12.3.17

Μάρτυς Μάρτης


Η εποχή  πάλι κουρτίνα μεταξωτή
Πίσω της ένας θυμωμένος Μάρτιος
Το χνώτο του αρνιού
Το πάλεμα  του μοσχαριού
(το σφαχτό μου το πονεμένο)
-δεν υπάρχει θυσία χωρίς αίμα
κι όποιος λέει το αντίθετο πλανάται-
Παραμυθία;
Όχι
Η εποχή  πάντα δαντέλα σάβανο στον αιματηρό  βωμό

Χτες
στο προσκεφάλι είχα ένα έαρ ανεστραμμένο
και πολλά δάκρυα
Από αυτά που αφήνουν αύλακες στο χώμα
και δένουν τα  βουνά με δεσμούς οροσειράς
Σήμερα
ένα κορμί που γυμνώθηκε από το χιόνι
δικό μου κορμί
-πρόσφυγας σε αναμάρτητα ύψη-
επάνω στο λεπίδι της πρωίας σηκώθηκε  και περπάτησε
κι έχει μέσα του τόσο λαό να πονέσει
αμίλητη δικαιοσύνη να μιλήσει
και σκοτεινούς βόμβους να γίνουν μέλι

Αυτό ας το πούμε Άνοιξη
-ποιητική αδεία-
Τα άλλα τα αλάλητα που οι λέξεις δεν χωράνε
ας τα μαρτυρήσει ο Μάρτης
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου




3.3.17

Της σχισμής

Ι
Άλλο πεθαίνω άλλο σκοτώνω
άλλο ανασαίνω άλλο ανασταίνω
μπερδέψαμε τον κόσμο
μπερδευτήκαμε
κι η από μηχανής Περσεφόνη λάκισε
μένει τώρα μόνο Κάτω για ασφάλεια και περισυλλογή


ΙΙ
Κάθε ήττα θέλει θαυμασμό
αλλιώς πώς θα πλουτίσεις


ΙΙΙ
Σε μια σχισμή
Ανάμεσα Πάνω και Κάτω
Φύτρωσε  μια άγρια λέξη
Επαναστατώντας  στο χάσμα
Μούσκαρι
Κατεχόμενο
Από  κάποιο ποίημα


IV
Δε σε παρηγορώ
Ούτε ελπΊζω σε σένα
Τα χέρια σου είναι βαμμένα με αίμα
Απόψε όμως μπλέχτηκε  στα μαλλιά μου φτερούγισμα  πουλιών
Με νίκησε  η. ελευθερία
Δική μου η πτήση
Εσύ κοιμήσου
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

22.2.17

σε θερμοκρασία τήξης

Λιωμένη η  γνώση είναι απ' τη στέρεη  πιο δυνατή
Ελευθερώνει το σχήμα  απ' την ουσία

Αν προτίθεσαι θάνατο να της προσφέρεις 
απόθεσε τον σε θερμοκρασία τήξης 
Αμάλγαμα τόσων φιλιών εχεις απόθεμα 

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

Ιράν: ποίηση, μουσική και γυναίκα...


από αφορμή την εξαιρετική ταινία του Ασγκάρ Φαραντί "Ένας χωρισμός" και τις απορίες που μου γεννήθηκαν για τη θέση της γυναίκας στο Ιράν, αλλά και από μια άλλη αφορμή, την γνωριμία μου με έναν νεαρό Ιρανό  που τραγουδάει ιρανικά τραγούδια, βάλθηκα να ψαχουλεύω  στο διαδίκτυο :

Εδώ ένα άρθρο που βρήκα για τη θέση της γυναίκας στο Ιράν που φωτίζει πολύ σε μας τους Δυτικούς τα της ταινίας:
http://gr.euronews.com/2013/06/07/iran-s-women-discriminated-against-by-law

Εδώ το τρέιλερ:



Εδώ η Ιρανή τραγουδίστρια Σίμα Μπίνα που τραγουδά παραδοσιακά ιρανικά τραγούδια, εκτός Ιράν, μια και οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να τραγουδούν μέσα στη χώρα τους δημοσίως...
Κι ο Shahram Nazeri αμέσως μετά, συνεχιστής μακραίωνης παράδοσης...

