12.7.18

Ευχή

Στην Ε. Ζ.
Να αποκαταστήσουμε τη μάνα μας...
Αυτή που γίναμε
Κι αυτή που δεν έχουμε γίνει ακόμα
Αυτή που στην κοιλιά της κλωτσούσαν μπρατσάκια και πατούσες
Κι άλλαζε θέση το σπαργανο που μετά αναζητούσε μόνο μάτια
Όλη η ζωή ξετυλίγεται σε δυο μάτια
Για δυο μόνο μάτια
Για ένα βλέμμα που χορεύουν δυο σπίθες φωτιάς
Τα μάτια της μάνας τα μάτια
Που τρυπάνε  το πιο πονεμένο βάθος
Αυτό το βάθος  που σε γέννησε  φως μου
Που με ξέσκισε και μ’ ανάστησε
Που μ’ αγκάλιασε όταν δεν είχα καμία ελπίδα

Να αποκαταστήσουμε τη μάνα
Κι αυτή που δεν κοίταξε
Κι αυτή που δεν χάιδεψε
Κι αυτή που λύγισε και δεν τα κατάφερε
Κυρίως αυτή
Τη μάνα που έσφαλε
Κι αυτή που παρέδωσε τη μουγγή της κόρη στον πόλεμο
Κι αυτή που διαμέλισε ενα φτωχό κουφάρι από μανία θεού
Κι αυτή που σκότωσε τα παιδιά της και δραπέτευσε στο χρόνο
Κι αυτή που που τόσο πολύ χλευάστηκε γιατί σε γέννησε
Και με γέννησε
Μοιράστηκε αίμα μαζί σου κι οξυγόνο
άνοιξε ακούσια την  πόρτα της τύχης  σου
Τον Μουσαίο σταλαξε αντί φιλί στη γλώσσα
Κι από τους πόρους του κορμιού της ξεδακρυσε αυτό το αρχαίο ρίγος
Άλλων μανάδων την κραυγή κι άλλων παιδιών τα πάθη
Κι άλλων προγόνων τόσα δόρατα και ραγισμένες ζωές

Να αποκαταστήσουμε τη μάνα
Εκεί στην θάλασσα ψηλά
Να την  οιστροδοτεί ακμαίος Ποσειδώνας
Να οργιάζει μαζι της  ο Αίολος
Κι εκείνη να χύνει ιάματα
Απο τις θηλές  της γαλαξίες
Στον κόλπο της να στροβιλίζονται   ήλιοι ηδονής
Και το ακατόρθωτο μέσα στη γλώσσα της πάντα κατορθωτό
Άλλοτε φιλί άλλοτε πάλη
Άλλοτε απ’ το έρκος ράβδισμα  με το χρυσό μαστίγιο του φύλου

Στο Νάμα  το Άπαν της μάνας μου
Να αποκατασταθεί
Στη θάλασσα βουτηχτής
Στο νέκταρ των απόκρυφων φιλιών ερέτης
Φωτίτσα στο ανθρώπινο «ξανά»

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου








29.6.18

Κωστας Βρεττάκος, συνέντευξη στον. Γρήγορη Δανιήλ


Αποκλειστική  Συνέντευξη: Κώστας Βρεττάκος «Ποίηση που δεν αποστηθίζεται και δεν απαγγέλεται, δεν είναι ποίηση»

By: Γρηγόρης Δανιήλ

On: 27/06/2018

Tagged: Εκδόσεις Πόλις, Κώστας Βρεττάκος, Προστιθέμενη Αξία, Συνέντευξη






Αποκλειστική Συνέντευξη: Κώστας Βρεττάκος «Ποίηση που δεν αποστηθίζεται και δεν απαγγέλεται, δεν είναι ποίηση»


«Η προσωρινότητα αποτέλεσε πάντοτε εσωτερική μου επιλογή. Γι’ αυτό φρόντιζα να ακυρώνω σιωπηλά όλες τις επιτυχίες που είχα κατά καιρούς…Πάντοτε περαστικός. Μου αρέσει η έκφραση και δεν διστάζω να την επαναλαμβάνω».


Ο Κώστας Βρεττάκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Αθήνα και τη Ρώμη. Εκδότης για 16 χρόνια στα Τρία Φύλλα. Διετέλεσε επιμελετής εκδόσεων, διαφημιστής, φωτογράφος, δημοσιογράφος και ποιητής (δύο ποιητικές συλλογές «Ανάριθμα», 1971 και «Ανάριθμα Β'»,1977). Το 1989 εργάστηκε ως σύμβουλος κινηματογραφίας του ΥΠ.ΠΟ, ενώ για την 7ετία 1991-1998 υπήρξε πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Έχει τιμηθεί για το βιβλίο του «Ασκήσεις Περιέργειας» με το βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών.





