17.12.17

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο Μεγάλος Δρομος, απόσπασμα


ΕΚΕΙΝΗ ΚΙ ΕΓΩ
Άγουρο ξύπνημα με τη γεύση ενός ονείρου που εμελλε να συνεχιστεί. Δεν ήθελα να πιω φασκόμηλο. Η γιαγιά δεν γκρίνιαξε. Να ντυθώ μόνο καλά, γιατί το πρωινό αγιάζι περονιάζει. Ξεκινήσαμε, και με γρήγορο βηματισμό διασχίσαμε το χωριό και βρεθήκαμε στο θαμνοσκεπές τοπίο, ελαιώνες και αμπέλια που βλάσταιναν δειλά. Η πάχνη πάνω στα φυτά, στις πέτρες και στο χώμα μούσκευε τα παπούτσια μας. Να μην πατάς στα νερά. Τα νερά που ανάβλυζαν μέσα απ’ το χώμα και  τις βραγιές, που σχημάτιζαν ποταμούς, παραπόταμους, ακρωτήρια, χερσονήσους, νερόλακκους. Που κάλυπταν τις πέτρες και τη χλόη, υποχωρούσαν, έστριβαν, περνούσαν σύρριζα  από το πρώτο ανθισμένο, άλλου πεντακάθαρα κι αλλου θολά από τις πατημασιές των ζώων που είχαν περάσει. Που παρέσερναν ζουζούνια, μέλισσες και ξύλα, και καθρέφτιζαν την ευφροσύνη του τοπίου.
Τώρα ο ήλιος ψηλώνει. Άφηνε ωστόσο να φαίνεται ένα μικρό φεγγαράκι, χνούδι στην άκρη του ουρανού. Τα δυο γεφυράκια που περάσαμε έμοιαζαν ιπτάμενα στο πράσινο. Να μην πάμε από τη γέφυρα του ποταμού. Πέφτει μακριά, καλύτερα από το κατω πέρασμα. Θα πατάμε στις πέτρες. Οι πέτρες λάμπανε  μέσα στο νερό. Έξω, θαμπές απ’ το αγιάζι. Και περάσαμε με τον ρυθμό που μας υπαγόρευαν οι ποταμίδες και τα αηδονια. Και προχώρησα τρέχοντας. Κι όλο κοιταζα πίσω και σταματούσα για να με προφτάσει.
Ο φράχτης χωρίς ηλικία και κλειδί. Εκείνη έλυσε το σκοινακι να πόρτας και μπήκαμε στο περιβόλι. Μην κυλιστείς αμέσως στο χορτάρι. Περίμενε να στεγνώσει. Οι βιόλες ανθούσανε, γιαγιά, και οι αγριοτριανταφυλλιες. Γιατί αργούν τα εκατονταφυλλα; Έτσι πρέπει. Για να έχουμε για πολύ καιρό ρόδα. Ένα μέρος του περιβολιού βαθύ καφέ, παραφωνία στο πράσινο. Ο πατέρας το προόριζε για τα καλοκαιρινά λαχανικά. Το όργωσε, το έσκαψε, ξανά και ξανά. Πάνω του περίεργα σημάδια, ιερογλυφικά, που άφησαν μικρά άγρια ζώα από τα νυχτερινά παιχνίδια τους.
Θα σκαλίσω τος πρασιές και θα βγάλω τα αγριόχορτα από τις φακές και το λινάρι. Τη βάραινε μια θλίψη που δεν έλεγε να πάρει όνομα. Την ειχα συνέχεια από κοντά. Κάθε τόσο απομακρυνόμουν να κόψω τσαγαλα, να μετρήσω τος χελώνες που έβγαιναν στον ήλιο  κατω στο ποτάμι. Ξαναγύριζα κοντά της. Ποτε θα ανάψουμε τα καντίλια, γιαγιά; Ξανάφευγα. Ακολουθώντας τις στρατιές των μυρμηγκιών έφτασα στο σύνορο του διπλανού περιβολιού, όπου έκαιγαν κλαδιά ελιάς και ποκροδαφνης. Ήταν πνιγμένο στον καπνό, που τον διαπερνούσε ο ήλιος και ευώδιαζε το καμένο. Ένα πουλαρι δρασκέλισε το σύνορο. Ήρθε κοντά μου. Κρεμάστηκα στον λαιμό του. Έγειρα και έπεσα στα χαμομήλια. Έσκυψε  και μου έγλειψε τα μάγουλα, τα χέρια καθ τα πόδια. Ίδρωσα κι έτρεξα να ξαπλώσω κατω απ’ τη χαρουπιά, με τον ελαφρό της ίσκιο. Τα κλαδιά της έγερναν στον γκρεμνό  προς το ποτάμι, από όπου έφταναν φωνές που δεν τις ειχα ξανακούσει. Την είδα να κάνει τον σταυρό της, αγγίζοντας τις  άκρες των δαχτύλων της στο χώμα, να ξορκίζει το πένθος μέσα σε μια αχλυ μετάνοιας. Το γήρας που χώνευε μέσα στο ανθισμένο. Μια μέλισσα είχε καθίσει στο μαύρο μαντίλι της. Εκείνη δεν την έβλεπε. Εγω για πρώτη φορά έβλεπα κόσμημα πάνω της. Δεν μιλούσε πολύ.
Ξεμακρυνα πίσω από το χέρσο, στο σκοτεινό χαντάκι με το στεκόμενο νερό. Σαν κάτι να με τραβούσε, κι εσκυβα διαρκώς στη μοναξιά του υδρόβιου λειμώνα. Με σήκωσε η φωνή της. Έδενε σφιχτά το μαντίλι, μάλλον τέλειωσε. Πότε χέρι χέρι, πότε λίγα βήματα μπροστά, πότε πετώντας το σοκάκι στον αέρα, φτάσαμε στο ξωκλήσι κατω απ’ το λόφο. Μισάνοιχτη πόρτα. Τη σπρώχνω και τρίζει. Υγρασία από τις πλάκες ως την οροφή. Το βορινό παραθυράκι στη δυσμένεια των ανέμων. Με σηκώνει να προσκυνήσω. Σταυροκοπιέται ετοιμάζοντας τα καντήλια. Τα σπίρτα μουλιασμένα, δεν ανάβουν. Τα καταφέρνει. Το φως των καντηλιών και το θυμίαμα θαμπώνουν τις μορφές των εικόνων. Γονατίζει. Μου δίνει ένα μάτσο μυρτιές να σκουπίσω το Ιερό Βήμα. Εκεί δεν μπαίνουν γυναίκες. Από κει την έβλεπα σε μια γωνία, ακουμπισμένο στον τοίχο. Έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από το τέμπλο. Βγήκαμε. Καθίσαμε στο πεζούλι, δίπλα σ’ ένα ιωνικό κυονοκρανο, ασβεστωμένο. Πνιγμένοι στις μυρτιές, στα κυπαρίσσια, στις δάφνες, στις λυγαριές, στη ρίγανη και το θυμάρι, κοιταζόμαστε. Έβγαλε το μαντίλι της και σιγοψυθίρισε:

Χαρα στη μοίρα σας, βουνά, 
που Χάρο δε φοβάστε,
μόν’ περιμένετε άνοιξη
να πρασινολογάτε.

Ο σκαμμένος χείμαρρος στο πρόσωπό της γέμισε θολά νερά. Έπεσα στην αγκαλιά της. Δεν ξέρω τι μοσχοβολούσε περισσότερο.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, αφηγήματα
εκδόσεις Γαβριηλιδης (2017) 

14.12.17

Λιανα Ανδρεοπούλη, Αμίλητη στέκει

Αμίλητη στέκει
η αγάπη
σήμερο δεν μιλεί
δεν τραγουδεί
μουδέ χορεύγει
Κρατεί θαρρείς
ως και την αναπνιά της
Ομπρός της έχει το σπαθί
οπίσω την καρδιά της
και στέκει πενταμόναχη
Ως θυμιατό στενάζει
Για τις ψυχές που χάθηκαν
Και μπλιο δεν καρτερούνε
Μήτε σκοταδι μήτε φως
Να τις συναπαντήσει
Όποιος τη δει την αρωτά
Τίνος καημό γιορτάζει
Ποιος είναι απού χάθηκε
Ποιον είναι που κυττάζει
Μακρυά ξανοίγει ολάνοιχτη
γδυμνή ως εγεννήθη
Μα δε γροικά δεν απαντά
Όποιος κι αν της σιμώνει
Μα μένα μου ψιθύρισε
-Μείνε σιμά αφουγγράσου
Εγώ μόνη γεννήθηκα
Μα δεν αναγυρίζω
Μον'  προπατώ στ'  απάτητα
Και τσι καρδιές μυρίζω
Να βρω τη μια
Την έρημη
Που θέλει ν’ ανατείλει
Σαν του θανάτου την αυγή
Που έφτασε στο δείλι
Κείτεται χρόνους και καιρούς
εμένα η κυρά μου
Μήτε ποθαίνει μήτε ζει
Μουδέ κι αναντρανίζει
όρκο βαρύ της ήδωκα
μονάχη να μη μείνει
ώσπου να βρει αναπαμό
Που θα μ'  ελευθερώσει