και ένα ποίημα από το ιστολόγιο Νόστος του Ιρανού ποιητή Nima Yushij
http://noctoc-noctoc.blogspot.gr/2011/05/iranian-poetry-nima-yushij-hey-people.html
...και η Mamak Khadem!

19.2.17

Μικρό γλωσσάρι για την πρακτική συνεννόηση, Κώστα Κουτσουρέλη

από το σάιτ του Κώστα Κουτσουρέλη:

Μικρό γλωσσάρι για την πρακτική συνεννόηση





ΑΙΜΑ
νέφος κόκκινο αμίλητο
(Γκέοργκ Τρακλ)

ΒΡΟΧΟΣΤΑΛΙΔΕΣ
φλάουτα που αντηχούν στις φυλλωσιές
(Ράινερ Μαρία Ρίλκε)

ΓΛΑΡΟΙ
υστερόγραφα πλοίων
(Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα)

ΔΟΞΑ
ονόμα χαραγμένο στο νερό
(Τζων Κητς)

ΕΓΩ
αυτός που προχωρεί στο πλάι μου και δεν τον βλέπω
(Χουάν Ραμόν Χιμένεθ)

ΖΩΗ
τα ωραία σας μάτια ! οι λέξεις των παθών ! τα νόμιμα κρεβάτια !
(Κ. Γ. Καρυωτάκης)

ΗΛΙΟΣ
κιτρινισμένοι φοίνικες, καψαλισμένοι από τη νάρκη του καλοκαιριού
(Ντέρεκ Ουώλκοττ)

ΘΑΛΑΣΣΑ
ένας κάμπος χλωμός δίχως όνειρα
(Τζουζέπε Ουνγκαρέττι)

ΙΣΤΟΡΙΑ
πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες !
(Νίκος Εγγονόπουλος)

ΚΟΥΔΟΥΝΙΣΜΑ
μια γυναίκα που τινάζει τις μπούκλες της
(Τέοντορ Αντόρνο)

ΛΥΓΜΟΣ
το έχε γεια των εραστών λίγο προτού χαράξει
(Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ)

ΜΑΧΑΙΡΙ
σκληρό πουλί από πάγο
(Οκτάβιο Πας)

ΝΕΚΡΟΣ
μορφασμός που δαγκώνει τα χείλη
(Γκέοργκ Χάυμ)

ΞΗΜΕΡΩΜΑ
το φως χίλια σού σπέρνει μάτια
(Κωστής Παλαμάς)

ΟΜΠΡΕΛΕΣ
ιδιωτικοί ουρανοί
(Μιχάλης Γκανάς)

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
χειροκρότημα που ξεσπά στο παράθυρο
(Μελίχ Τσεβντέτ Άνταϋ)

ΡΟΔΙΑ
αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
(Οδυσσέας Ελύτης)

ΣΠΙΡΤΟ
ενός λεπτού μια Τροία
(Γιάννης Πατίλης)

ΤΕΡΜΑ
ένα κέρμα κάτω απ’ τη γλώσσα
(Γκύντερ Άιχ)

ΥΠΝΟΣ
κύκνος αυθόρμητος, γεμάτος δώρα
(Γιώργος Σαραντάρης)

ΦΕΓΓΑΡΙ
σκόρδο ασημί από την αγωνία
(Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα)

ΧΡΟΝΟΣ
η ηχώ του τσεκουριού στα δάση
(Φίλιπ Λάρκιν)

ΨΥΧΗ
παλιά συνταξιδιώτισσα της σάρκας
(Αδριανός)

ΩΡΑΙΟ
νά ’σαι σκελετός, νά ’σαι άμμος
(Άλμπερτ Ερενστάιν)


