21.12.18

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη

εφημερίδα "Ακρόπολις", 1896, Χριστούγεννα
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
    Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ’ έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
   ΄Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν, ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ’ ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
    Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες – που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
    Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον… Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ’ ακούτε σεις αυτά;
    Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε·
    –Έχεις πεντάρα;
    Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
    –Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
    Πως να έχη πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το  ν τ ό λ τ σ ε  φ α ρ  ν ι έ ν τε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέγει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
    Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ’ αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον·
    –Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
    Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων. 
    –Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα…
    Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
    –Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
    –Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ’ ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν’ ακούση.
    –Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της· ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
    –Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε… 
    –Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
    Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
    Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!»
    Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο–Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!
    Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευθή; 
    Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
    Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα. Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν·
    –Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
    –Του κυρ-Θανάση του Μπε…
    Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
    –Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
    –Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα–Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ” όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
    Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε·
    –Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου. 
    Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
    Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
    Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
    –Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
    Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
    Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
    Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
    –Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
    Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
    –Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
    –Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε… 
    –Είναι μέσα;
    –Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
    Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
    –Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
    Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
    –Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
    Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
    –Τ’ ακούω.
    –Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε. Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
    –Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
    Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
    –Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!…
    Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
    –Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν… δρόμο και δουλειά!

5.12.18

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ για ηθοποιούς και επαγγελματίες του λόγου και της φωνής (λογοθεραπευτές- εκπαιδευτικούς)

Μέθοδος Coblenzer: Φώνηση Συγχρονισμένη με την Αναπνοή (Φ.Σ.Α.)
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ για ηθοποιούς και επαγγελματίες του λόγου και της φωνής (λογοθεραπευτές- εκπαιδευτικούς) 
ΜΕ ΤΗΝ Aese Orsted και την Varinka Kierulff Boseman
Aθήνα, 2-6 Ιανουαρίου 2019 
Χώρος Τέχνης Ιδιόμελο
Ελευθερίου Βενιζέλου 17, Μαρούσι (κοντά στον ΗΣΑΠ)
Επικοινωνία: 210 6817042

Σύνολο ωρών διδασκαλίας: 31 (με διαλείμματα), που θα περιλαμβάνουν πρακτικές ασκήσεις εναλασσόμενες με θεωρία.
Κόστος σεμιναρίου: 250 ευρώ
Μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων 16 και ελάχιστος 10. 
Προϋπόθεση κάποια γνώση αγγλικών.
Οι συμμετέχοντες θα πρεπει να έχουν μαζι τους μια μικρή μπάλα (μεγέθους μπάλας του τένις), σημειωματάριο για σημειώσεις και ένα στρωματάκι για τις ασκήσεις.
Με το τέλος του σεμιναρίου θα δοθεί πιστοποιητικό συμμετοχής


ΛΙΓΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ  Coblenzer:

από την 
Aase Orsted
Φώνηση Συγχρονισμένη με την Αναπνοή (ΦΣΑ)

Η ΦΣΑ σε σχέση με τις άλλες φωνητικές μεθόδους
Η φωνο-θεραπεία είναι μία διεπιστημονική ειδικότητα που διαμορφώθηκε στην κεντρική Ευρώπη πριν από εκατόν είκοσι χρόνια περίπου από σπουδαίους φωνίατρους, όπως ο Emil Froeschels και ο Hermann Gutzmann. Αργότερα στη διαμόρφωσή της συνεισέφεραν οι τέχνες του τραγουδιού και του θεάτρου, αλλά και η επιστήμη της φωνής, η γλωσσολογία και η ψυχολογία. Η κάθε μέθοδος περιλαμβάνει διάφορες τεχνικές με ένα κοινό θεωρητικό υπόστρωμα, αντιπροσωπευτικό της κλίσης του εκάστοτε εμπνευστή της.


Εικόνα 1. Χάρτης του λογοπεδικού τοπίου
Οι δημιουργοί των διαφορετικών φωνητικών μεθόδων κοιτάζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις πάνω στο λογοπεδικό τοπίο. Το πεδίο είναι τόσο πολυδιάστατο, ώστε κανείς να μην μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει μια πλήρη εικόνα και μια καθολική απόλυτη αλήθεια. Για τον λογοθεραπευτή, σοφό είναι να αποφεύγει τους αφορισμούς της αυθεντίας, να σκέφτεται απροκατάληπτα και να είναι ανοιχτός στο να πειραματίζεται με τις διάφορες μεθόδους.