ανέκδοτο ποίημα



10.12.17

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο Μεγάλος Δρόμος


ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Κάλαντα δεν είπα ποτέ μου. Ντρεπόμουν. Ήθελα όμως να μας τα λένε, λαχταρούσα να χτυπήσει η πόρτα. Η παραμονή των Χριστουγέννων ήταν κουραστική μέρα. Αρκετοί πήγαιναν να μαζέψουν ελιές, οι περισσότεροι έσφαζαν τους χοίρους. Με το κρέας τους ετοίμαζαν ένα σωρό λιχουδιές για τις γιορτές,. Μαζί με τ’ αλλά παιδιά, με περιέργεια αλλά και κάποιον φόβο, παρακολουθούσαμε από μακριά τη διαδικασία της σφαγής. Περιμέναμε ένα από τα σπάνια παιχνίδια μας, την ουροδόχο κύστη. Την καθαρίζαμε, τη φουσκώσαμε και παίζαμε μ’ αυτήν μπάλα.
Κάποια χρονιά, πριν κοιμηθώ, πήγα στον στάβλο. Το τρίχωμα των ζώων, νοτισμένα από τη ζέστη του άχυρου  και τις ανάσες τους, μύριζε μόχθο και υπομονή. Χάιδεψα το πουλάρι. Ήθελα ίσως να νιώσω κάτι από το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Για τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία ξυπνούσαμε χαράματα. Δεν υπήρχαν ρεβεγιόν,στολισμένα δέντρα, αλλά ούτε και η αίσθηση της στέρησής τους, αφού έτσι κι αλλιώς τα αγνοούσαμε. Άλλα πυρπολούσαν τη φαντασία μας.
Η γιαγιά ξεκίνησε πρώτη. Ξύπνησα κι εγω. Άρχισα να ετοιμάζομαι στο μισοσκόταδο. Το σπίτι φωτιζόταν από το λυχνάρι, το τζάκι και μια λάμπα πετρελαίου. Η μόνη πολυτέλεια, τα καινούργια  ρούχα και παπούτσια. Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και μπήκε έντρομη η γιαγιά. Την άκουσα να λέει στον πατέρα μου: «Γιαννιό, παιδί μου, έλα να με πας στην εκκλησία. Μου χύμηξαν στον δρόμο δυο σκυλιά και δεν μπορώ να περάσω». Ο πατέρας την πήρε από το χέρι κι έφυγαν. Η μητέρα έμεινε
σπίτι. Ξεκίνησα γεμάτος αγωνία να μη λερώσω τα παπούτσια μου στις λάσπες. Μπήκα στην εκκλησία. Μέθυσα από τη μυρωδιά του λιβανιού και τις ζεστές ανάσες. Η γιαγιά, στρομωγμενη σε μια  γωνία, έκανε τον σταυρό της. Ο τρόμος, διάχυτος ακόμη στο πρόσωπό της.
Η εικόνα με τα σκυλιά δεν έλεγε να με αφήσει, μια φρίκη διαπερνούσε το σώμα μου. Οι ψαλμωδίες μπερδεύονταν μέσα μου με τα γαβγίσματα των σκυλιών. Η απόλυση. Στην επιστροφή κρατούσα τη γιαγιά από το χέρι. Ο ήλιος τιτλοφορούσε  τα πάντα. Οι νερολακκοι έλαμπαν. Οι άνθρωποι, ταπεινά περιποιημένοι, επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ξεκινούσε νωρίς. Το μενού αποκλειστικά από χοιρινό. Η γαλοπούλα άγνωστη. Γλυκά δεν υπήρχαν. Ήταν προνόμιο της Πρωτοχρονιάς.
Ύστερα, περίπατοι στους λασπωμένους δρόμους. Ζώα μηρυκάζαν στη λιακάδα. Βασιλιάς των παιχνιδιών, τα μπαλόνια. Τα λέγαμε φούσκες. Καμία σχέση με τη σύγχρονη διακοσμητική χρήση τους. Τα φουσκώσαμε, τα ξεφουσκώναμε,  ερεθίζονταν τα χείλη μας, τα κρατούσαμε αγκαλιά. Όταν έσπαγαν, το πρόσωπό μας συννέφιαζε.
Το μαγικό ελάχιστο τέλειωνε με το ηλιοβασίλεμα.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, αφηγήματα
εκδόσεις Γαβριηλιδης, 2017

