Κι αυτό πρέπει να το νιώσουμε βαθιά. Αυτή τη στιγμή για την όποια Εξουσία θέλει να προασπίσει να συμφέροντά της, δεν είμαστε άνθρωποι, είμαστε στοιχεία. Κάποια σπασμένα κεφάλια, κάποιοι μελλοντικοί καρκίνοι, κάποιοι αυξημένοι αριθμοί αυτοκτονιών,  κάποια στατιστικά για την ανεργία και τη φτώχεια. Και τι έγινε; Η Ιστορία προχωράει. Οι νόμοι σφραγίζουν το μέλλον.
 Μεγάλη η αγανάκτηση τώρα που τα προσωπεία πέφτουν. Γι'  αυτό χρειάζεται διάκριση. Μη νοθευτεί η αγανάκτηση μέσα στη βία. Θα πρέπει, όπως ξεκίνησε, να παραμείνει μια αγανάκτηση ειρηνική. Η διαδήλωση περί του δικαίου, με επιμονή, τσαμουκά, αυτοθυσία,  έχει πολύ μεγαλύτερη δυναμη από το χυμένο αίμα στους δρόμους. Κι αν πάντα η Εξουσία διψάει για αίμα δεν πρέπει να της κάνουμε τη χάρη αυτή τη φορά. Το χυμένο αίμα αγριεύει τις ψυχές, οδηγεί στο θηρίο. Όσα κεφάλια κι αν ανοίξουν τα εκπαιδευμένα μπατσόνια στους αθηναϊκούς δρόμους στο μέλλον, δεν πρέπει το πλήθος να εκτραπεί σε ανταπόδοση. Χρειάζεται διάκριση, συλλογική σοφία και ΟΧΙ ΒΙΑ. Το παιχνίδι των χουλιγκάνων του δρόμου είναι στημένο. Φέρνει μεγαλύτερη καταστολή. Η Εξουσία ξεβρακώνεται μόνον με ειρηνικό τρόπο. Είναι πιο γρήγορος, πιο αποτελεσματικός, πιο μακρόπνοες οι λύσεις του.
Αυτά είχα να πω.
Δείτε τώρα πώς η αστυνομία διαφυλάσσει την τάξη στη Μητροπόλεως.

3.6.11

ανοιχτή εκδήλωση - συζήτηση για το Μνημόνιο

Την Δευτέρα 6 Ιουνίου, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση - ανοιχτή συζήτηση της Σπίθας Αττικού Άλσους με την τοπική κοινωνία.

Η εκδήλωση θα έχει θέμα
"Μνημόνιο - Υπάρχει εναλλακτική λύση";
Προσκεκλημένος ο συγγραφέας Γιώργος Καραμπελιάς, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Κ.Α.Π.

Ώρα 20.00 Αίθουσα Εκδηλώσεων Ωδείου "Σείστρον"
Σκιάθου 122 & Τραυλαντώνη, Πατήσια
(δίπλα στο σχολικό συγκρότημα της Γκράβας)


25.1.11

Μες στη Λευκή Νύχτα ένας ποδηλάτης....


                  Thirty Century Man

 

Ο James Bowthorpe, πρωταθλητής ποδηλασίας στον γύρο του κόσμου, κατέρριψε το προηγούμενο  ρεκόρ κάνοντας μια ασύλληπτη επίδοση: 20 ημέρες. Το καλοκαίρι που μας πέρασε  βρέθηκε στο απομονωμένο νορβηγικό τοπίο ταξιδεύοντας μέσα σε μια "λευκή νύχτα" με τον σκηνοθέτη Antony Crook και τον στιλίστα Glenn Kitson για τα γυρίσματα του φιλμ του Crook "30 Century Man". 
"Ήμασταν τόσο βόρεια, ώστε ο ήλιος δεν έδυε ποτέ. Ήθελα το φιλμ με κάποιο τρόπο να δώσει μια ιδέα  του τι είχε πετύχει ο James και την  αίσθηση του να βρίσκεσαι μόνος σε άγριο τόπο και απομονωμένο", λέει ο  Crook, ο οποίος, στη διάρκεια των γυρισμάτων,  είχε στις τσέπες του  τα καινούργια demos του σκοτσέζικου alternative - rock συγκροτήματος Mogwai. Οδηγώντας και ψάχνοντας για τόπους γυρισμάτων, άκουγε συνεχώς το “How to Be a Werewolf”, το οποίο έμοιαζε πολύ ταιριαστό με το τοπίο. Όταν οι Mogwai είδαν το φιλμ αποφάσισαν να κάνουν ένα ρεμίξ του τραγουδιού αποκλειστικά για τα μέτρα της ταινίας. Το αποτέλεσμα συλλαμβάνει με θαυμαστό τρόπο την ιδέα του περίπλου της γης.  “Βρήκαμε το τέλειο φόντο, για να πούμε την ιστορία αυτή: ένας άνθρωπος που στρέφει τη ρόδα του ποδηλάτου στον ορίζοντα και δεν σταματάει το πεντάλ. "Το φιλμ μιλάει για αυτόν που δεν εγκαταλείπει ποτέ την προσπάθεια", λέει ο Crook. Ο Bowthorpe μοιράζεται τις λεπτομέρειες των τελευταίων άθλων του  εδώ.


Thirty Century Man on Nowness.com.

