30.11.16

ο Ρίλκε για τη Γυναίκα


(...)
Η Νέα Κοπέλα κι η Γυναίκα στην καινούργια τους, την ατομική τους εξελικτική πορεία, μονάχα για λίγον καιρό θ'  αντιγράφουν τις αντρικές συνήθειες, καλές και κακές, μονάχα για λίγον καιρό θα μαϊμουδίζουν τ' αντρικά επαγγέλματα. Άμα περάσει η αβεβαιότητα των μεταβατικών αυτών περιόδων, τότε θ'  αποφανεί πως οι γυναίκες διάβηκαν απ'  όλα αυτά τα (συχνά γελοία) μασκαρέματα, μόνο και μόνο για να ξεπλύνουν την εσώτατη ύπαρξή τους απ'  τις παραμορφωτικές επιδράσεις του άλλου φύλου. Οι γυναίκες - που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη - είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο "ανθρώπινες" απ'  τον άντρα - το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία των σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη της ζωής. Αυτή η "ανθρωπιά" της γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως της μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ'  τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν. Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά) δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει΄ που οι λέξεις "νέα κοπέλα" και "γυναίκα" δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θα ΄χει δική του αξία και υπόσταση, κάτι που δε θα ΄ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή της ζωής και της ύπαρξης -: η γυναίκα - γνήσιος άνθρωπος.
Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα: ο έρωτας δε θα ΄ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο΄ θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει). Θα ΄ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε με αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.
Και τούτο ακόμα: μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια΄ δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή μας, επειδή στάθηκε η πρώτη βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.
Σας εύχομαι κάθε καλό, αγαπητέ κύριε Kappus.
Δικός σας
RAINER MARIA RILKE
από τα "Γράμματα σ'  ένα νέο ποιητή"
μετάφραση Μάριου Πλωρίτη
εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

25.11.16

Ορφικός Ύμνος Της Θαλάσσης - Θαλασσάκι μου: μια φυσική συνέχεια

22. Της Θαλάσσης

Επικαλούμαι την  νύμφη του Ωκεανού, λαμπρόφθαλμη Τηθύν,
άνασσα μελανόπεπλο, γοργοβάδιστα που ανασηκώνει κύματα,
που σε γλυκόπνοες αύρες  τρεμοσαλεύει στη στεριά,
και σπάζει τα μεγάλα κύματα σε ακρογιαλιές και βράχους,
που γαληνεύει σε απαλούς και νήνεμους δρόμους,
που ευφραίνεται απ’  τα πλοία, ω θηριοτρόφα, νεροτάξιδη,
μητέρα της Κύπριδος, μητέρα σκοτεινών νεφών
και των νυμφών κάθε πηγής πλημμυρισμένης με ύδατα·
εισάκουσέ με, πολυσέβαστη, και ευμενής βοήθα,

στα εύδρομα πλοία, πέμπουσα ούριον άνεμο, ω μακαρία.
OΡΦIKOI YMNOI
Μετάφραση: Δ. Π. Παπαδίτσας - Ελένη Λαδιά
Εκδόσεις "Εστία"
Βρίσκω ότι ο ύμνος αυτός έχει τη φυσική του συνέχεια στο παρακάτω διάσημο τραγούδι. Όλα τα δημοτικά τραγούδια - επικλήσεις ριζώνουν στους λατρευτικούς  θρησκευτικούς ύμνους που αιτούνται ευμένεια και γονιμότητα.... Με την άσαρκη - ασώματη - ανεικόνιστη ηθική και αισθητική του Χριστιανισμού οι επικλήσεις αυτές "εξορίστηκαν" στην κοσμική σφαίρα, μεταλλάχθηκαν, έχασαν το εμφανές λατρευτικό τους περιεχόμενο, δεν απώλεσαν όμως την τελετουργική τους υπόσταση.
Δείτε κι ακούστε....