28.11.17

Μαρία Πολυδούρη, «Σωτηρία»

Ας περάσει πια η μέρα με το φως της.
Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;
Στων πεύκων τις σκιές μια πολυθρόνα
με καρτερεί.

Των θαλάμων θα σβήσουνε τα φώτα
κι ο ύπνος θά ΄ρθει σα λιγοθυμιά.
Ένα αδειανό κρεββάτι εδώ δεν δίνει
εντύπωση  καμιά.

Θα με διπλώσει το σκοτάδι κι όπως
μες στις βαθιές σκιές θα μπερδευτώ,
πως είμαι θα πιστέψω πάλι κάτι
από τον κόσμο αυτό.

Μέσα στο φόβο θα βαθαίνει η νύχτα
όπου ο άνεμος θά ΄ρθει ξαφνικά.
Ο ευκάλυπτος τα μαλλιά του θα τινάξει
και των ονείρων μαζί τα μυστικά.

Το μυστικόν αγώνα θα γροικάω
του φθινοπώρου, ανίκητος εχθρός.
Θα με λικνίζεται χαρωπό τραγούδι
κι απελπισμένος θρος.

Κι αν δεν την καρτερώ, ξέρω πως θά ‘ρθει
η γάτα αυτή που νυχτοπερπατεί,
μια γάτα που δεν ξέρει τι είναι χάδι
και δεν το δίνει και δεν το ζητεί.

Στα πόδια μου κοντά κάθεται μόνο
αδιάφορη στο κρύο το παγερό,
διακριτικά το βλέμμα μου αποφεύγει
κι είναι σα να μην ξέρει από καιρό.

Μαρία Πολυδούρη, Άπαντα
εκδόσεις Ωρόρα

Μαρία Πολυδούρη, Δεν καρτερώ το θάνατο

39
Δεν καρτερώ το θάνατο,
            είναι  βαριά η ψυχή μου.
Δε μου ταιριάζει αγέρωχα
             να σβήσω, ξαφνικά.
Μ’ έδεσε η μνήμη στο άρμα της,
             και με την ταραχή μου
ξυπνούν όλα που νόμιζα
              πως πέθαναν γλυκά.
Ξυπνούνε τόσο αγνώριστα
              στου μαρτυρίου την ώρα.
Κι η παιδική μου αγνότητα,
             που έσκυβα στ’ όνειρό της,
νοσταλγική και τρυφερή,
             με παραστέκει τώρα
εφιαλτική σα να ‘φταιξα
             κάποτε στον καιρό της.
Με σέρνει η μνήμη μου παντού
             και δεν αναγνωρίζω
το ό,τι έζησα· κατάρα μού
             τα ερείπωσε. Περνώ
και δεν τολμώ τα χέρια μου
             να υψώσω, μα δακρύζω
και κρύβω και το δάκρυ μου,
            μάταιο και ταπεινό.
Θα  ‘ρθεί κάποτε ο θάνατος,
           όταν φριχτά η ψυχή μου
θα λιώσει όλο το σώμα μου
           στον ίδιο της καημό,
θα ‘ρθεί τότε την πρόσκαιρη
          ν’ αλλάξει φυλακή μου
σ’ άλλο μαρτύριο αιώνιο
          και σ’ άλλο παιδεμό.

Μαρια Πολυδούρη, Άπαντα
Εκδόσεις Ωρόρα


Μαρια Πολυδούρη, Μητέρα μου

Μητέρα μου, ποσο φριχτά βαραίνει
η μοίρα μου στο νεανικό μου στήθος .
Όλοι μου οι πόνοι καταφεύγουν πλήθος
γύρω στη θύμησή σου που πικραίνει.

Εμένα, που σε δέχτηκα ευλογία
Κι έγινα το θαυμάσιο ομοίωμά σου,
ας με δεχτεί σα να ‘μαι αμάρτημά σου
η μνήμη σου, μαρτυρική κι αγία.