7.5.10

Ενεργητική και Παθητική Φωνή



Τρομοκρατώ
Τρομοκρατούμαι




Υποθηκεύω
Υποθηκεύομαι


Πληγώνω
Πληγώνομαι



"Εκεί που κάηκαν τα τρία παιδιά της Marfin χτες, στην άλλη γωνία σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλα; το 1965"
Γρηγόρης Ψαριανός
jiagogina



4.4.10

ΠΑΓΩΤΟ ΧΩΝΑΚΙ



Κυριακή πρωί. Mια λαϊκή συνοικία των Αθηνών. Μια ηλιόλουστη μέρα. Στην κεντρική πλατεία η εκκλησία. Η μικρή κοινωνία εκκλησιάζεται, όπως κάθε Κυριακή, αλλά σήμερα υπάρχει  μια ιδιαίτερη κινητικότητα στο προαύλιο της εκκλησίας. Κάποιο μνημόσυνο γίνεται, έχει στηθεί ένας πάγκος με  φακελάκια, πλαστικά ποτηράκια και κουτάλια για τα κόλλυβα. Κάποιος θάνατος στον αέρα είναι πολύ φρέσκος. 
Την κοπέλα που πέθανε την ήξερε όλη η κοινότητα. Ζούσε από μικρή εκεί, σχεδόν από πάντα. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή κι αυτή κι ο άντρας της και τα παιδιά της. Κι όλοι γνωρίζαν μέσες - άκρες το θέμα της. Χρόνια ασθένεια, ανίατη και τρομερή.
Οι συγγενείς, ακόμα και τα παιδιά της, εδώ και καιρό ευχόντουσαν να πεθάνει. Αυτή όμως  άντεχε. Όταν τελικά ξεψύχησε αναστέναξαν με ανακούφιση. Και παρ' όλη την ενοχή, ένιωσαν μια απελευθέρωση από τα δεσμά της αναξιοπρέπειας που τους είχε επιβάλει η αρρώστια: να βλέπουν το σαρκίο να καταρρέει αβοήθητο, χωρίς να μπορούν να πράξουν τίποτα, μόνο να τους καταλαμβάνει τρόμος και οίκτος.
Τώρα στέκαν μπροστά - μπροστά στη λειτουργία. Σε λίγο θα πηγαίναν σε μια γειτονική ταβέρνα με στενούς φίλους και θα πίναν μπόλικο κρασί τσουγκρίζοντας τα ποτήρια στη μνήμη της νεκρής. Κάποιων τα μάγουλα ιριδίζουν από τα δάκρυα, κάποιοι άλλοι, άντρες, δε θέλουν να κλάψουν φανερά, σκύβουν κατά καιρούς  και σκουπίζουν σεμνά  τα μάτια. Και σ’ όλο το εκκλησίασμα απλώνεται μια έκδηλη συγκίνηση, και στον ίδιο τον παπά, που κι αυτός ήξερε τη συχωρεμένη, συγκίνηση που διαπερνά την κακοφωνία των μεγαφώνων και δονεί τον αέρα της εκκλησίας μέχρι το θόλο. Διαχύνεται η διαβεβαίωση ότι ο θάνατός της γυναίκας, κυρίως ο βασανισμός της, δεν ήταν επί ματαίω, ότι αναπαύθηκε σε τόπο χλοερό, τόπο αναψύξεως, ότι κάποιος κρυφός σκοπός εξυπηρετήθηκε, ότι όλα στο τέλος θα πάνε καλά. Άθεοι και θρήσκοι αφήνονται στο κάλεσμα αυτού του σκοπού. Κι ο παπάς βάζει τα δυνατά του η παραμυθία του να είναι τόσο δυνατή, ώστε να έρθει άπλετο φως να γλυκάνει τις καρδιές και τα ανούσια ερωτήματα των σκεπτικιστών.
Το εκκλησίασμα γίνεται ένα σώμα μέσα στο πένθος. Βεβαιότητα δεν υπάρχει για τίποτα και για κανέναν, πέρα από ιδεολογίες εξ ίσου πικραίνονται οι ένθερμοι με τους χλιαρούς πιστούς, αλλά αυτή η σταδιακή σύντηξη των σκόρπιων αισθημάτων σε ένα κοινό θρήνο γεννά ένα αίσθημα ελπίδας. Είναι και τα ένρινα  αλληλούια του ψάλτη που δεν αφήνουν το μυαλό να σκεφτεί πολύ, είναι και το λιβάνι που λίγο ζαλίζει, είναι κι ο παπάς που λειτουργεί με μεγάλο ζήλο…  Ακόμα και ο άθεος ξάδερφος, που κάθεται παράμερα και ρίχνει γύρω ματιές με εμφανώς επικριτικό βλέμμα, με το πόδι δίπλα στην πόρτα, για να φύγει πρώτος μόλις τελειώσει η λειτουργία και να αποφύγει τα μελοδραματικά φιλιά και τις αγκαλιές κι αυτήν την κοινοτοπία «να ζήσετε να τη θυμόσαστε», που δεν μπορεί να την χωνέψει – του φαίνεται γελοία η ιδέα να ζει κάποιος μόνο και μόνο για να θυμάται τους νεκρούς, και μετά που κι αυτός θα πεθάνει οι απόγονοί του να ζουν κι αυτοί με σκοπό να τον θυμούνται,  και ούτω καθεξής, λες κι η ζωή είναι μια είσοδος σε οστεοφυλάκιο χωρίς έξοδο, λες κι η ζωή δεν είναι από μόνη της σκοπός – ακόμα κι αυτός  γλύκανε και τα χαρακτηριστικά του ξεσφίχτηκαν, τραβήχτηκαν τα μάγουλα και το μέτωπο, χαλάρωσαν τα βλέφαρα και το βλέμμα άδειασε από τις δεύτερες σκέψεις, όπως το βλέμμα των βαριά πενθούντων ή των βαριά ερωτευμένων, όταν κοιτάζονται αγκαλιασμένοι μετά από έρωτα.