Ένα άκρως συνοπτικό βιογραφικό για μια πολυσήμαντη προσωπικότητα που η αύρα της μαγνητίζει. Ο ξεχωριστός Κώστας Βρεττάκος έρχεται σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο The Look.Gr με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του «Προστιθέμενη Αξία» από τις εκδόσεις Πόλις, που είναι μια επετειακή ανασκόπηση της ζωής του ποιητή. Άλλωστε όπως μας «εξηγεί» κι ο ίδιος: «Η ποίηση δεν προσφέρεται σε επιπόλαιες συγκινήσεις. Σκέψεις καταγράφει, πικρές κι αισιόδοξες συχνά. Θνήσκοντα αισθήματα Αναλαμπές αισιοδοξίας διαπιστώσεις ήττας».






1. Παρόλο που είστε ένας πολυπράγμων άνθρωπος δηλώνετε στον πρόλογο του βιβλίου σας πραγματικά ανεπάγγελτος. Καμιά συντεχνία δεν με κατέγραψε στην επετηρίδα της». Τι όμορφα ακούγεται αυτό και πόση ελευθερία περιέχει! Που πιστεύετε όμως πως θα σας καταχωρίσουν οι κατοπινοί;






Ο ίδιος δεν δήλωσα ποτέ πολυπράγμων. Με φοβίζει η λέξη με το συνθετικό πολύ…. Άλλο πράγμα η πολυπραγμοσύνη, κι άλλο η ιδιότητα του ανεπάγγελτου. Τώρα που αγγίζω το προσδόκιμο, προτιμώ να συμμετέχω στα δρώμενα με την ιδιότητα του «εκτός συναγωνισμού». Είναι μια έκφραση που χρησιμοποιείται για τις ανεπίσημες συμμετοχές στον αθλητισμό. Αποφεύγω έντεχνα να δηλώσω ακόμη και το αγώνισμα στο οποίο συμμετέχω. Δεν δήλωσα φωτογράφος, σκηνοθέτης, μυθιστοριογράφος, ή ποιητής. Μιλώ για τοπία, για αόριστες μυθιστορίες, για ποιητικές προσεγγίσεις. Αποτελεί μια διάσταση απόλυτης ελευθερίας, ζηλευτής «όπως την ονομάζετε, αλλά όχι απόλυτα νόμιμης με τα υπάρχοντα μέτρα. Την προτιμώ όμως γιατί μου επιτρέπει να αδιαφορώ για το, αν και με ποιο τρόπο, κάποια στιγμή θα περιληφθώ σε κατατακτήριες λίστες.










2. Αναφέρετε πως το βιβλίο σας «Προστιθέμενη αξία», είναι μια επετειακή έκδοση για να γιορτάσετε τα ογδόντα σας χρόνια. Μιλήστε μας λίγο διεξοδικά για το πως πήρε σάρκα και οστά αυτό το εγχείρημα.






Θα ήθελα να είναι επετειακό, όπως το λέτε, (αυστηρά οικογενειακό θα προσέθετα), αλλά δεν είναι! Δεν πρόκειται για την περιορισμένη έκδοση που είχα φανταστεί. Εκτίθεμαι στη δημόσια κρίση ανακυκλώνοντας υλικά έξι δεκαετιών σε έναν διαρκή ενεστώτα χρόνο. Η «Προστιθέμενη αξία» είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού. Προέκυψε τυχαία από την δημιουργική περιέργεια ενός εκδότη, που εμπιστεύτηκε την έμπνευση ενός ογδοντάχρονου φίλου του. Αυτή είναι και η προστιθέμενη αξία της έκδοσης.






Εικόνα πρώτη, Δεκέμβρης του 1944. Στους ώμους του πατέρα μου Νικηφόρου, την νύχτα της απελευθέρωσης από την γερμανική κατοχή στην πλατεία Συντάγματος. Ανεμίζω κι εγώ τη σημαία με το σφυροδρέπανο.