Στη μοίρα σου, που γνώρισα σε μένα,
Τη σπαραγμένη  σκέψη μου προσφέρω.
Μα στην καρδιά μου μόνο εγω θα ξέρω
πόσους μετρούν νεκρούς τ’ αγαπημένα .

Μητέρα μου, ποσο μου λείπεις τώρα
Που πνιχτικο, βαθύ σκότος θα γίνει
Στη μάταιη ζωη μου που όλο σβήνει...
Αχ, πώς μου λείπεις σε μια τέτοιων ώρα.

Μαρια Πολυδούρη, Απαντά
Εκδόσεις Ωρόρα


24.11.17

Φ.Ντοστοκιέφσκι, από το Όνειρο ενός γελοίου

Φίοντορ Ντοστοκιέφσκι
Το όνειρο ενός γελοίου
3
Είπα πως αποκοιμήθηκα χωρίς να το πάρω είδηση, και μάλιστα σάμπως να εξακολουθούσα να συλλογίζομαι τα ίδια θέματα. Ξάφνου είδα στ’  όνειρό μου πως παίρνω το περίστροφο, καθισμένος, βάζω  τη μπούκα ίσια στην καρδιά – στην καρδιά κι όχι στο κεφάλι, ενώ είχα πάρει απόφαση από τα πριν να πυροβολήσω το δίχως άλλο στο κεφάλι, και μάλιστα στο δεξί μηνίγγι. Σαν τ’  ακούμπησα στο στήθος, περίμενα κάνα δυο δευτερόλεπτα και το κερί μου στο τραπέζι κι ο τοίχος μπροστά μου, αρχίσανε να τρέμουν και να ταλαντεύονται. Βιάστηκα να πατήσω τη σκανδάλη.
Στο όνειρο τυχαίνει καμιά φορά να πέσετε από μεγάλο ύψος ή να σας σφάζουν ή να σας χτυπάνε, δε νιώθετε όμως ποτέ σας πόνο, εκτός αν γίνει κάπως και χτυπήσετε πραγματικά στο κρεβάτι· τότε  θα νιώσετε πόνο, και σχεδόν πάντα ο πόνος αυτός θα σας ξυπνήσει. Το ίδιο έγινε και στο δικό μου όνειρο· πόνο δεν ένιωσα, μου φάνηκε όμως πως με τον πυροβολισμό μου όλα μέσα μου τραντάχτηκαν κι όλα ξάφνου σβήσανε κι έγινε γύρω μου σκοτάδι μαύρο. Λες κι είχα τυφλωθεί κι ήμουν μουγγός, και να  ΄μαι που βρίσκομαι ξαπλωμένος ανάσκελα σε κάτι σκληρό. Τεντωμένος, δε βλέπω τίποτα και δεν μπορώ να κάνω την παραμικρότερη κίνηση. Γύρω μου περπατάνε και φωνάζουν, μιλάει με τη χοντρή του φωνή ο λοχαγός,  στριγγλίζει η νοικοκυρά – και ξάφνου πάλι μια διακοπή και να ΄μαι πια που με κουβαλάνε μετά σ’  ένα κλειστό φέρετρο. Κι εγώ νιώθω πως τραμπαλίζεται το φέρετρο και το συλλογίζομαι αυτό , και ξάφνου, για πρώτη φορά, με κεραυνώνει η σκέψη πως έχω πεθάνει, έχω ολότελα πεθάνει, το ξέρω αυτό και δεν αμφιβάλλω καθόλου, δε βλέπω και δεν μπορώ να κινηθώ, κι ωστόσο νιώθω και συλλογίζομαι. Γρήγορα όμως συμβιβάζομαι μ’  αυτήν την κατάσταση και, όπως γίνεται συνήθως στα όνειρα, δέχομαι την πραγματικότητα, χωρίς αντιρρήσεις.
Και να που με παραχώνουν μέσ’ στη γη. Όλοι φεύγουν, είμαι μόνος, εντελώς μόνος. Δε σαλεύω. Πάντοτε, όταν τύχαινε να σκεφτώ στον ξύπνιο μου  πως θα με θάψουνε στο μνήμα, τότε το μόνο που φανταζόμουνα πως θα ΄χε το μνήμα ήταν η υγρασία και το κρύο. Έτσι και τώρα, ένιωσα να κρυώνω πολύ, ιδιαίτερα στ’  ακροδάχτυλα των ποδιών μου, δεν ένιωσα όμως τίποτ’ άλλο.