Ο ξάδερφος, που δεν βλέπει τον εαυτό του και δεν ξέρει ακριβώς τι του έχει συμβεί, κι είναι ένας άνθρωπος που δεν αγαπά τους συμβιβασμούς και προσπαθεί όσο μπορεί να τους αποφεύγει, θεωρεί ότι η θρησκεία είναι συμβιβασμός με το φόβο της ανυπαρξίας, αλλά χωρίς να το καταλάβει, η ελπίδα τρύπωσε μέσα του κατά λάθος. Μπήκε σαν αέρας στα συναισθήματά του και αλάφρυναν λίγο. Ευφορία τον κατέλαβε κι άρχισε να κοιτάζει τα πρόσωπα των παρευρισκομένων με άλλη διάθεση, χωρίς να τους επικρίνει που πιστεύουν  ότι η ζωή δεν είναι μονόδρομος προς το θάνατο και παρ’ όλα αυτά κλαίνε σα μωρά.
Συγχρόνως του ήρθε στο νου μια σκηνή από την παιδική του ηλικία: καλοκαίρι, απόγευμα, στο χωματόδρομο που τώρα περνάει το λεωφορείο, η ξαδέρφη του, οχτώ χρονώ τότε, να τρώει παγωτό χωνάκι και να περπατάει κρατώντας από το χέρι τη πιο μεγάλη αδερφή. Εκείνος, γύρω στα δέκα, ζιζάνιο, έρχεται αθόρυβα από πίσω τους και   τις τρομάζει.
«Μπαμ!» τσιρίζει στ’  αυτιά τους και η μεν μεγάλη αδερφή βγάζει μια στριγκλιά που την άκουσε όλη η γειτονιά, η δε μικρή τραντάχτηκε από το φόβο και το χωνάκι πέφτει όλο στο φουστάνι της. Ένα τσουχτερό χαστούκι του ‘ρθε  αστραπιαία  στα μούτρα από τη μεγάλη, που τώρα την έβλεπε απέναντί του  να κλαίει με αναφιλητά, ενώ η μικρή λίγο αργότερα, όπως έμαθε, έφαγε κι αυτή αρκετές ραβδιές στα πόδια από τη μάνα της, γιατί λέρωσε το καλό φόρεμα.
Χαμογέλασε. Ήταν μια εποχή τότε που όλα τα προβλήματα τα λύναν τα χαστούκια. Εκείνος πάντως, κάθε αρχή καλοκαιριού κέρναγε την ξαδέρφη παγωτό χωνάκι, για αρκετά χρόνια.
Η λειτουργία τελειώνει. Τα ευλογημένα κόλλυβα μεταφέρονται στο προαύλιο, για να ολοκληρωθεί η τελετή. Η αδερφή,  η μάνα, οι συννυφάδες, μπαίνουν πίσω από τους αυτοσχέδιους πάγκους κι αρχίζουν να μοιράζουν σακουλάκια. Αυτός κάθεται παράμερα και παρακολουθεί. Ακόμα μέσα στα συναισθήματά του φυσάει αέρας και λίγο κρυώνει και κουμπώνεται. Το πώς αλλάζουν ταχύτατα οι εκφράσεις των προσώπων, αυτό παρατηρεί: τη δεύτερη πρόθεση που ανασυντάσσεται μέσα στο βλέμμα και τις στοιβάδες των σκέψεων που επιστρέφουν σαν φίδια στη φωλιά τους. Βλέπει ρυτίδες, που πριν ήταν μαλακωμένες, να σφίγγονται ξανά μέσα στα χαρακτηριστικά.  Μια γιαγιά δίπλα του τρώει με βουλιμία τα κόλλυβα, κοιτάζοντάς τον με αδιακρισία, ενώ οι μασέλες της κινούνται σαν ξεχαρβαλωμένες. Δυο γειτόνοι παραδίπλα μιλάν για την κρίση της δουλειάς. Ο γιος της κομμώτριας τρέχει απέναντι σε κάτι φίλους του να παίξουν μπάλα.
Ακόμα κρυώνει. Προχωράει να συλλυπηθεί. «Να ζήσετε να τη θυμάστε», ακούει τη φωνή του να λέει και στο χέρι του έρχεται ένα σακουλάκι με κόλλυβα. Σχεδόν δεν του μίλησαν. Τον γνώρισαν, άραγε;
Θα φύγει, θα φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Έχει κι εκείνος τις δουλειές του, τι νόμισαν; Κι όταν θ’  αρχίσει να περπατάει θα ζεσταθεί το κοκαλάκι του. Ένας μακρινός ξάδερφος ήταν στο φινάλε, εδώ και χρόνια χαμένος. Δεν είναι κι υποχρεωμένοι να τον θυμηθούνε.
Αν δεν κρύωνε τόσο πολύ θα αγόραζε, μα τω Θεώ, παγωτό χωνάκι να το φάει στη μνήμη της ξαδέρφης, μπας και γλυκαθεί μέσα του.
jiagogina