16.2.17

Ο Γάτος μου ο Άσσος και το αγαπητικό Όνομα



Με τον  Γάτο μου τον Άσσο γνωριστήκαμε πριν 8 χρόνια. Εμφανίστηκε από το πουθενά ένα πρωί, φορούσε ένα γαλάζιο λουράκι κι άρχισε να κλαίει γοερά, εκεί ψηλά καθισμένος, στην παλιά δεξαμενή του νερού. Νόμισα ότι από κάπου είχε φύγει, ότι θα τον αναζητούσαν,  τον περιμάζεψα, τον τάισα και τον χάιδεψα, έβγαλα αφίσα τριγύρω στη γειτονιά με τη φωτογραφία του, ελπίζοντας ότι θα τον βρουν οι δικοί του.  Αλλά κανείς δεν τον αναζήτησε ποτέ. Έτσι έγινε γάτος μας. Μία από τις πολλές γάτες που έχουμε. 
Ο Άσσος είναι άσπρος και ευγενικός. Είναι ένας Άσπρος Ευγενικός Άσσος. Τον βάφτισα έτσι, κι εγώ δεν ξέρω γιατί. Ποτέ δεν ξέρω γιατί ονοματίζω μια γάτα με ένα όνομα...  Μου έρχεται ξαφνικά το όνομα στο στόμα, σαν να υπήρχε από πάντα και περίμενε να γίνει ήχος μέσα από μένα. Έτσι, έχω δώσει ονόματα σε πολλές γάτες στη ζωή μου μέχρι τώρα. Όλες τις έχω αγαπήσει μοναδικά και αποκλειστικά. Δεν έχει σημασία που οι γάτες της ζωής μου ήταν και είναι πολλές. Στην κάθε μια ανήκει το προνόμιο μιας μοναδικής αγάπης κι ενός μοναδικού ονόματος. Έτσι κι ο Άσσος. Έχει ένα μοναδικό όνομα, που κανείς άλλος γάτος μου δεν είχε μέχρι τώρα ούτε και θα το αποκτήσει στο μέλλον. Είναι το δικό του όνομα, το όνομα της αγάπης μου προς αυτόν. Το όνομά του είναι μια ποιητική πράξη.
Μα,  θα μου πείτε,  δεν συμβαίνει έτσι  στα ανθρώπινα. Υπάρχουν πολλές Μαρίες, Ελένες, Χρήστοι και Γιάννηδες, και Ιάκωβοι και Κωνσταντίνοι. Ναι, αλλά Αυτός που αγαπάς είναι Ένας! Και μέσα σου το όνομά του είναι μοναδικό, ακόμα κι αν δίπλα υπάρχει και κάποιος άλλος με το ίδιο όνομα. Δεν μπερδεύεσαι ποτέ ανάμεσα στους δύο. Το Όνομα του Αγαπημένου σου είναι μέσα σου μοναδικό, χρωματισμένο με τα ιδιαίτερα συστατικά της αγάπης σου  προς Αυτόν. Και μάλιστα, όταν το όνομα κληροδοτείται από παππούδες και γιαγιάδες στα εγγόνια, αποκτά μια διπλή δυναμική αγάπης, που δεν είναι η επανάκληση αλλά η μνημόνευση.
Θέλω να πω, η αγάπη μας για τον Άλλον αναζητά Όνομα. Και το όνομα που σχηματίζουμε μέσα μας για κάποιον συνιστά έναρθρη  σχέση ακατάλυτη... 
Το ίδιο και στον Έρωτα.  Η προσφώνηση του Εραστή ή της Ερωμένης σχηματίζει ένα μοναδικό Όνομα που μόνο σε αυτόν - αυτήν  δικαιωματικά ανήκει. Ακόμα κι όταν ο Έρωτας καταλύεται το Όνομα παραμένει. Δεν το σβήνει ο χωρισμός. Αχρηστεύεται μεν, αλλά φυλάσσεται διά παντός στα σεντούκια της μνήμης κι ας μην χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά. Μα θα μου πείτε πάλι, όλοι οι ερωτευμένοι φωνάζουν ο ένας τον άλλον "αγάπη μου". Ε, ναι, αυτό είναι ένα από τα όρια του λόγου... Γιατί ο καθένας έχει μια δική του εικόνα της Αγάπης "Του", ασχέτως αν αυτή δεν διακρίνεται στην κοινή  λέξη... Η εικόνα αυτή είναι μοναδική και αναντικατάστατη. Κι αυτή ακριβώς η ιδιότητά της είναι που την κάνει κοινότοπη και την τραγουδάμε ο καθένας με το δικό του αντικαθρέφτισμα: "Σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ'  αγαπώ γιατί είσαι εσύ...".
Ωστόσο, εγώ τηρώ το νόμο της μοναδικότητας του ονόματος. Όλα τα αγαπημένα μου πλάσματα είχαν ένα αυστηρά προσωπικό όνομα, το μυστικό τους όνομα, κι ας έχουν πεθάνει, κι ας έχουν αποσυντεθεί κι ας έχουν χαθεί απ'  τη ζωή μου για πάντα. Δεν θα το επαναλάβω ποτέ σε κανέναν άλλο το Όνομα αυτό... Κανείς έρωτας, καμιά αγάπη, καμιά τρυφερότητα δεν αξίζει επανάκληση. Δεν θέλω να ανακαλέσω αυτό που χάθηκε. Θέλω να δημιουργώ την ομορφιά της αγάπης από την αρχή. Από τα απάτητα βάθη των αισθημάτων.  Αν μία ήταν η "Ομορφιά Μου", σε καμία αγάπη δεν θα δώσω ποτέ ξανά αυτό το όνομα...
Αυτός βέβαια είναι ο κώδικάς της προσωπικής μου αγαπητικής τιμής... Δεν είναι απαραίτητο να αφορά  και τους άλλους.
Οι γάτες μου όμως τον ξέρουν καλά....
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