3. «Δε διαθέτω προσωπικό αρχείο. Ως συλλέκτης μνήμης προφανώς λειτούργησα». Αν σας ζητούσα 5 ενσταντανέ της ζωής σας που μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη σας, ως φορτίο παντοτινό ποια θα ήταν;






Απειλούμαι από τα εισαγωγικά! Η ανακριτική μέθοδος σας είναι εξαιρετικά μεθοδική. Θέλετε να ξεψαχνίσετε τις γεροντικές μου προθέσεις χρησιμοποιώντας αποσπάσματα σκέψεων, νεανικών η πρόσφατων που περιέχονται στον πρόλογο «Της προστιθέμενης αξίας». Να ξυπνήσετε εικόνες καταχωνιασμένες επιμελώς στις κρύπτες της μνήμης μου, παραβιάζοντας το απόρρητο τους, παρ’ ‘ότι γνωρίζετε πως υπάρχουν μυστικά που δεν δημοσιοποιούμε ποτέ. Δεν θα αναφερθώ σε πέντε σημαδιακά γεγονότα όπως μου ζητάτε, γιατί μου είναι δύσκολο να ξεσκαρτάρω τις τελευταίες μου αμφιβολίες. Θα περιοριστώ μόνο σε δύο. Τα χωρίζουν μόνο λίγοι μήνες. Εικόνα πρώτη, Δεκέμβρης του 1944. Στους ώμους του πατέρα μου Νικηφόρου, την νύχτα της απελευθέρωσης από την γερμανική κατοχή στην πλατεία Συντάγματος. Ανεμίζω κι εγώ τη σημαία με το σφυροδρέπανο. Εικόνα δεύτερη. Λίγους μήνες αργότερα, παιδί ασυνόδευτο, ανηφορίζω την λεωφόρο Αλεξάνδρας μαζί με χιλιάδες κόσμο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές Αβέρωφ ανεμίζουν τα σεντόνια τους από τα κάγκελα. Το γήπεδο του Παναθηναϊκού γεμίζει. Κοπέλες σχηματίζουν με λουλούδια την λέξη Καισαριανή. 0 κόσμος γονατίζει. Η φωνή του διασχίζει σαν ποτάμι το κέντρο της Αθήνας. «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς».













4. «Σε άσυλο λησμοσύνης περιδιαβαίνω…», στίχος από νεανικό σας ποίημα. Γιατί αυτή η έκδηλη αγωνία στο αιμοχαρές παιχνίδι μνήμης και λήθης σας απασχόλησε από τόσο νωρίς.






Νομίζω πως έχω απαντήσει. Η αποστρατεία της γενιάς μου έγινε με συνοπτικές διαδικασίες, αλλά το ξέπλυμά της κράτησε τρεις δεκαετίες. Το τέλος της δικτατορίας μάς βρήκε θλιβερά ανάπηρους με παράσημα χωρίς αντίκρυσμα.


Το γεγονός ότι μετά από εξήντα χρόνια ανακυκλώνω διαπιστώσεις της νεότητας μου και σταματάω μπροστά στο ίδιο μετέωρο «και…», φανερώνει ότι υπάρχει ακόμη κάποια ανεξόφλητη υποχρέωση. Λογαριασμός που δεν θα κλείσει ποτέ. Τα σκληρά παιχνίδια των επιλογών ή παίζονται πολύ νωρίς, η παρασιωπούνται για πάντα.






Το απελπιστικά μικρό κοινό του σημερινού ποιητικού λόγου, είναι αποτέλεσμα της μηδενικής του χρηματιστηριακής του αξίας.






5. Ζώντας σ’ ένα ποιητικά περιβάλλον δηλώνετε πως υπήρξατε κυρίως αναγνώστης. Σήμερα τα ποιητικά χείλια είναι πολλά κι αντίστοιχα το κοινό της λιγοστεύει. Που πιστεύετε πως οφείλεται αυτή η αναντιστοιχία σε σχέση με το παρελθόν;






Φοβάμαι πως δεν νομιμοποιούμαι να απαντήσω στο ερώτημα σας, Δεν γνωρίζω καλά τη σημερινή γλώσσα των αναγνωστών. Σήμερα υπάρχουν άπειρες πληροφορίες αλλά απουσιάζει η μυθολογία. Προσωπικά πιστεύω, πως δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογοτεχνία όταν δεν διαβάσει έγκαιρα τον « Ροβήρο τον κατακτητή» του Ιουλίου Βερν και τον «Μόγλη» του Κίπλινγκ. Εγώ, δυστυχώς, τώρα μόνο το ρόλο του παλιατζή μπορώ να παίξω. Έχω παλιομοδίτικες απόψεις. Ποίηση που δεν αποστηθίζεται και δεν απαγγέλεται, δεν είναι ποίηση. Το απελπιστικά μικρό κοινό του σημερινού ποιητικού λόγου, είναι αποτέλεσμα της μηδενικής του χρηματιστηριακής του αξίας. Αποτελεί μέρος μιας παιδείας που ατρόφησε και δεν συμβάλλει πια στην διαμόρφωση και την ανάπτυξη της σύγχρονης σκέψης. Κάποτε, κωδικοποιούσε αισθήματα και ανθρώπινες συμπεριφορές. Σήμερα είναι ένα απλό προϊόν που λειτουργεί με τους κανόνες πνευματικού σούπερ-μάρκετ.