18.12.09

δρομολόγιο δεύτερο Χριστουγεννιάτικο

Περπατώ εις την πόλη. Στον κεντρικό δρόμο τα μαγαζιά στολισμένα με λαμπιόνια που αναβοσβήνουν.  Τα μεγάφωνα του Δήμου σπέρνουν παντού τενόρους και στρουμφάκια.  Γιορτάστε, λένε, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.  Έρχονται Χριστούγεννα. Απαραίτητο πασπαρτού: Σε κάθε διασταύρωση του δρόμου κι ένας ζητιάνος. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα σε πολλές παραλλαγές.
Θέλω να χαρώ κι εγώ με όλη αυτή την υπόσχεση χαράς που αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Αδυνατώ. Προσπαθώντας να καταφέρω να χαρώ, φέρνω στη μνήμη μου τη χαρά των Χριστουγέννων που είχα όταν ήμουν παιδάκι. Τι φύσεως ήταν; Μια προσμονή, μια αναστάτωση όλο υποσχέσεις. Λάμψεις, στολίδια, αντανακλάσεις από χρωματιστό γυαλί. Σίγουρα η φωταψία με μάγευε. Οι φωτεινές γιρλάντες  στους δρόμους, η υπόσχεση των δώρων, το παγωμένο χνώτο των περαστικών, οι "Ιστορίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν", δώρο της θείας μου για τις γιορτές.
Άλλες φορές, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου καθισμένη, ενώ οι εικόνες της πόλης περνούσαν με ταχύτητα μπροστά μου, είχα τη μούρη μου  κολλημένη στο τζάμι, να προλάβω να δω όσα πολύχρωμα λαμπόγυαλα πρόφταινε το βλέμμα μου. Ιδιαίτερα μου άρεσαν τα στολισμένα δεντράκια πίσω από τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα. Η ανταύγεια τους ζέσταινε το μάτι. Ήταν μια διακριτική νύξη της χαράς του σπιτιού, που οργίαζε εντός.
Και τότε και σήμερα, ωστόσο, ζούμε τα Χριστούγεννα σαν μια κοσμική εορτή. Δεν έχουν καμία θρησκευτικότητα. Κι αυτό όλοι το ξέραμε και τότε, που ήμουν εγώ παιδί, το ξέρουμε και τώρα. Ο Χριστούλης, η φάντη, οι μάγοι, το άστρο της Βηθλεέμ  κτλ, κτλ, είναι  ένα παραμυθάκι, λίγη ζάχαρη άχνη που την πασπαλίζουμε στο κέικ της καταναλωτικής βουλιμίας. Δεν προτίθεμαι λοιπόν να προβώ σε αναμνησιολογία, πόσο καλά ήταν "τότε" και πόσο χάλια είναι "τώρα". Απλώς, "τότε" μπορούσαμε να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά είχαμε ήδη αποκοπεί οριστικά από τα παλιά έθιμα της κλειστής κοινωνίας του χωριού, όπου ο εορτασμός των Χριστούγεννων είχε έντονο το στοιχείο της κοινωνικής συνοχής, της ενεργούς συμμετοχής της κοινότητας στη γιορτή και η θρησκευτικότητα ήταν οργανικό μέρος της συλλογικής χαράς.
Ήδη στα παιδικά μου χρόνια, δηλαδή στη δεκαετία του '60, στην Αθήνα επικρατεί μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Οι άνθρωποι δεσμεύουν χώρο, διεκδικούν ιδιωτικότητα. Ο έλληνας κλείνει τους λογαριασμούς του με την Ιστορία κι αποφασίζει να ξεχάσει. Έτσι μοιάζει να επουλώνονται οι πληγές του Εμφυλίου. Λήθη, εντατική αστικοποίηση και τα φαντάσματα άς σαπίζουν στις φυλακές.
Εν τέλει, αυτό το φωτεινό δεντράκι πίσω απ'   το παράθυρο με την τραβηγμένη κουρτίνα, όσο κι αν σήμερα το αναπολώ, συγκρίνοντάς το με την κακογουστιά, την αμερικάνικη επαρχιώτικη κακογουστιά, της τωρινής μου πόλης, αλλά και της επαρχίας και του νησιού μου και του τελευταίου χωριού μου στο χάρτη - κακογουστιά που μεταδίδεται μέσω της τηλεόρασης  σαν την πανούκλα -  ήταν ήδη ένα εύγλωττο σύμβολο της ενδοστροφής του εκκολαπτόμενου αστού, της απόφασής του να ασχοληθεί με την πάρτη του, την επιβίωσή του και την προσωπική του ευημερία.
Δε φτάσαμε στο σήμερα χωρίς χτες... Φτάσαμε μέχρι εδώ καλά προετοιμασμένοι.
Και περπατώ εις το δάσος. Δάσος  λαμπτήρων εν προκειμένω. Αναβοσβήνουν άναρχα σε κάθε μπαλκόνι, σε κάθε πρασιά, σε κάθε ταπεινωμένο λέιλαντ που από κεδροειδές κατέληξε φυτοφράχτης. Σπατάλη, ανοησία, ιδιοτέλεια, ατομικισμός, μιμητισμός, όλα βροντοφωνάζουν: "Γιορτάζουμε!", ή "Έχουμε και παιδιά να μεγαλώσουμε, να μη χαρούνε λίγο κι αυτά;" ή " Μόνο ο γείτονας θ'  αναβοσβήνει τα λαμπιόνια του;".
Πίσω από τις μεγεθυμένες ευχαριστήσεις, τα αναλώσιμα γέλια και τα πλαστικά χειροκροτήματα κρύβεται όμως ένα φυλλοκάρδι που τρέμει, γιατί υπάρχει κι ένας λύκος στο παραμύθι, όπου να 'ναι θα εμφανιστεί. Κι όχι τίποτα άλλο, είναι κι αυτός υπό εξαφάνιση, πώς να τον σκοτώσεις!
Εγώ πάντως προτείνω το εξής, για όποιον περιπατεί απροστάτευτος και τρωτός εις τον υπέρ σούπερ έξτρα γκίγκα αστικό τούτο δρυμό: καθώς περιπολείται από τα κόκκινα λαμπιόνια και απειλείται από άι-βασίληδες  διαρρήκτες που σκαρφαλώνουν στα μπαλκόνια, καθώς το βλέμμα του ιριδίζει μέσα στων πολυποίκιλων προβολών το ανεξιχνίαστο βάθος,   και άλλοτε σεμνύνεται κάτω από τον ίσκιο των  κομμένων ελατοκορφών, ή τρεμοπαίζει ανάμεσα στα πούπουλα μιας γαλοπούλας,  να τρέφει μέσα του μόνο το χνώτο του αρνιού και να ακροάται μόνο τον ήχο του σανού.
Καλά Χριστούγεννα..
jiagogina

13.12.09

δρομολόγιο πρώτο

Υπάρχουν δρόμοι και δρόμοι. Ναυτικοί, του μεταξιού, του βουνού, ασφαλτοστρωμένοι, λασπωμένοι, μπαζωμένοι, κλειστοί, διπλής κυκλοφορίας, μονόδρομοι, λεωφοριόδρομοι, πεζόδρομοι, μουλαρόδρομοι, πάροδοι, άνοδοι, κάθοδοι, χωρίς επιστροφή, ουράνιοι, υπόγειοι, υπέργειοι, υποθαλάσσιοι, γρήγοροι, φιδοειδείς, κακοτράχαλοι, υπάρχουν δρόμοι και δρόμοι.