Ήμουν ξαπλωμένος και – περίεργο – δεν περίμενα τίποτα, το δεχόμουνα χωρίς αντιρρήσεις πως ένας νεκρός δεν έχει να περιμένει τίποτα. Είχε όμως υγρασία. Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε – μια ώρα ή μερικές μέρες ή πολλές μέρες. Και να που ξαφνικά έπεσε πάνω στο αριστερό κλειστό μου μάτι μια σταγόνα νερό – πώς πέρασε μέσ’  απ’  το καπάκι του φέρετρου; - σ’  ένα λεπτό κι άλλη σταγόνα το κατόπι της, ύστερα και τρίτη σαν πέρασε κι άλλο λεπτό και συνεχίστηκε έτσι το πράμα: κάθε λεπτό και σταγόνα. Μια μεγάλη ανατριχίλα φλόγισε ξαφνικά την καρδιά μου και ξάφνου ένιωσα στην καρδιά μου έναν σωματικό πόνο: «Είναι η πληγή μου», σκέφτηκα, «είναι που πυροβόλησα, η σφαίρα είναι μέσα»…  Κι η σταγόνα όλο κι έσταζε κάθε λεπτό κι έπεφτε ίσια στο κλειστό μου μάτι. και ξαφνικά έκανα μια επίκληση, όχι με τη φωνή μου, γιατί ήμουνα ασάλευτος, μα μ  όλη μου την ύπαρξη, στον κυρίαρχο όλων εκείνων που μου συμβαίνουν:
«Όποιος κι αν είσαι, αν υπάρχεις, και αν υπάρχει κάτι πιο λογικό απ’  αυτό που γίνεται τώρα, άφησε αυτό το λογικό να με προστατέψει. Αν πάλι μ’  εκδικείσαι για την ανόητη αυτοκτονία μου, με την τραγελαφικότητα και τον παραλογισμό των όσων μου συμβαίνουν και θα μου συμβούν, τότε να ξέρεις πως ποτέ κανένα μαρτύριο, ό,τι και να βρεις, δεν θα μπορέσει να συγκριθεί με την περιφρόνηση που θα νιώθω για σένα, το δήμιό μου, όσα εκατομμύρια χρόνια κι αν περάσουν».
Έκανα αυτή την επίκληση και ησύχασα. Σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό συνεχίστηκε μια βαθιά σιωπή και μάλιστα έπεσε κι άλλη σταγόνα, όμως εγώ το ήξερα, το ΄ξερα απερίφραστα κι ατράνταχτα, και το πίστευα πως το δίχως άλλο όλα θ’  αλλάζανε τώρ’   αμέσως. και να που ξαφνικά ανοίχτηκε ο τάφος μου. Δηλαδή, δεν ξέρω αν τον είχαν ανοίξει σκάβοντας, με πήρε όμως κάποιο σκοτεινό και άγνωστο για μένα πλάσμα και βρεθήκαμε στο διάστημα. Ξαφνικά ανέβλεψα. Ήταν νύχτα βαθιά και ποτέ, ποτέ ως τα τώρα, δεν είχε ξαναγίνει τέτοιο σκοτάδι! Προχωράγαμε με τρομερή ταχύτητα στο διάστημα και βρισκόμασταν κιόλας μακριά απ’  τη Γη. Δε ρώταγα τίποτα εκείνον που με πήγαινε, περίμενα και ήμουν περήφανος. Πάσχιζα να πείσω τον εαυτό μου πως δε φοβάμαι και αναρρίγησα σύγκορμος από ενθουσιασμό στη σκέψη πως δε φοβάμαι. Δε θυμάμαι πόσην ώρα πετάγαμε έτσι κι ούτε μπορώ να φανταστώ· όλα γίνανε όπως γίνονται στα όνειρα, όταν πηδάς πάνω απ’  το διάστημα και το χρόνο και πάνω απ’   τους νόμους της ζωής και της λογικής, και σταματάς μονάχα σε ορισμένα σημεία που λαχταράει η καρδιά σου. (…)


για περισσότερα....
 μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου
εκδόσεις Γκοβόστη

21.11.17

Το τραγούδι της Μαργαρίτας, από τον Φάουστ του Γκαίτε

ή ένας ύμνος στην άνευ ορίων και όρων αγάπη
το μοναδικό όπλο εξανθρωπισμού
(με τη συνέργεια, βεβαίως, του Σκότους)
... 
Γ.Δ.
Μαργαρίτα
(μονάχη στο ροδάνι της)

Η ησυχία μου πάει
βαριά μου είναι η καρδιά
δεν την ξαναβρίσκω
ποτέ, ποτέ μου πια.