6. Ένα σας ποίημα τιτλοφορείται «Παραλείψεις». Με αφορμή τον τίτλο αλλά και το θέμα του ποιήματος, πιστεύετε πως έχετε κάνει κάποια σημαντική παράλειψη στη ζωή σας;






Μόνο μία; Μια σειρά από παραλείψεις συνθέτουν το βιογραφικό μου. Σημαντικές ή ασήμαντες, έχουν δημιουργήσει τόσα κενά που όσο κι αν τρέχω δεν προλαβαίνω να τα κλείσω. Αν έπρεπε να προχωρήσω σε μια αναγκαστική ανθολόγηση του βίου μου θα παρέπεμπα σ’ αυτό το ολιγόστιχο ποίημα. Σε λίγες φράσεις ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής των προσωπικών μου παραλείψεων. «Πάντα πριν από την αναχώρηση ξεχνάμε πράγματα στοιχειώδη κι απαραίτητα…, πράγματα από καιρό ετοιμασμένα. Πάνω στο ράφι, πάνω στο τραπέζι, ακόμη και στο πάτωμα ριγμένα, πράγματα στοιχειώδη. Απαραίτητα για το ταξίδι».










7. «Καλύτερα η αιχμαλωσία στο λιμάνι από την περιπλάνηση…. έτσι κι η Ελευθερία αποχτάει κάποιο νόημα». Ποιο είναι το νόημα της ελευθερίας και σε ποιες φάσεις της ζωής σας νιώσατε περισσότερη ασφάλεια στο λιμάνι απ’ ό,τι στ’ ανοιχτά;






Ελευθερία είναι δυνατότητα της ανεμπόδιστης επιλογής. Όταν μπορείς ανεπηρέαστα να μετράς και να ξαναμετράς τις δυνάμεις σου από την αρχή. Κάθε νέα εκκίνηση περνάει από το αναγκαστικό σκοτάδι της απομόνωσης. Χωρίς δεσμεύσεις και ψυχικούς καταναγκασμούς. Δίχως προαπαιτούμενα και άχρηστους βιασμούς για την νομιμοποίηση της χειραφέτησης που δικαιούσαι. Δεν είναι λίγες οι φορές που αναμετριόμαστε με τις αντοχές μας. Η παρανομία αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας. Ο συμβιβασμός καραδοκεί σε κάθε μας βήμα. Πόσες συναλλαγματικές δεν έχουμε υπογράψει άθελα μας.






Η νοσταλγία δεν αποτελούσε ένα σοβαρό κίνητρο για την επιστροφή μου στους χώρους που κάθε φορά εγκατέλειπα. Μου έφτανε να βγάλω για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό.






8. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στην ύστατη συλλογή του, «Συνάντηση με τη θάλασσα», αναφέρει σε κάποιο ποίημα της «Ανεβαίνοντας στις κορφές -να πλησιάσω τον ουρανό – και μιλώντας διαρκώς για βουνά, σε αδίκησα». Εσείς ποια καλλιτεχνική σας υπόσταση νιώθετε πως έχετε αδικήσει.






Αυτή που δεν γνώρισα ποτέ! Δεν αδίκησα καμία. Οι επιλογές μου υπήρξαν συχνά ευκαιριακές. Ακολουθώντας ίσως στόχους που δεν απαιτούσαν καμιάν ισχυρή αφοσίωση. Γι’ αυτό και τους εγκατέλειψα με τόση ευκολία. Δίχως πρόσθετες τύψεις, πέρα από τον πρόσκαιρο αποπροσανατολισμό της αλλαγής. Νομίζω πως κανείς δεν με υποχρέωσε να παρατήσω τις πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες με τις οποίες ευκαιριακά, όπως φαίνεται, ασχολήθηκα. Θυμάμαι την ειλικρινή απορία του σπάνιου ανθρώπου Τάκη Λαμπρία, όταν ξαφνικά του ανήγγειλα ότι δεν με ενδιέφερε να συνεχίσω το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Δεν νομίζω πως με πίστεψε! Η νοσταλγία δεν αποτελούσε ένα σοβαρό κίνητρο για την επιστροφή μου στους χώρους που κάθε φορά εγκατέλειπα. Μου έφτανε να βγάλω για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό. Η έλλειψη φιλοδοξίας αποτελεί συχνά μια εσωτερική παραίτηση που δεν ελέγχεται. Θα μπορούσα ίσως να γίνω ένας επιτυχημένος τυχοδιώκτης.