Ποιον δρόμο να πάρω; Πού να προσβλέψω; Να πάω  στην εξοχή; Να πάω στο κέντρο, σήμερα που είναι Σάββατο κι ο κόσμος ξεδίνει; Να πάρω τα πόδια μου στα μονοπάτια του κοντινού μου άλσους; Να πάρω ένα βιβλίο να διαβάσω;
Kοιτάζω επάνω να οσφρανθώ τον γαλάζιο ουρανό (κλισέ είναι αυτό δεν κυριολεκτώ, ο ουρανός είναι γκρίζος κατάγκριζος προς το μαύρο αυτή τη στιγμή και βρέχει), κοιτάζω κάτω, να νιώσω τα  υπόγεια τα ρεύματα (εδώ κυριολεκτώ, κι ας είναι κλισέ, μια ματιά στα νερά του Ηριδανού στο Μαναστηράκι, μέσα στο μετρό, το αποδεικνύει), κοιτάζω μπροστά, βλέπω τους δρόμους της πόλης μου, σκέφτομαι τη φίλη μου το Σοφάκι που την αγαπώ και μου έλειψε κι αποφασίζω να πάω να τη δω.
Καβαλάω το Ρούντι κι αρχίζω να πορεύομαι, γλιστράω πάνω στην λεία άσφαλτο κρατώντας τον απ' το τιμόνι.
Λεία; Όχι. Ο Ρούντι συνάντησε μια μεγάλη τρύπα στη στροφή του δρόμου που μέχρι χτες ήταν ασήμαντη λακουβίτσα. Από χτες όμως με τη βροχή πλημμύρισε ο τόπος και ποιος ξέρει πού ξέρασαν τώρα τα νερά την τέως άσφαλτο.
Πέφτω στη λακούβα παύλα τρύπα, που, σημειωτέον, είναι γεμάτη νερό. Ακούω το μπροστινό προφυλακτήρα του Ρούντι να βγάζει μια κραυγή πόνου. Πριν προλάβω να του ζητήσω συγνώμη  και να του δώσω λίγο κουράγιο, χτυπώντας με το χέρι το τιμόνι του παρηγορητικά, ακούω έναν έξαλλο κύριο στα δεξιά μου βρεγμένο μέχρι το κόκαλο να φωνάζει και βλέπω και τις σφιγμένες γροθιές του που κατευθύνονται καταπάνω μου. Μαρσάρω κι απομακρύνομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ, ενώ ο κύριος τσιρίζει κάτι σχετικά με πιάτα και κουζίνα, χοροπηδώντας πάνω - κάτω στη μέση του δρόμου με την ομπρέλα του ανοιχτή.
Στρίβω αριστερά. Ήσυχος ο δρόμος, συμπαθητικός, χωρίς λακούβες. Βρέχει συνεχώς. Δεντράκια δεξιά κι αριστερά, νεραντζιές γεμάτες καρπό. Τις αγαπώ τις νερατζιές, σκέφτομαι, προσπαθώντας να φτιάξω λίγο το κέφι μου - και του Ρούντι. Κι αυτά τα φρούτα, τι κρίμα να σαπίζουν στα πεζοδρόμια, γιατί να μη μαζέψω μερικά μια μέρα να τα κάνω γλυκό νεράτζι, να επιβεβαιωθεί και η ρήσις του κυρίου που λίγο πριν  έκανα λούτσα;
Πριν προλάβω να αποτελειώσω τη σκέψη μου ένα τζιπ κάνει να ξεπαρκάρει από τα δεξιά μου απρόσμενα χωρίς να έχει βγάλει φλας. Δε με έχει δει μάλλον, βγάζει τη μισή του μούρη στο δρόμο, στρίβω το τιμόνι, το αποφεύγω. Σταματώ, κοιτάζω πίσω να δω τον ηλίθιο που παρά λίγο να στείλει  τον κομψό μου Ρούντι στον φαναρτζή κι εμένα στο ΚΑΤ, αλλά δεν είναι ηλίθιος, είναι ηλίθια. Ξανθιά κόμμωση, βάψιμο στην τρίχα, σκουλαρίκια, κολιέ, βραχιόλια φουλ, ανήκει μάλλον στη φυλή που το Σάββατο ξεδίνει με το κρουίζερ στην παραλιακή. Βγάζει το κεφάλι από το παράθυρο και κάποιους βρυχηθμούς πιάνει το αυτί μου για το Χριστό  και την Παναγία μου.
Όλοι με βρίζουν σήμερα. Τέλος πάντων, τους άντρες οδηγούς τους έχω συνηθίσει,  τις γυναίκες  όμως όχι. Ακόμα. Φαντάζομαι θα τις συνηθίσω, γιατί βρίζουν πια όλες, οι τουλάχισοτν οι περισσότερες, και  μάλιστα πολύ. Είναι τεκμήριον χειραφέτησης το βρισίδι. Δεν αρκεί μια γυναίκα να μπορεί να γίνει νταλικιέρης, πρέπει και να δικαιούται και να βρίζει σαν τέτοιος.
Στρίβω δεξιά και το κέφι μου έχει αρχίσει να χαλάει. Για λίγο αναζητώ  διόδους σε ασήμαντα στενάκια για να αποφύγω την κίνηση - ασήμαντα, τρόπος του λέγειν, έχουν ονόματα λαμπρά, ηρώων, μαχών, επετείων, κι ας είναι σήμερα μέσα στη λασπουριά. Βρέχει, το είπαμε. Δεν πρέπει να υποτιμάμε τους δρόμους και τα ονόματά τους, σκέφτομαι, πάρ' το πίσω το "ασήμαντα στενάκια". Περνάς την οδό Μαραθωνομάχων τώρα,  βλάκα,ιδού και η Ρήγα Φεραίου, ιδού και η Καποδιστρίου, κι η Ηρώων Πολυτεχνείου, κι η Βασιλέως Ηρακλείου! Τα ονόματα των δρόμων είναι η ιστορία μας, μονολογώ θυμωμένη, όλη η γκάμα, έτσι χύδην, η μνήμη μας! Παρ'  το πίσω!
Εντάξει το πήρα....
Η έκρηξη αυτή ιστορικής συγκίνησης δεν μου φτιάχνει το κέφι, αντίθετα. Λίγο πριν βγω στην Κηφισίας μάλιστα πέφτω σε ένα φριχτό μποτιλιάρισμα κι η διάθεσή μου χειροτερεύει.
Πού πάνε όλοι αυτοί, αναρωτιέμαι.
Γιατί, κυρία μου, μόνο εσύ έχεις δικαίωμα στην έξοδο, θυμώνω πάλι. Τι αριστοκρατισμοί είναι αυτοί; Θέλεις το δρόμο όλον για την πάρτη σου; Σάββατο είναι. Όλοι έχουν κάποιο Σοφάκι να νοιαστούν. Δε ζεις μόνη σου στον κόσμο.
Πράγματι.