23.11.16

ένσαρκη

Όχι του Αοράτου
ένσαρκη η θέα
με τις ρώγες σκληρές διαμάντια
να χαράζουν τις διαδρομές των άστρων
με φωτοβόλες τις λαγόνες για τα πλοία που χάνονται φάρος
με κόλπο αγίασμα να πυρπολεί γνωστούς γαλαξίες κι άγνωστους
ούτε καλή ούτε κακή
με σάρκα από τo αίμα μου και αίμα από τη σάρκα σου
με χώρο τόσο όσο να αντέχει  πληγές μελλούμενες
πληγές αρχαίες που εξιστορεί σαν παραμύθι
με στόμα μέλι  γλώσσα  από μαχαίρι
βλέμμα που ξετινάζει τα στρωσίδια του ύπνου
δίνει πίσω παρθενικό το χνούδι στον πανσέ
και καβαλώντας το Βοριά θερίζει όλα τα λάθη
να τα ζυμώσει στο ψωμί
αυτή είναι η Παναγιά μου η Γητεύτρα

χρόνια και χρόνια σου ξεφεύγει το κορμί της
όπως άρωμα δυόσμου μετά από βροχή
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου



20.11.16

Πώς θανατώνεται η Αγάπη

Ξέρεις να θανατώσεις  μία αγάπη;;;

Βεβαίως
Με τη συνήθεια
την τεμπελιά
την απουσία

Αρκούν αυτά τα τρία

Η εύθραυστη του Άλλου  Γεωγραφία
Είναι τόπος ανοίκειος και μαγικός
Σαν μακρινές ακτές κονκισταδόρων
Πριν τις ανακαλύψουν βεβαίως οι φονείς
Προτού τις καρπωθούν οικείες
Και τα οφέλη τους γίνουν ασήμι και καφές
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου



Ελευσίνα

Ελευσίνα, 20 Νοέμβρη


Να κάτσω στην αρχαία πέτρα
Να κάτσω  στον αρχαίο ψαλμό
Να μιληθούν  τα οστά μου με τις πέτρες
Και αυτόν που πάτησε το θάνατο να τον ακούσουν
Τον λίθο που σκίζει

Ποιος είπε ότι ο χρόνος είναι περατός
Κι απ' τα συντρίμμια ακόμη διαφεύγει
Ποιος είπε ότι ο κόσμος είναι χωρισμός
Τα δάκρυα του κόσμημα
στο χώμα κι αλλού
Στις κόχες και στις ροζέτες του ουρανού
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

9.11.16

A. Vivaldi - Cantata 'Amor,hai vinto' RV 651


...μαζί με αυτό το σονέτο του Shakespeare

VIII.
Εσύ που είσαι μουσική, γιατί θλιμμένα
τη μουσική ακούς; Η χάρη με τη χάρη
κι η γλύκα με τη γλύκα χαίρονται. Κι εσένα
της ηδονής η θλίψη σ’ έχει συνεπάρει;
Ενώσεις ήχων μιας πνοής συγκερασμένης,
κι αν σε προσβάλλει η λεπτή τους αρμονία,
μόνο γλυκά σε αποπαίρνουν, που σημαίνεις
όλα τα μέρη σου σε μια μονοτονία.
Τι αμοιβαία γλύκα χύνουν στον αέρα,
κι η μια χορδή την άλλη δίπλα της δονεί•
όπως πατέρας, γιος και άσμενη μητέρα,
που όλοι ένας, τραγουδούν σαν μια φωνή.
Άρρητος ήχος πολλαπλός και μοιάζει ένας,
σα να σου λέει, «μόνος, γίνεσαι κανένας».
********************************************** Δ. Καψάλης

28.10.16

Ιβύκου και Οδυσσέα Ελύτη αντάμωμα

Να ένα εξαίσιο ποίημα του Ιβύκου... Το ανακάλυψα χάρις στον Ελύτη.


Ο Κήπος με τις Αυταπάτες, ποιητική υποθήκη του ποιητή για τους μελλούμενος κι αν όχι το τελευταίο, ένα από τ; τελευταία γραπτά του, κρύπτει, μεταξύ άλλων, έναν στίχο του Ιβύκου του Ρηγίνου, από αυτό το ποίημα. Διαβάζοντας τον και προφέροντάς τον, και μέσα στον λόγο του Ελύτη αλλά και μέσα στο σώμα του ίδιου του ποίηματος, ένιωσα τον 6ο π.Χ. αιώνα να συναντά το τέλος του δικού μας εικοστού κι εμάς τους πορευόμενους στον άδηλο εικοστό πρώτο, σ' ένα πνευματικό τρίστρατο που αλλοιώνει τον χρόνο...
Απολαύστε το...
Κι ένα έστω δικτυακό, ευχαριστώ στο ARS POETIKA και τον Χ.Ν. Κουβέλη...
http://artpoeticacouvelis.blogspot.gr


Ήρι μεν αι τε Κυδώνιαι

μηλίδες αρδόμεναι ροάν

εκ ποταμών, ίνα Παρθένων

κήπος ακήρατος, αι τ’ οινανθίδες

αυξόμεναι σκιεροίσιν υφ’ έρνεσιν 5

οιναρέοις θαλέθοισιν· εμοί δ’ έρος

ουδεμίαν κατάκοιτος ώραν.