9. «…θα βρεις κάτι από τη γεύση εκείνου που ακόμη εξακολουθείς ακόμη ν’ αποκαλείς Ελλάδα». Ποιες «γεύσεις» πιστεύετε πως χάθηκαν στην σημερινή Ελλάδα.






Με τις εύστοχες ερωτήσεις σας με παρασέρνετε σε εύκολες σοφιστίες. Προς όφελος των αναγνωστών φυσικά που έχουν ανάγκη από μια ζωντανή κουβέντα. Ακούγοντας ή διαβάζοντας σήμερα τα λόγια ενός γραφικού ογδοντάρη που μιλάει για ποίηση, δεν νομίζω πως περιμένουν να ακούσουν κάτι που να επανακαθορίζει θετικά την άποψη που έχουν η δεν έχουν σχηματίσει γι αυτήν. Αυτό είναι έργο «των μελλοντικών δασκάλων» όταν θα ξαναγραφτεί από την αρχή το ωρολόγιο πρόγραμμα. Όταν αναφερόμαστε σε γεύσεις πνευματικές προσπαθούμε να αναστηλώσουμε εικόνες και ορισμούς που έχουν εκλείψει. Ο τσίγκινος μαστραπάς της Μονής του Φιλοσόφου ο δεμένος με αλυσίδα από τη ρίζα του αιωνόβιου πλάτανου, προσφέρει την γεύση της γάργαρης μνήμης. Και οι εικόνες συλλαβίζοντας αρκεί ν’ ανακαλύψουμε το μέτρο, όπως οι ανώνυμοι στιχουργοί ανακάλυψαν τον δεκαπεντασύλλαβο.






Οι επιλογές μου είναι φανερό πώς λιγοστεύουν. Είμαι εκτός εποχής. Δεν έχω ούτε καν την πολυτέλεια του μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού.


10. Πως γίνεται σε ένα κόσμο που νοιάζεται μονάχα για το ναι, η όποια ανθρώπινη ενοχή να σε ακολουθεί ισόβια; Στη δεσμευτική επιλογή του ναι οφείλονται οι ενοχές που κουβαλάμε;






Ο δρόμος του ναι είναι ο κανόνας. Αυτός διαμορφώνει το τοπίο στο οποίο ζούμε. Η άρνηση του το μόνο που παράγει είναι ένα περίσσευμα ενοχής. Είναι απρόβλεπτη σαν το αντιμάμαλο και δεν ξέρεις που θα σε βγάλει. Ο χρόνος της ανθρώπινης ζωής δεν προσφέρεται στην πολυτέλεια των αναθεωρήσεων. Μικροδιευθετήσεις γίνονται. Μερεμέτια.









11. Σε ποια πράγματα στη ζωή σας βάζετε προστιθέμενη αξία;






Σε όσα μου επιτρέπεται και σε όσα μπορώ. Οι επιλογές μου είναι φανερό πώς λιγοστεύουν. Είμαι εκτός εποχής. Δεν έχω ούτε καν την πολυτέλεια του μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού.










12. Κλείνουμε τώρα την κουβέντα, έχοντας μόνο στο μυαλό μας την ευοίωνη προοπτική και τη συνεχίζουμε σε δυο χρόνια. Τι θα ‘χει αλλάξει τότε στον Κώστα και τι στον συγγραφέα Κ. Βρεττάκο.






Δεν χρειάζεται να περιμένετε δυο χρόνια. Όταν έλαβα την πρόσκληση σας είχα μεταφερθεί ήδη στα επείγοντα περιστατικά του Αιγινίτειου νοσοκομείου. Από δω και μπρος όλοι οι προγραμματισμοί μου είναι σχετικοί. Οι αλλαγές δεν μας προειδοποιούν.
– Σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να πραγματοποιήσω μια τόσο ενδιαφέρουσα κουβέντα. Θα χαιρόμουν αν μετά από δύο χρόνια ήμουν σε θέση να δεχτώ μια νέα ευγενική σας πρόσκληση.
– Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κι εγώ με τη σειρά μου κ. Βρεττάκο. Ήταν τιμή μου αυτή η συνέντευξη. Η πρόσκληση ισχύει για όποια στιγμή θελήσετε να μοιραστείτε μαζί μας τον σπάνιο λόγο σας. Να ‘στε πάντα καλά.