10.2.17

Αργύρη Χιόνη, Το απομεσήμερο ενός φαύνου


"Never - never more" 
E.A. Poe, "The raven"

Αὐτή εἶχε μόλις κλείσει τὰ εἴκοσι τρία· αὐτὸς πλησίαζε τὰ ἑξήντα. Αὐτὴ εἶχε μόλις ἐκδώσει τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογή της, ἀλλὰ ἀνυπομονοῦσε ἤδη γιὰ ἀναγνώριση, γιὰ καταξίωση. Αὐτὸς, ἀφοῦ  εἶχε φτύσει αἷμα καὶ περάσει διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, ἐθεωρεῖτο πλέον καταξιωμένος ποιητὴς καὶ κριτικός. 
Ἦταν ἕνα ζεστὸ ἀπομεσήμερο τοῦ Ἰουλίου καὶ ἦταν ξαπλωμένοι, ὁλόγυμνοι, ἐπάνω στὸ κρεβάτι του. Πρὶν ἀπὸ λίγο εἴχανε κάνει ἔρωτα· αὐτὴ μὲ βαθιοὺς στεναγμοὺς καὶ πνιχτὲς κραυγὲς "ηδονῆς"  αὐτὸς μὲ ἱδρώτα καὶ ἄγχος γιὰ τὴ λειψὴ στύση του. 
Αὐτὴ εἶχε ἀποκοιμηθεῖ· αὐτὸς, ξύπνιος καὶ γερμένος στὸ πλάι, πρὸς τὸ μέρος της, ἄκουγε τὴν ἥσυχη, ἀμέριμνη ἀνάσα της καὶ περιεργαζόταν τὸ κορμί της. Ὁ ὕπνος τὴν εἶχε κερδίσει σὲ ὕπτια στάση, ἀλλὰ τὰ στήθη της δὲν κρέμονταν δεξιὰ κι ἀριστερά· σφιχτὰ σὰν λεμόνια, σημάδευαν μὲ ρῶγες ὄρθιες τὸ ταβάνι. Τὰ μπράτσα ἦταν ἀλαβάστρινα, στομάχι καὶ κοιλιὰ καμπύλωναν πρὸς τὰ μέσα, χωρὶς ωστόσο νὰ ἐκθέτουν τὰ παΐδια τοῦ ὑπερκείμενου θώρακα. Τὸ τρίχωμα τοῦ ἐφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελοῦδο, οἱ μηροί, κρουστοί, δὲν ξεχείλωναν πάνω στὸ στρῶμα· τὸ ἴδιο καὶ οἱ γάμπες. Τὰ γόνατα διακριτά καὶ τέλεια σμιλευμένα. Ὅσο γιὰ τὰ πόδια -ἄχ, τὰ πόδια!-, δύο κομψοτεχνήματα, μὲ λεπτουργημένους ἀστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη καὶ ἀκροδάχτυλα σὰν ρόδινες, στριφτὲς καραμελίτσες, ποὺ σοῦ ΄ρχόταν νὰ τὶς γλείφεις μέχρι νὰ λιώσουν μὲς στὸ στόμα σου.