=τε= υπό στεροπάς φλέγων

Θρηΐκιος Βορέας

αίσσων παρά Κύπριδος αζαλέαις μανί- 10

αισιν ερεμνός αθαμβής

εγκρατέως πεδόθεν =φυλάσσει=

ημετέρας φρένας.

[μεταφραση-χ.ν.κουβελης]
Ανοιξη κι οι κυδωνιες τα δεντρακια
ποτιζονται απ'τα νερα που κυλουν
των ποταμων,μεσα στων Παρθενων
τον απειραχτο κηπο,και του κληματος τα μπουμπουκακια
μεγαλωνουν κατω απ'τα σκιερα φυλλωματα
της κληματαριας και ζωηρευουν,για μενα ο ερωτας
ουτε μια ωρα ησυχαζει,
[και]με λαμψεις αστραπων φλογερος
σαν Θρακισιος Βορηας
φυσσα ορμητικος απ'τη Κυπριδα με λυσσαλεα
μανια ζοφερος σκοτεινος
αναστατωνει μεσ'απ'τα βαθη
τα μυαλα μου

.................................................
Να και το ελύτειο απόσπασμα με το μπουμπούκι αυτού του στίχου:
Όλα τ’ αντιφωνήματα των ωκεανών δεν θα καταφέρουν ποτέ ν’ αντισταθμίσουν το μειδίαμα ενός μικρού ιδιωτικού Σεπτεμβρίου που περιμένει πότε θα τον αιφνιδιάσουν τα καινούργια κυκλάμινα.
Τι σημαίνει στ’ αλήθεια ο χρόνος θα το καταλάβουμε όταν ο ίδιος μας αποστερήσει απ’ τη δυνατότητα να τον προσμετρούμε.
Αλλά εκεί ακριβώς κείται το καθημερινόν αειθαλές.
Ας βγουν οι λέξεις λυγαριές και τα μπουμπούκια κρήνες.
Ίνα παρθένων κήπος ακήρατος.

"ΟΔΥΝΗ" του Νικηφόρου Βρεττάκου, από το κεφάλαιο "Αληθινός στρατιώτης"