Το βιβλίο του Κώστα Βρεττάκου «Προστιθέμενη Αξία», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

17.6.18

Το ψάρι που τραγουδαει

Από όλα τα παράδοξα της ζωής μου
Ετούτο είναι το πιο αξιομνημόνευτο
Ήμουν  παιδί πριν το σχολειό
Με τη μητέρα μου εκδρομή στα συδεντρα κοντά μιας φημισμένης λίμνης
Κι εκει που  περπατούσαμε κι αγνάντευε εκείνη  τις λεύκες ευθυτενεις
Να θροιζουν πάνω απ’ το κεφάλι στη  γλώσσα τους με κεντημένα ερωτόλογα
(Που φαίνεται οτι τα νιώθαμε κι εμειις γιατί σχεδόν ψιθύριζαμε αναμεταξύ μας  θαυμαστικες φωνούλες
- η μητέρα φορούσε την κοντή κόκκινη ζακέτα και μια φούστα κλος που ριγουσε με το παραμικρό φύσημα
Κι ήταν  αφύσικα ευδιαθετη και μου κρατούσε το χέρι μαλακα χωρις βία όλως περιέργως
Γιατί συνηθως είχε φόβο
Ότι θα με τραβήξει απότομα κάποιος κρυφός βοριάς ας πούμε  ή θα με συρουν ξωτικά για πάντα στις φωλιες τους  και θα με κάνουν τρελή )
Εκεί που περπατούσαμε λοιπόν
τράβηξα απότομα τα δαχτυλάκιαα μου απ’ το χέρι της
Τόσο γρήγορα όσο περνάει απ’ τη ματιά μια γερακίνα
Κι έφυγα τρέχοντας  χρεμετιζοντας σαν άλογο
Καταπάνω  στο μικρό μονοπάτι πιλαλωντας
Δοσμενα αδιαπραγμάτευτα
Όπως στον  οργασμο
όταν κοιτάς στα ματια το αγαπημένο πρόσωπο
Κι οι θερμες αναβρες της ζωής αντιδοτουν τον θάνατο
Χορευοντας στο αχατι του υαλωδους

Η μανούλα μου έβγαλε μια κραυγή τρόμου
Κι έτρεξε στο κατόπι  μου
Αλλα ήταν το μονοπάτι δαιδαλώδες
Και μ’ έχασε αμέσως
Ακουγα ανάμεσα στα φυλλώματα τη φωνή της
Μα έπαιζα πια κυνηγητο κι ηταν ωραία

κυλαει αυλάκια ο ιδρωτας κι η αναπνοή βαραίνει
πέφτουν πάνω μου βρυα λυγαριές δεντρόπουλα
ξεφεύγω στριβω κι η φωνή της μάνας  αργοπορεί

Ώσπου τα βήματα μου σταμάτησαν  σ’ ένα ξέφωτο
Λίμνη κρυσταλωτή και πάνω της πλατάνια
Κι η αντανάκλαση χωρίς ρυτίδα ανέπαφη από πλάνες
Το πάνω το κατω ένα και το αυτό
Και μόνο δυο ελάφια που επιναν νερό
Τσαλάκωναν με τις γλώσσες τους το αχόρταγο Ένα
Σήκωσαν το λαιμό με μια ρυπη με είδαν και χαθήκαν
Η σιωπή έγινε άρωμα  ιάμβου

Και  τότε ανάμεσα στο πράσινο και το ουρανί
Ένας σπασμός ράγισε το νερο
Και αναπήδησε ένα ψάρι
Δεν μ’ είχε δει ή με ανέχτηκε · ποιος ξέρει ·
Κι άρχισε να χορεύει και να τραγουδά
Στον πρώτο ρυθμό που άκουσε ποτε η καρδιά μου
Η ουρά του κρουστή
Το στόμα του λάλο
Και το κορμί του παρθένος χρυσός
Με γραμμώσεις κόκκινες
Έλεγε ένα τραγούδι που δεν θυμαμαι πια
Κι αδυνατώ να το περιγράψω ασφαλώς
Αλλά τ’ αυτιά μου γιναν του ελαφιού
Η οσφρηση μου αλόγου
Τα μάτια της μου έδωσε η γερακινα που κοιτούσε από ψηλά
Κι όλα τα ρω του κόσμου ήρθαν και γλυστρησαν από τους υδρατμούς μέσα στον ουρανίσκο μου
Κι έγιναν σάλιο μου έκτοτε

Το ψάρι τραγουδούσε ώρα
Κι αναπηδούσε στον αέρα
Μεχρι που κουράστηκε και μ’ ένα λυγμό  βύθισε το κορμί του στο νερό

Κι ύστερα πάλι γυαλί ο κόσμος αχάραγο
Κι από μακριά ξεπρόβαλε η φωνή της μητέρας

Έτσι έγινε λοιπόν
Λίγο πριν  πέσω στον κόσμο
Το ψάρι που τραγουδάει
Έτυχε να συναντήσω μια μέρα εκθαμβωτική
Και πρώτη φορά το λέω και το ομολογώ....