Είμαι με νεκρά σε μια πομπή παράδοξη. Οδηγοί κορνάρουν εκνευρισμένοι, χέρια ελληνικά  αγανακτισμένα  ξεμυτίζουν από τα παράθυρα, για να διαμαρτυρηθούν,  μπροστά μου ένα παιδάκι  με κολλημένο το κεφάλι στο παράθυρο βγάζει τη γλώσσα και κάνει γκριμάτσες αλλοιθωρίζοντας, σαφώς σε μένα απευθύνεται, δεν είναι η ιδέα μου, ενώ το μικρό αδερφάκι του μασάει τη ζώνη ασφαλείας, πίσω μου βλέπω στον καθρέφτη ένα ζευγάρι να φιλιέται με γλώσσα, να και κάποιοι αδιάφοροι για το μποτιλιάρισμα, τριγύρω μαρσαρίσματα, αχνές, ανάερες τούφες στον αέρα, και το χλωμό φως χάνεται  για σήμερα, πέφτει το σκοτάδι, ταχύ, τα φώτα ανάβουν, και στο παρ μπριζ μου ο κόσμος φαντάζει παιχνιδιάρικα διαθλασμένος, μέσα στις σταγόνες της βροχής
Παρότι απορροφημένη από τις σκέψεις μου, παρατηρώ ότι τα αυτοκίνητα συνωστίζονται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δε Μολ! Α, έτσι εξηγείται. Τι χαζή που είμαι! Έπρεπε να το 'χα σκεφτεί. Σάββατο είναι, Χριστούγεννα έρχονται, ο κόσμος τρέχει να ξεσκάσει. Εγώ φταίω. Έπρεπε να πάρω το παραδιπλανό σοκάκι για να μην κολλήσω εδώ. Στρίβω το τιμόνι και κάνω μανούβρα στη μέση του φρακαρισμένου δρόμου. Τα καταφέρνω, παρ' ότι ένα τζιπ έρχεται από απέναντι και μου κορνάρει λυσσαλέα, ενώ πίσω μου ένα άλλο τζιπ, αυτό με το ζευγάρι που φιλιόταν πριν, μου 'χει κολλήσει σα βδέλλα και μ'  έχει κλείσει,  παρ'  όλα αυτά εγώ τα καταφέρνω, μαρσάρω, στριγκλίζουν οι ρόδες του Ρούντι στο βρεμένο δρόμο, κάποιος με μουτζώνει,  ενώ εγώ γυρνάω θριαμβευτικά πίσω και βρίσκω διαφυγή στο σοκάκι, συγγνώμη στην οδό Οδυσσέως, έτσι ονομάζεται το σοκάκι. Παρανομώ, βεβαίως, γιατί η οδός Οδυσσέως είναι μονόδρομος, αλλά τι να κάνουμε,  κι ο Οδυσσέας ο ίδιος δεν παρανομούσε πού και πού;
Εκείνη τη στιγμή, το δευτερόλεπτο ακριβώς που έστριψα στην οδό Οδυσσέως προσπερνώντας το κόκκινο σήμα με την άσπρη παύλα,  άστραψε στο κεφάλι μου ένας  κεραυνός συνειδητοποίησης: Είμαι κι εγώ, τρόπον τινά, ένας Οδυσσέας. ο Οδυσσεύς των αθηναϊκών δρόμων! Όλες τις δοκιμασίες τις περνάω. Μου ρίχνει κι ο Ποσειδώνας βροχή με το τουλούμι. Μου την πέφτουν η Σκύλλα και η Χάρυβδη, μεταμορφωμένες σε δυο τζιπ και πάνε να με κάνουν σάντουιτς, Με τη μαγκιά μου και τη γρήγορη σκέψη μου, εγώ, μόνη μου, σκαρφίζομαι τρόπους, μανουβράρω, ξεφεύγω, επιβιώνω, ξεγλιστρώ, συγχωρώ όλους  που με βρίζουν, φτάνω στον προορισμό μου. Όπως τώρα. Επινοητικότητα κι ευρεσιτεχνία!
Πατέντα! Τα κατάφερα! Βγήκα στην Κηφισίας.
Πίσω μου άλλοι δυο έξυπνοι Οδυσσείς με ακολουθούν κι έμαθαν κι αυτοί το κόλπο μου.
Φτου!
Δεν προφταίνω να χαρώ τη συνειδητοποίησή μου, ότι φέρω στο ακέραιο το γονιδιακό μεγαλείο της φυλής,  και πέφτω σε καινούργιο μποτιλιάρισμα. Εδώ έχουμε άλλες ορδές, για το Άβενιου και το Γκόλντεν Χολ.  
Λαμπιόνια, καρουσέλ, εκκωφαντική φωταψία, γιγαντοαφίσες που υπόσχονται παμμέγιστη διασκέδαση για σας και τα παιδιά σας, θεόρατα χριστουγεννιάτικα δέντρα, γιγάντια συντριβάνια,  τεράστιες αψίδες,  επιβλητικές επιγραφές που αναβοσβήνουν και υπόσχονται ένα θεσπέσιο "εδώ", ένα "πουθενά αλλού μην πας", κυκλώνουν το μυαλό μου  μεθυστικά.
Ζαλίστηκα και βρέχει ακόμα. Οι υαλοκαθαριστήρες μου περιπλανώνται νωθρά στο παρ μπριζ και διαλύουν τη φαντασμαγορία. Ίσως και ν'  αναστέναξα. Αφήνω πίσω μου το Ολυμπιακό Στάδιο.
Ο δρόμος επιτέλους άνοιξε.
.......................................................................
Ηχομονωμένη μέσα στο φιλόξενο περιβάλλον του καλού μου Ρούντι, δεν σκέφτομαι πια. Στο ραδιόφωνο η  νωχέλεια του Γκαετάνο Βελόζο με χαλαρώνει. Ένας ξένος κόσμος, ο έξω, δε με αφορά πια. Μηχανικά αλλάζω τις ταχύτητες, πρώτη, δευτέρα, τρίτη, δευτέρα, νεκρά, και πάλι απ'  την αρχή. Βελούδινη  πορεία  στη μεσαία λωρίδα, σφήνες οι άλλοι από τα δεξιά κι από τ'  αριστερά, μπροστά φανάρια πορτοκαλιά, κόκκινα, πράσινα, πίσω προβολείς εκτυφλωτικοί.
Πλέω κάπου μέσα μου. Κου κου ρου κου κου Παλόμα, χαϊδεύει με τη φωνή του ο Γκαετάνο. Κι έχω περάσει τα Σίδερα, τους Αμπελόκηπους, κι έχω στρίψει μηχανικά κι αφηρημένα στη Μιχαλακοπούλου. Εκεί  ξυπνάει πάλι η οδολαγνεία μου. Θυμάμαι:  Μιχαλακόπουλος Ανδρέας, πολιτικός και νομομαθής από την Πάτρα,  εκ των πλέον εκλεκτών και ακεραίων πολιτικών της χώρας.
Αλλά δεν είναι αυτό. Δεν είναι η ακεραιότητα του ανδρός που με τραβάει στο δρόμο, όπως πριν η αδιαμφισβήτητη και αποδεδειγμένη γονιδιακή συγγένεια μου με τον Οδυσσέα. Είναι κάτι άλλο. Καθώς αφήνομαι στο φιδοειδή δρόμο το νιώθω: Είναι το υπόγειο ποτάμι. Τον Ιλισό νοσταλγώ, κι ας μην τον είδα ποτέ με τα μάτια μου. Κατηφορίζοντας το δρόμο παρέα με το Ρούντι, αισθάνομαι τον ποταμό να ζει μέσα στις στροφές του δρόμου και  απότομα να καμπυλώνει, να φεύγει και ξανά να στρίβει απαλά κι εγώ είμαι ένα σκάφος, ένα φύλλο πάνω του, ένα μικρό εντομάκι σε κορμό. Κι εκεί στο Χίλτον περίπου χάρις στο ευφάνταστο του χαρακτήρος μου, σχεδόν τον ακούω πια τον Ιλισό  να ρέει.