12 Δεκεμβρίου


Ο αλβανός οδηγός ή δεν ξέρει, ή είναι φαίνεται πράχτορας του εχθρού. Αντί να μας οδηγήσει στο Φρατάρι, μας τραβάει προς το Φρασάρι, που το κατέχουνε οι εχθροί. Σέρνουμε τα πόδια μας, πεινάμε, ρίχνει πυκνό χιόνι και δεν βλέπουμε γύρω μας τίποτα. Ξαφνικά η πυκνή μάζα της συννεφιάς χωρίζεται στα δυο πάνω μας, αφήνοντας να σχηματιστεί ένα φωτεινό ποτάμι, απ' όπου πέφτει ήλιος απάνω μας.
"Κύριε ταγματάρχα, έχουμε πέσει πάνω σε συρματοπλέγματα!" Έχουμε φτάσει στην κορυφή σχεδόν του υψώματος 1220 της Κλεισούρας. Η κορυφή του σχηματίζει ένα μακρόστενο οροπέδιο. το βάθος και ανάμεσα στις ρίζες των δέντρων, διακρίνεται ένας μεγάλος καταυλισμός του εχθρού. Κι είμαστε ένας λόχος. Αυτό το ίδιο ύψωμα επιχείρησαν να το καταλάβουν δυο συντάγματα πεζικού κι ένα πυροβολικού την περασμένη εβδομάδα και δεν μπόρεσαν.  Η θέση μας είναι τραγική.
"Εφ' όπλου λόγχη!" παραγγέλνει ο ταγματάρχης. "Να καταληφθεί το ύψωμα πάση θυσία!" Βγαίνω μπροστά του: "Γιατί θέλετε να μας σκοτώσετε;" Τραβάει το περίστροφο και με στοχεύει στο μέτωπο. "Ξέρετε αν σας είμαι χρήσιμος στρατιώτης ή όχι" του λέω, χωρίς καθόλου να μετακινηθώ ή να σκύψω. Χαμηλώνει το περίστροφό του. Οι στρατιώτες καταλαβαίνουν. Και μια στις χίλιες αν πετύχαινε η επιχείρηση, ο κύριος ταγματάρχης, θα φορτωνόταν παράσημα και προβιβασμούς.
Επαναλαμβάνει το παράγγελμα. Μόνον άνθρωποι απελπισμένοι θα μπορούσαν να προχωρήσουν αδιαμαρτύρητα, προς αυτόν τον βέβαιο, άσκοπο θάνατο. Τα ξυλιασμένα χέρια μας αγωνίζονται να καρφώσουν τις λόγχες πάνω στα όπλα. Σηκώνουμε τα χαλαρά συρματοπλέγματα και προσπαθούμε, τρέχοντας, να αιφνιδιάσουμε τον εχθρό με άγριες φωνές. Αυτός όμως ξέρει, αυτός βλέπει.
Μούχει εμπιστοσύνη ο λοχαγός. Ξέρει ότι λίγο ενδιαφέρομαι αν θα ζήσω ή αν θα πεθάνω. "Χανόμαστε! Τρέξε για ενισχύσεις!" Τρέχω πάνω στο χιόνι, περνώ κάτω απ'  το συρματόπλεγμα, ο ταγματάρχης δεν είναι στη θέση του. Φωνάζω, ξαναφωνάζω, βάζω τις παλάμες γύρω απ' το στόμα μου, κανείς! Ξαναγυρίζω στο ύψωμα: "Λοχαγέ Γιαννούλη!" Αλλά τον λοχαγό Γιαννούλη, τον σέρνουν δυο στρατιώτες πάνω στο χιόνι. Μια ριπή τούχει τσακίσει το κόκαλο του μηρού.
Έχει δώσει διαταγή να υποχωρήσουνε οι στρατιώτες, κι όπως υποχωρούν, βλέπω κάθε τόσο μερικούς να πέφτουν ανάμεσά τους. Εγώ εννοώ να αναφέρω στον λοχαγό. Με παρασέρνουν, γλιστρώ, αναποδογυρίζομαι κάτω στο χιόνι. Ενώ προσπαθώ να σηκωθώ εκείνοι φεύγουν, περνούν το συρματόπλεγμα, πέφτουν κάτω από την κορφή, μένω μονάχος μου. Σηκώνομαι δύσκολα, στέκομαι όρθιος στα πόδια μου με πολύ κόπο. Το χιόνι γύρω μου είναι διάστιχτο από το αίμα κι από τους καπνούς των χειροβομβίδων. Ο εχθρός με βάζει από πίσω με όλα τα όπλα. Τι έχει συμβεί; Σαν να είναι δεμένες στα πόδια μου βαριές πέτρες, ούτε να τρέξω μπορώ, ούτε και να περπατήσω ακόμα. Στιγμές στιγμές, νοιώθω όπως θα ένοιωθε ένα δέντρο που θα ήθελε να περπατήσει. Ποτέ δεν είχα φανταστεί, πως θα μπορούσα να βρεθώ μόνος μέσα σ'  έναν τέτοιο παράδεισο. 
Ακούω τις σφαίρες να περνούν σαν σμήνη μελισσών δίπλα  στ' αυτιά μου κι εγώ προχωρώ όρθιος. Νοιώθω τον ζεστό τους αέρα δίπλα στο δέρμα μου. Περιμένω το θάνατο. Ανάμεσα σε δυο δευτερόλεπτα, υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσει ο θάνατος. Και σε μισό ακόμη δευτερόλεπτο, χωρισμένο στα δυο. Φτάνει ο ένας χτύπος του ρολογιού. Με τον ένα μπορεί να υπάρχεις με τον άλλον να βλέπουν οι άλλοι ότι δεν υπάρχεις.
"Δεν μπορεί να είμαι σκοτωμένος αυτή τη στιγμή;" "Σε λίγο θα είμαι." Οι σφαίρες εξακολουθούν να ζουζουνίζουν στ'  αυτιά μου. Τώρα, να, τώρα. Βρίσκομαι στην αγκαλιά του θανάτου. Το πράγμα είναι θέμα διαδικασίας. Η σφαίρα, ποια απ'  όλες θα είναι η σφαίρα. Έχω φτάσει στο συρματόπλεγμα. Περίεργο! Μπόρεσα κι έφτασα; Δίνω μια μια προς τα κάτω όπως ρίχνει κανείς μια βουτιά. Κι έπειτα; Αυτοί έρχονται πίσω μου σάμπως νάμαι ο μόνος εχθρός τους εγώ. Δεν έχω τη δύναμη να κάμω άλλο βήμα. Κάθομαι. "Επιτέλους, σκοτώστε με!"
Μερικές αστραπές ευφυίας, βοήθησαν τη ζωή μου και δεν αφανίστηκε. Αρχίζω να κυλιέμαι με το κορμί προς τα κάτω. Κάνω μάλιστα κι ελιγμούς να μη χτυπήσω στα δέντρα. Εκείνοι μου ρίχνουνε από πάνω, προστατεύομαι όσο νάναι κι απ'  τους κορμούς, η πλαγιά γίνεται ολοένα και περισσότερο απότομη, φτάνω στη ρεμματιά κάτω, κυλώντας σαν μια άσπρη μπάλα χιονιού.
"Ευχαριστώ, κύριε ανθυπολοχαγέ." Με περιμαζεύει ο καλός άνθρωπος, βοηθάνε και οι άλλοι στρατιώτες. Μετρούν πάνω στη χλαίνη μου, πέντε τρύπες από τις σφαίρες. Με καθίζουνε πάνω σ' ένα μουλάρι. Καθώς προχωρούμε με κρατούν από δεξιά κι αριστερά, σαν να είμαι ένα νεκρό πράμα.