Γεωργία Δεληγιαννοπουλου











15.6.18

ο αντίπαλος

Φιλος  μου ποτε
Ούτε κι εχθρός
αντίπαλος , ναι
Ισχυρός όσο  εγω και λίγο πιο πολύ
Τόσο που να  με συντριβει στα μαύρα  χαλίκια
Εκει που πέφτεις ηττημένος από την ασκημια και τη δίκαιη χλεύη
Τόσο όσο να γυμνάσεις τα λυμφατικα σου δάκρυα να γίνουν πιο ισχυροί κρουνοί
Να ποτίζεται η αδικία της ζωής και να φυτρώνει ρωμη

Δεν είναι καθημερινή σχέση
Σχόλη και γυμνασιο
Δεν είναι προβλέψιμος
Είναι πάντα απρόβλεπτος μεχρι να τον μάθεις
Και  τότε  ξάφνου  διαφεύγει κι ανασυντάσσεται ξένος
Μεχρι στη στροφή του μαγικού κύκλου να εμφανιστεί πάλι
Στητος μπροστά θεόρατος
Με τα πικρα τιτάνια λόγια
Πάνοπλος όχι να σε πληγώσει μα να πληγωθεις

Τον είδα πάλι χτες
Με επισκέφτηκε απρόσμενα στο κατωφλι μου και βάλθηκε να με σακατευει
Με τόση μαύρη αλήθεια που μου αξίζε
Με τόσα γεγονότα και διαψεύσεις  στο μεδούλι
Κομματι μου η αλήθεια  του
Την προσκυνώ

Μα ξαφνικά
Με μια δικιά τους θέληση
Άρχισαν με βία να μακραίνουν τα μαλλιά μου άσπρα
Γιναν ποταμοί χειμερινοί αφρισμένοι
Κι εγω εντός τους ένα ασημένιο ψάρι
Ρωγμή στο θυμωμένο κύμα

Ιλυς κι αφροι κι αναπνοή
Κι αρχινισε ένα  τραγούδι μόνο του
Από μια  σχισμή τόση δα
Τραυματισμένου σώματος
-Πως μπορεί, Θεέ μου,  το όλον να αναβλύζει από ένα χάραμα-
Κι εκει τα ματια μου αποσύρθηκαν από τον κόσμο αυτό
Και κατοικήθηκαν αβρα
Από της λεμονιάς  τον δροσερό μίσχο

Έμεινε αυτός για λίγο
Μετέωρος άτρωτος αρραγής
Περιμένοντας να πω κάτι
Γονάτισα
Τι άλλο θες του είπα
Σε όλα  είχες δίκιο

Και τον αψήφησα
Γεωργία Δεληγιαννοπουλου

29.5.18

Παυλινα Παμπούδη, Μαργαριτα

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ


Πρασινογάλαζο φουστάνι
Ανέμισε για μια στιγμή στο χρόνο μου
Το δίδυμό του φάντασμα
Της Μαργαρίτας το γαλαζοπράσινο
Χανόταν ήδη στον ορίζοντα

Σε εκτός τόπου διακοπές, ισόβιες
Σε  παιδικότητα απόκρημνη
Στα βράχια τρέχαμε ξυπόλητες

Πάνω μας το διάφραγμα άνοιγε κι έκλεινε
Εντυπωνόταν ανεξίτηλα στη μνήμη
Ύδρα μυριοκέφαλη, ανίκητη

Η Μαργαρίτα όλο γέλια, διαλείψεις
Αντιφάσεις ήλιου – σκοταδιού
Ψέλλιζε έκθαμβη λόγια σαν ξόρκια:
Μαζί με το αντίθετό τους πάντα
Γρήγορα ειπωμένα, σκόρπια

Παίζαμε·  μεσημέρι
Στη θάλασσα ως τα μάτια, η γλαυκώπις
Έγραφε στον αφρό
Λέξη λέξη ξαγκίστρωνε τη σάρκα της
Προσκολλημένη  
Σε κάτι ογκώδες, μαύρο, απ’ το βυθό
Που δεν ερχότανε

Ύστερα, πριν νυχτώσει, έφυγε

Με το φλεγόμενο οξυγόνο
Άλω γύρω της - διαμαρτυρία
Για το άδικο γήρας των κοριτσιών
Το επερχόμενο