Μόλις όμως βγαίνω στη Βασιλέως Κωνσταντίνου,  σχεδόν αμέσως επανέρχομαι στην πραγματικότητα της πόλης. Λέω "σχεδόν αμέσως" κι όχι "αμέσως", γιατί περνάει ένα μικρό, ελάχιστο χρονικό διάστημα κατά το οποίο φέρνω στο νου μου το βασιλιά,  εκεί στο Παλέρμο,  στο ξενοδοχείο που πέθανε, τον Ιανουάριο του '23. Κάτι με ενοχλεί εκεί πολύ, πάρα πολύ, αλλά ευτυχώς μπαίνω ατάκα κι επί τόπου στο λεωφορειόδρομο, ξεπερνώ όλα τα στριμωγμένα αυτοκίνητα και φτάνω σε χρόνο ρεκόρ στο Ζάππειο, όπου κι αντιλαμβάνομαι επιτέλους ότι η Αθήνα είναι μια ωραία πόλη, με ράγες και τραμ, με Ζάππειο μέγαρο και με Στύλους του Ολυμπίου Διός. Νιώθω καλά ως Ευρωπαία και Ελληνίδα, αλλά πλέον βιάζομαι, γιατί έφτασα μεν  στον προορισμό μου, εκεί, κάπου απέναντι από τους Στύλους μένει το Σοφάκι, αλλά πρέπει πρώτα  να παρκάρω κάπου το Ρούντι.
Πού; Ο Ρούντι πρέπει να πω ότι είναι εκπαιδευμένος στα ελληνικά πράγματα, παρ' ό,τι γερμανός. Δεν έχει αναστολές να καβαλήσει πεζοδρόμια. Έχει ένα πρόβλημα με τα ψηλά πεζοδρόμια, κι αυτό το  σέβομαι. Τα χαμηλά όμως τα παραδέχεται κι ευχαρίστως αναβάζει τις ωραίες του ρόδες πάνω τους. Έχει αποκτήσει χάρη σε μένα οδυσσεϊκή κουλτούρα. Πλην όμως στην περιοχή γύρω από το μουσείο οτης Ακρόπολης δεν υπάρχει ελεύθερο πεζοδρόμιο ούτε για δείγμα, πόσω μάλλον θέση για παρκάρισμα. Με όρους ομηρικούς η αναζήτηση πάρκιγκ μοιάζει με την μνηστηροκτονία. Είναι η τελική δοκιμασία. Και οπωσδήποτε χρειάζεται να έχεις τη βοήθεια της θεάς.
Μετά από δυο τρεις κύκλους στην περιοχή, βρίσκω τελικά θέση στην οδό Παρθενώνος. Εκπληκτική σύμπτωση! Και ο Ρούντι κι εγώ το κρίναμε ως εύνοια της θεάς, το ότι μας άφησε να παρκάρουμε στο δρόμο του ναού της. Πολύ ικανοποιημένη  παρκάρω και προχωρώ προς το τέλος του ταξιδιού μου, περπατώντας προσεκτικά ανάμεσα στα λασπόνερα και στα σπασμένα πεζοδρόμια. Η βροχή έχει σταματήσει κι η ατμόσφαιρα είναι διαπεραστικά υγρή. Αλλά εγώ είμαι αισιόδοξη.
Ανηφορίζοντας προς την Ακρόπολη σε μια διασταύρωση λιγο κοντοστέκομαι να δω το φωταγωγημένο μνημείο. Προσπαθώ να το φανταστώ χωρίς τις πολυκατοικίες, χωρίς τις σκαλωσιές, χωρίς τα μπαρούτια που το διέλυσαν, χωρίς το Μοροζίνη, χωρίς τον Έλγιν. Δεν προφταίνω. Ένα τζιπ τρέχει δαιμονισμένα και πέφτει σε μια νερολακούβα  δίπλα μου,   περιλούζοντάς με νερό.  Καθώς σκουπίζω τη ζακέτα, το πρόσωπο, τη μύτη μου, το λαιμό μου και τα μαλλιά, παρακολουθώντας το τζιπ να απομακρύνεται, σκέφτομαι μελαγχολικά ότι στη ζωή τα πράγματα κάνουν  μυστήριους κύκλους.
Έχω σχεδόν φτάσει στην εξώπορτα της Σοφίας. Χτυπάω το κουδούνι μία, δύο, τρεις, κανείς.
 Παίρνω στο κινητό.
"Πού είσαι, καλε, βρίσκομαι από κάτω, γιατί δεν μου ανοίγεις;"
"Μα δεν είμαι σπίτι, πουλάκι μου, γιατί δεν μου τηλεφώνησες πρώτα, έχω πάει σινεμά".
"Τι βλέπεις;"
"Τη γλυκειά έξαψη. Βάιντα".
"Αχ, κρίμα, ήθελα να τη δω κι εγώ".
"Ας έπαιρνες τηλέφωνο πρώτα, τι να σου κάνω. Λοιπόν, άντε, σε κλείνω τώρα, αρχίζει η ταινία. Α, να σου πω, άμα δεν την βαριέσαι πολύ την κυρία Πηνελόπη, που μένει απο κάτω, ξέρεις, την έχεις συναντήσει μια - δυο φορές σπίτι μου... Χτύπα της, μωρέ, το κουδούνι, ακριβώς δίπλα στο δικό μου. Βασιλειάδου. Κάν' της λίγο παρεούλα, πες της και χρόνια πολλά, έκλεισε προχτές τα ενενήντα, και θα 'ρθω κι εγώ σε δυο ωρίτσες. Εντάξει; Θα κάνεις και την καλή σου πράξη. Η καημένη! Γριά γυναίκα είναι... Άντε, σε κλείνω, γεια!"
Κλείνω το κινητό με μια έξαψη καθόλου γλυκειά. Τι δηλαδή; Όλα εις μάτην; Ποιο είναι το νόημα; Πώς θ'  αντέξω πάλι την κυρία Πηνελόπη να μου λέει για χιλιοστή φορά τις ιστορίες της; Δε θυμάται καλά το Σοφάκι. Δεν είναι μια και δυο και τρεις φορές που έχουμε βρεθεί σπίτι της. Χίλιες δεκατρείς είναι! Δεν αρκούν οι καλές πράξεις που έχω κάνει τόσες φορές;
Α, ρε Σοφάκι, με παρέδωσες στεγνά στον Όμηρο.
Υπάρχει κι ή άλλη λύση, να φύγω. Να ξαναζήσω την Οδύσσεια μετ' επιστροφής και να πάω πίσω σπίτι μου να χουχουλιάσω με τις γάτες μου. Να προβώ σε μια μετ'  επιστροφής φυγή διά μέσου της πραγματικότητας. Τι δηλαδή, μόνο ένα φινάλε μπορεί να έχει η Οδύσσεια; Ο Καβάφης; Τι μας λέει τόσα χρόνια ο Καβάφης; Το ταξίδι είναι που μετράει.