Ἀπ' τὰ δροσάτα πόδια της, στὰ μαραμένα τὰ δικά του πέρασε τὸ βλέμμα του καὶ, ἀπὸ κεῖ,  στὶς ἀχαμνές του γάμπες ἀνηφόρισε, στ' ἀρθριτικά του γόνατα καὶ στοὺς σακουλιασμένους του μηρούς.  Στὸ σμίξιμό τους ἀντίκρισε, μὲ δέος, τὰ τζούφια ἀρχίδια του, στεφανωμένα ἀπὸ γκρίζες γουρουνότριχες, καὶ, λίγο πιὸ ψηλά, τὴ χαλαρὴ κοιλιά πού, ὅπως ἤτανε γερτός στὸ πλάι, πάνω στὸ στρῶμα εἶχε κυλήσει. Μίσος καὶ ἀηδία τὸν κατέλαβαν γιὰ τὸ παρηκμασμένο του κορμί. Ἡ σύγκριση τοῦ οἰκείου χειμῶνος μὲ τὸ παρακείμενο θαλερὸ θέρος τὸν τζάκισε καὶ, ἀφοῦ ὁ ὕπνος δὲν ἔστεργε, ὡς παρηγορητής, τὰ μάτια νὰ τοῦ κλείσει, τὸ χέρι ἅπλωσε κι ἀπ' τὴ βιβλιοθήκη, πλάι στὸ κρεβάτι, ἕνα βιβλίο ἀνέσυρε, στὴν τύχη (τί φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στὴν ἑβδομηκοστὴ ἐνάτη τὸ ἄνοιξε σελίδα κι ἄρχισε νὰ διαβάζει:

Πάει κι ὅλας χρόνος ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Φαρὶντ πῆρε τὴ Νάαμα γυναίκα, καὶ κάθε πρωινὸ τὸ ἀντρόγυνο κάτω ἀπὸ τὶς ἀλέες τριγυρνᾶ, ποὺ οἱ φυλλωσιές τους τὸ ξανάνιωμα τοῦ ἔρωτα θροϊζουν. 
Ὅμως ἐκεῖνοι προχωροῦν, ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο, ἀργά ἀργά, λὲς καὶ ξεπροβοδίζουν νεκρὸ στὸ μνῆμα, λὲς καὶ τὴ μουσικὴ δὲν ἀγροικοῦν τῶν δέντρων, δίχως νὰ λέν μιὰ λέξη, δίχως οὔτε ἕνα βλέμμα ν' ἀνταλλάζουν.
Μέρα τὴ μέρα, τῆς Νάαμaς τὰ μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τὰ μάγουλά της.
Κι ἐγὼ φαντάζομαι μὲ πόση ἠδονὴ θὰ ἀφουγκράζεται, μὲς στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στὸν Φαρίντ, ὁλόγυμνη, τὸ ἀργό, μὰ σταθερὸ ἔργο τοῦ θανάτου στοῦ γέροντα τὸ σῶμα, τὸ τρίξιμο τὸ σιγανὸ ποὺ κάνουν οἱ κλειδώσεις του, καθώς, μία πρὸς μία, τὶς θρυμματίζει ὁ χρόνος, τὸ ἀδιάκοπο τῆς ὕπαρξής του ξεχαρβάλωμα,
ὅμως, τὸ γλυκοχάραμα, ὅταν τὴν παίρνει ὁ ὕπνος, ἐκεῖνος γέρνει ἀπάνω ἀπ' τὸ κεφάλι τῆς ὀμορφονιᾶς καὶ, σὰν θεριὸ ποὺ τὸ μυαλὸ τῆς λείας του ρουφᾶ, τὰ χαρωπά της ὄνειρα ταράζει.*