Με όλα της τα μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά
Λευκά ξανά κι ανέπαφα

Γλίστρησε από άνοιγμα κρυφό στο πλάι
Κάθοδος εις Άδου
Με το κλειστό της βαγονέτο
Ξανά στη μήτρα της μαμάς της

Στη σκοτεινή οικογενειακή
Κρύπτη των συγγραφέων

(Από το ΤΟ ΜΩΒ ΑΛΜΠΟΥΜ /ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ)

23.5.18

από το  δικτυακό περιοδικό  "περι ου"

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: Δυο ποιήματα

Ας είμαστε ευχαριστημένοι με όσα κάναμε

 Από την υπέρτατη μοναξιά γεννήθηκε η αγάπη,
όμως η αγάπη έχει τις πληγές της δημοκρατίας.
Κι εγώ είτε υπάρχω είτε δεν υπάρχω, το ίδιο είναι.

Η ζέστη θα είναι ζέστη ωσότου κουραστεί.
Ο χρόνος θα είναι χρόνος μόνο για όσο θα ζούμε.
Η βιασύνη ας είναι η τελευταία  μας προτεραιότητα.

Όλοι θέλουμε να κάνουμε πολλά, αλλά κάνουμε λίγα.
Η τεμπελιά, τα εμπόδια και η έλλειψη χρόνου είναι η αιτία.
Ας είμαστε όμως ευχαριστημένοι, με όσα κάναμε.

  

Τα νησιά μου έχουν ρίζες δυνατές

Βότανα βάζω σε ζεστό νερό και πίνω.
Στο χέρι μου βιβλίο και διαβάζω.
Έτσι την μοναξιά μου σβήνω.
Έχω την πόρτα μου κλειστή και την καρδιά μου ανοιχτή.
Ακούω ράδιο παράδεισο και γράφω στίχους
στους τοίχους του μυαλού μου.
Ακούω ήχους μακρινούς και ακαθόριστους.
Δεν ξέρω του μισθού μου τ’ ακαθάριστα.

 Της σκέψης μου κάποιο γρανάζι κάνει νάζι,
μα δεν μπορεί να μη μου επιτρέπει 
να προχωρήσω, την ώρα που ο χρόνος τρέχει.
Στο μυαλό μου δεν υπάρχουν ζώνες γκρίζες .
Τα νησιά μου έχουν ρίζες δυνατές.


Βιογραφικό σημείωμα
Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης γεννήθηκε στον Κάτω Θόλο, ένα μικρό χωριό στον νομό Δράμας, την Πρωταπριλιά του 1951. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο Α.Σ.Π.Ε. Έχει εκδώσει τα βιβλία: ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΞΕΚΙΝΗΜΑ (1970), ΣΟΥΛΟΥΤΣΕΧ (Η οδύσσεια ενός Ποντίου) (1984), Ο ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (ποιήματα,1992), ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ (ποιήματα, 1997). Δημοσίευσε σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και ηλεκτρονικά).

20.5.18

Παυλινα Παμπούδη, το Πουλί ποιημα



ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχονται πάλι στ’ όνειρο τοπία

Του προγονικού πλανήτη

Πυκνοκατοικημένα απ’ τον πληθυσμό των αοράτων


Σύννεφα σε αντίθετη περιστροφή του θόλου

Σε ταχύτητες φωτός κυνηγημένα,

Στρόβιλο έντρομων πουλιών σηκώνουν

Μνήμες

Από το φτερωτό μου γένος

Του ανθρώπου


Ωδικό του κατώτερου αιθέρα

Άρπυια, ερινύα, γρύπας, φοίνικας δικέφαλος

Αδέξιο στρουθίο

Με ψιχίο του άπειρου στο ράμφος

Έξω και μέσα

Ορνιθοσκαλίσματα

Ξύνω

Λοξά στο κέλυφος

Χτυπώ

Χτυπώ


Να σπάσει

Το αυγό μου

Με το θνησιγενή του λόγου νεοσσό

Από ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΦΥΛΛΑ, 2007

9.5.18

Αιρέσεις

Αιρετικά όχι έκνομα
μιλάω για τα ταξίδια
Με οργάνωση δελφινιών και φάλαινας φυσητήρα
Βεβαιως ανορθόδοξα 
Υπάρχουν κι οι κρυφες πυξίδες
Πασχαλίτσες
Κι οι αστρολαβοι των λυγμών
Τα άλλα ας τα φέρει βόλτα η Ανάγκη
Γυρνώντας με τα πλουμιστά φουστάνια της το ρίζωμα του γαλαξία
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...