από το αυτοβιογραφικό χρονικό του Νικηφόρου Βρεττάκου"Οδύνη"  
εκδόσεις Πόλις

27.10.16

απο την ΟΔΥΝΗ του Νικηφόρου Βρεττάκου

1 Δεκεμβρίου 


Σκέφτομαι πως ο πόλεμος αυτός δεν μπορούσε να μη γίνει και ο αθώος να μη σκοτωθεί. Στέκομαι πολλές φορές μπροστά στους πεινασμένους στρατιώτες, μπροστά στους ξένους αιχμαλώτους και τραυματίες και καμμιά φορά και μπροστά στους νεκρούς. Έχω τη διάθεση ν'  ανιχνεύω το μυστήριο αυτής της ζωής, που περισσότερο από παντού αλλού, περιπλέκεται μέσα στον άνθρωπο.
Σήμερα έβαλα σε δύσκολη θέση έναν πεθαμένο: "Ήμουν εχθρός σου, λοιπόν;" ήταν ένας νέος ιταλός στρατιώτης, πεσμένος ανάσκελα και μισοχωμένος στο χιόνι.  Τα μάτια του τεντωμένα, κοιτούσαν κατά πάνω το φως σαν να το βύζαιναν. "Τι ωραίος που είσαι!" Ήτανε ένα πρόβατο από την Τοσκάνη που ο Μουσσολίνι το έντυσε "λύκο" και το έστειλε στην Ελλάδα να πράξει το άδικο. Είμαι κι εγώ ένα πρόβατο από την περιοχή του Ευρώτα. Θα μπορούσαν με τον ίδιο τρόπο να με έντυναν και μένα. "Όλα τα πρόβατα όπως εμείς, δεν ορίζουν τη μοίρα τους."

"Οδύνη", αυτοβιογραφικό χρονικό, 
εκδόσεις Πόλις

12.9.16

Νικηφόρου Βρεττάκου, Ο Πόλεμος (απόσπασμα)

·       Ο Πόλεμος (1935)
 Νικηφόρος Βρεττάκος

Απευθύνεται στους ευγενείς
Αφιερώνεται στα θύματα
Αναφέρεται στους δυνατούς

                    1
Περιέστρεφα στο άπειρο 
Το λυπημένο μου βλέμμα 
Σαν ένας χλωμός 
Άγγελος  
Που τα φτερά του μάδησαν 
Στην έρημο του διαστήματος 
Κ’ έχει πέσει στη Γη.

Ακατάπαυτα 
Γύρω μου 
Έκλαιγε η ανθρωπότητα 
Σαν τις  αιώνιες θάλασσες 
Που θρηνούν 
Στις αναλλοίωτες αμμουδιές τους
***
Στο σκυμμένο μου μέτωπο 
Έπεφτε ο ίσκιος
Των αστεριών
Του ήλιου και του φεγγαριού.
Μεθυσμένη η Δημιουργία 
Έσερνε  γύρω μου
Τον αιώνιο χορό της 
Μ’ αναρίθμητα πλάσματα.

Μα εγώ 
Δεν ήμουν πουλί 
Σύννεφο
Αγέρας.