Τοῦ ἦρθε σκοτοδίνη, τοῦ ἦρθε νὰ σκοτωσει ἄνθρωπο. Σκότωσε μόνο ἕνα κουνούπι που ΄χε τὴν ἀτυχία πάνω στὴν ἐπίμαχη σελίδα νὰ προσγειωθεῖ, τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ ποὺ ἔκλεινε μὲ πάταγο καὶ καταγῆς πετοῦσε τὸ βιβλίο.
Τὸ λαχταριστὸ στὸ πλάι του κορμὶ λαχτάρησε, σήκωσε τὸ κεφάλι ἀπ' τὸ μαξιλάρι καί, τρομαγμένο, ρώτησε:"Τί ἔγινε, ἀγάπη μου, τί ἔπαθες;".  Τότε αὐτὸς τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιά, τὰ ὑπέροχα μεταξωτὰ μαλλιά της, καὶ δυὸ ἀπανωτὰ τῆς ἔριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:"Μὰ πῶς τολμᾶς, μὰ πῶς τολμᾶς νὰ εἶσαι τόσο νέα, τόσο ὡραία;!". 
Ὕστερα, πρὶν προλάβει αὐτὴ ν' ἀρθρώσει λέξη, φόρεσε ἕνα πανταλόνι, ἕνα πουκάμισο κι ἕνα ζευγάρι ἐσπαντρίλιες καὶ πῆρε τοὺς δρόμους νὰ τὴν αφήσει μόνη, νὰ μὴν τὴ δεῖ νὰ φεύγει, νὰ τὸν ἀφήσει ἐπιτέλους μόνο.
Ἐπέστρεψε μετὰ ἀπὸ μιὰ ὥρα. Τὸ σπίτι ἦταν ἄδειο·  ὁ Παίκτης Δίσκων Συμπαγῶν ἔπαιζε ἀκόμη τὸ Πρελούδιο στὸ ἀπομεσήμερο ἑνός φαύνου. Πάντα στὴν ἐπανάληψη τὸ ἔβαζε ἐκεῖνο τὸ κομμάτι, κάθε φορὰ ποὺ ἔκανε ἔρωτα. Ἐνίσχυε τὴν ἐλλιπή του στύση, τὴν ἔκανε πιὸ συμπαγή. Ἔτσι νόμιζε. Τώρα, ὡστόσο, πλησιάσε τὴ συσκευὴ καί, μουρμουρίζοντας, μὲ κάποια θλίψη, εἶν' ἀλήθεια, ἀλλὰ μὲ πιὸ πολλὴ ἀνακούφιση, "Ποτέ -ποτὲ πιά", τὴν ἔκλεισε.
Ἔχων σώας τὰς φρένας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΙΧΛΗ




Sleeping Venus And Cupid Nicolas Poussin



*σχόλιο Α. Χ.: πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα "Συζυγική ζωή", ἀπό τὴ συλλογή Τὸ περιβόλι τῆς ἀγάπης, ἀγνώστου Ἄραβα ποιητῆ ποὺ ἔζησε στὴ Γρανάδα (Ἰσπανία) τὸν 10ο ἤ 11ο αἰώνα (ἐκδόσεις Ἠριδανός, 1982, σ. 79-80). Ἡ μετάφραση (ἐδῶ ἐλαφρῶς πειραγμένη, ὥστε νὰ δένει μὲ τὸ ρυθμὸ τοῦ δικοῦ μου κειμένου) ὀφείλεται στὸν Κώστα Τρικογλίδη, μεταφραστῆ επίσης τοῦ μνημειώδους ἔργου Χίλιες καὶ μιὰ νύχτες.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...