Καθώς χτυπώ το κουδούνι της κυρίας Πηνελόπης Βασιλειάδου σκέφτομαι ότι δεν αντέχω για σήμερα άλλη  πραγματικότητα. Θα αρκεστώ στη δική της ιστορία του 20ου αιώνα σε συσκευασία πόκετ: από την καταστροφή της Σμύρνης που ήταν τριώ χρονώ και την κράταγε η μάνα της στην ποδιά της μέχρι που  τους φέραν στη Μυτιλήνη με βάρκα, μέχρι τη Θεσσαλονίκη που μεγάλωσε, μέχρι τον αδερφό της το μεγάλο που τον φάγανε οι φασίστες και της τον φέρανε χωρίς κεφάλι, μέχρι τον αδερφό της το μικρό που έκανε μετά δήλωση κι  έφυγε στη Γερμανία, μέχρι τον έρωτά της το μοναδικό που κάπου χάθηκε μέσα στα ανώνυμα σοκάκια της ιστορίας και δε γύρισε ποτέ... Μέχρι, μέχρι, μέχρι... Έλεος! Δεν άντέχω άλλα "μέχρι".
Γαμώτο!
Με πνίγει από παντού Ελλάδα...
Κι άρχισε να βρέχει πάλι.
Μελιστάλαχτη φωνούλα στο θυροτηλέφωνο.
"Πώς, έλα κορίτσι μου, με μεγάλη μου χαρά! Να σε κεράσω και λικεράκι. Τρίτο, ε; Στον τρίτο".
Και το κουδούνι της εξώθυρας ζουζουνίζει.
jiagogina



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...