Κρεμιόταν
Το λαμπρό στερέωμα
Σα σταγόνα λευκή
Στον ορίζοντα της ψυχής μου.

Δεν ήρθα στη Γη 
Να προσθέσω τον τάφο μου.
***
Κ’ ενώ φώτιζε ο ήλιος·
Κ’ έσερνε ο κόσμος 
Το σιωπηλό του χορό,
Κοίταξα προς την ανατολή
Κι αφού προσευχήθηκα
Πήρα το δρόμο μου.

Στο ψηλότερο πήγαινα
Βουνό της Γης
Που η ανθρωπότητα πάνω του
Καρφώνει το βλέμμα της
Και περιμένει βοήθεια.

Πήγαινα στο βουνό
Που κάτω από τους ουρανούς
Στον ίλιγγο της κορφής του
Έχουν συναντηθεί
Τα αιώνια ίχνη
Του Χριστού
Του Προμηθέα
Του Έδδισον
Και του Αϊνστάιν.

Στον ορίζοντα επάνω
Καρτερά τη ματιά μου
Κάποιο άστρο
Και προσμένει
Το φως  του
Να του φέρω στη Γη.

Κι ανεβαίνω.
Ενάντιος ο δρόμος.
Τραχύς.
Ματώνουν τα πόδια μου.
Οι αχτίδες του ήλιου
Μού βαραίνουν τους ώμους.

***
Σαν έφθασα
Εκεί
Που αρχίζει η απερίσπαστη
Η Θεία γαλήνη και κοίταξα κάτου
Στην κοιλάδα του Ανθρώπου
Ένας πόνος  βαθύς
Με συγκλόνισε.
Σε ποια άβυσσο φοβερή
- Δυστυχισμένη ανθρωπότητα –
Είσαι ριγμένη.
Νυχτώνει γύρω σου
Της αβύσσου το μάτι.

Τα χέρια σου απλώνεις
Στις σπίθες των Σοφών 
- Τρέμοντας –
Να ζεσταθείς
Μέσα στ’ ανοιχτά
Μελανά  ρεύματα.

Άπλωσα εμπρός μου
Τον πάπυρο του σύμπαντος
Κι άφησα το πνεύμα μου
Μέρα νύχτα να ψάχνει.

Η λευκή οπτασία
Του ονείρου μου
Χόρευε στο θόλο.

Θα γονάτιζα εμπρός σας
Αγαπημένοι μου άνθρωποι
Να σας προσφέρω
Το φως μου.
Και θάμοιαζα
Τότε Σαν άγγελος
Που χορεύει χαρούμενος 
κι ας έπεσε απ’ τον ουρανό
Μια νύχτα Στη Γη.

ΙΙ
Μα ξαφνικά
Σαν τρομαγμένο περιστέρι
Χαμηλώνει το πνεύμα μου.
Ταμ! Ταμ! Ταταμάμ ! Ταμ  !
Ταμ ! Ταμ ! ταταμάμ! Ταμ !
Σάλπιγγες Τύμπανα
Μ’ ένα σύννεφο ήχους
Σκεπάζουν  τον ήλιο.
 Χάλκινα κύματα
Ξεσπούν στην κορφή μου .
Πόλεμος!

Με πύρινα γράμματα
Αχτινοβολεί στο σύμπαν
Η φλόγα της προσταγής.
Πόλεμος !
Σβήνω του νου μου το φως,
Διπλώνω
Στου σώματός μου τα κουρέλια 
Το μεγαλείο της ψυχής μου 
Και κατεβαίνω.

Μια πένθιμη λουρίδα
Κρέμεται στο μέτωπό μου.
Με κλεισμένα τα μάτια
Δέχομαι καρτερικά
Τη Στολή του Στρατιώτη.
Μού δείχνουν με το ξίφος.
Τα σύνορα του εχθρού
Και μού φορούν
Τη σκοτεινή πανοπλία.

-Αν υποθέσουμε
Πως απ’ τ’ αντικρινό το δάσος
Ξεπροβάλλει ο εχθρός
 - πες μας στρατιώτη - Τι θα κάμεις ;

Τους κοιτάζω στα μάτια
Με μιαν απέραντη απορία.

Δεν είμαι
Παρά ένα πέλαγο αγάπης.
 Δεν ξέρω ν’ απαντήσω.
Κι ενώ γελούν
Κρεμώ τ’ όπλο μου στον ώμο
Κι’ ανοίγω την αγκαλιά μου.
***

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...