Σαν δεν είναι μαζί μου
χάρος είν’  η ζωή μου,
όλη γύρω  η πλάση
σαν να μου ΄χει χολιάσει.

Η ησυχία μου πάει
βαριά μου είναι η καρδιά
δεν την ξαναβρίσκω
ποτέ, ποτέ μου πια.

Αυτόν στο παραθύρι
να βγω μονάχα βγαίνω,
έξω στο δρόμο μόνο
γι’  αυτόν πηγαίνω.

Το αγέρωχό του βήμα
το ευγενικό κορμί
και το χαμόγελό του
και της ματιάς η ορμή.

Κι η μαγεμένη βρύση
που τρέχει απ’  τη μιλιά του
κι όπως το χέρι σφίγγει
και, αχ, το φίλημά του.

Η ησυχία μου πάει
βαριά μου είναι η καρδιά
δεν την ξαναβρίσκω
ποτέ, ποτέ μου πια.

Το στήθος μου σε κείνον
να ορμήσει λαχταρά,
αχ, να μπορούσα πάντα
να τον κρατώ σφιχτά.

Και όσο, όσο θέλω
γλυκά να τον φιλώ,
και μέσα στα φιλιά του

να σβήσω, να χαθώ!
από τη μετάφραση του Κ. Χατζόπουλου
(εκδόσεις Γκοβόστης)

16.11.17

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, από τα Εικοσιένα Χάικου

1.
Τὸ ἀχνὸ ροδάκινο
Χαμογελᾶ
Στο κόκκινο μῆλο.

(Οἱ ὡραῖες καὶ τρυφερὲς δὲν φοβοῦνται 
τὶς ἐκτυφλωτικὰ ὡραῖες.)

5.
Σὲ ὕπνο ποντικιῶν
Κοιμισμένος γάτος
Ὀνειρεύεται.

(Γιὰ ὅσους ἀγαποῦν ἀπελπισμένα
καὶ παράλογα.)

6.
Ἀσημένια πλάτη
Σκυφτὸς ἱππέας
Κολυμβᾶ πηδώντας.

(Γιὰ ὅσους γονατισμένοι ἱκετεύουν
τὸν ἔρωτα.)

7.
Ἔναστρος κόλπος
Αἰδοῖον φέγγος
Κοχυλάκι βουίζει.

(Γιὰ ὅσες κλείνουν τὴν πόρτα 
τοῦ μπάνιου, γιὰ να μὴν ἀκούγονται.)

14.
Βαμμένα νύχια κόκκινα
Στοῦ ὕπνου τὰ φύλλα
Ἀσπρίζουν.

(Γιὰ ὅσες κοιμοῦνται μὲ τὸ χεράκι 
ἀνάμεσα στὰ πόδια τους.)

18.
Γυμνὸ φουστάνι
Λόφους καὶ κόλπους
Πόδια χρυσᾶ στολίζει.

(Γιὰ ὅσες ντύνονται ὡραῖα, ἀμὲ ἡ ἀνώτερη
ὀμορφιά τους εἶναι ἡ γύμνια τους.)

ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ΧΑΪΚΟΥ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΑ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, 2014



15.11.17

Διονύσιος Σολωμός, Εἰς Φραγκίσκα Φράῖζερ

(θυγατέρα τοῦ Ἄγγλου διοικητῆ τοῦ νησιοῦ)
Μικρός προφήτης ἔριξε σὲ κορασιὰ τὰ μάτια
καὶ τοὺς κρυφούς του λογισμοὺς χαρὰ γιομάτος εἶπε:
"Κι ἄν γιὰ τὰ πόδια σου, καλή,  κι ἄν γιὰ τὴν κεφαλή σου
κρίνους ο λίθος ἔβγανε, χρυσό στεφάν' ὁ ἥλιος,
δῶρο δὲν ἔχουνε για Σὲ καὶ γιὰ τὸ μέσα πλοῦτος.
Ὄμορφος κόσμος ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος!"'
1849
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...