Οι παλιότερες μέθοδοι ήταν πρωτίστως μηχανικές και αντιμετώπιζαν την παραγωγή φωνής και λόγου με απλουστευτικό τρόπο, με την άσκηση επιμέρους και απομονωμένων φωνητικών στοιχείων, το ένα μετά το άλλο, χρησιμοποιώντας συλλαβές χωρίς νόημα και κατασκευές φράσεων επίσης χωρίς νόημα. Πιο πρόσφατα, εμφανίστηκαν οι συνδυαστικές ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι, που συνδυάζουν την ψυχοθεραπεία, την εκπαίδευση φωνής και λόγου και τη χαλάρωση, με έναν πιο ολιστικό τρόπο.
Η ΦΣΑ ανήκει στις νεότερες μεθόδους. Αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ΄60 από τον καθηγητή Horst Coblenzer (1927-2014), ο οποίος για ένα διάστημα ήταν συνεργάτης τόσο του Γερμανού φωνίατρου καθηγητή Johannes Pahn, εμπνευστή της Ρινικής Φωνητικής Μεθόδου, όσο και της Αμερικανίδας δασκάλας φωνητικής Jo Estill με το έργο της “Compulsory Figures”.

Η ΦΣΑ και ο καθηγητής Coblenzer
Φώνηση Συγχρονισμένη με την Αναπνοή (ΦΣΑ) σημαίνει να προσαρμόζεις το μήκος των φράσεων ομιλίας στον προσωπικό φυσικό σου ρυθμό αναπνοής – και όχι το ανάποδο: δηλαδή να αφήνεις τις σκέψεις σου να ελέγχουν τη ροή του λόγου, προξενώντας έτσι αυθαίρετα την καταπίεση του αέρα. 
 Η αγγλική ονομασία της μεθόδου του Coblenzer είναι Breath Timed Phonation (BTP) ενώ στα γερμανικά έχει τα αρχικά ΑΑΡ (Atem Rhytmisch Angepasste Phonation). Η μέθοδος έχει πάρει το όνομά της με βάση την πιο σημαντική αρχή της, ότι η αναπνοή κατά τη φώνηση θα έπρεπε να είναι πάντα φυσική και, όσον αφορά τη φυσιολογία, «εύκολη, αθόρυβη και χωρίς προσπάθεια».
Ο Horst Coblenzer δούλεψε σαν ηθοποιός και δάσκαλος λόγου στη Γερμανία, έως ότου προσελήφθη σαν καθηγητής ορθοφωνίας (αναπνοής, φωνής και λόγου) στη Σχολή του Μαξ Ράινχαρντ (Max Reinhardt Seminar), στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών στη Βιέννη (1961-1997). Με τη διδακτορική του διατριβή “Ο ρυθμός της αναπνοής και η σημασία του για την παραγωγή λόγου στον ηθοποιό” (“The Significance of Phonatory Breath Rhythm for the Actor’s Speech Production”) έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου. Είχε βαθιά γνώση της ευρύτατης, σχετικής με τη φωνιατρική, γερμανικής βιβλιογραφίας και έχει πραγματοποιήσει επιστημονικές έρευνες σε συνεργασία με τον πνευμονολόγο καθηγητή Franz Muhar, στη Βιέννη. Με βάση ακτινογραφίες και εξετάσεις EMG του διαφράγματος κατά τη φώνηση, τεκμηρίωσαν ότι το διάφραγμα δεν είναι μόνο ένας παθητικός αναπνευστικός μυς, αλλά μπορεί να έχει μια δική του δραστηριότητα. Και ότι μπορεί να εκπαιδευτεί να κρατήσει την ένταση της εισπνοής κατά την διάρκεια της φώνησης. Επομένως η μέθοδος ΦΣΑ συνδυάζει στοιχεία από το θέατρο, την φωνιατρική και την επιστήμη της φωνής.


Η αφετηρία της ΦΣΑ και το Τριμερές Μοντέλο της Φώνησης

Σχήμα 2. Το Τριμερές Μοντέλο της Φώνησης
1= διάφραγμα  2= φωνητικές χορδές  3= αντηχεία – φωνητική οδός

Ο Coblenzer έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη λειτουργία του διαφράγματος και επομένως η ΦΣΑ λειτουργεί στην πηγή της ενέργειας από τη βάση της φώνησης.
Η ΦΣΑ φυσικά περιλαμβάνει τεχνικές και για τις τρεις βαθμίδες της φώνησης, αλλά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πηγή της ενέργειας. Οι άλλες μέθοδοι (όπως των Pahn and Estill) χρησιμοποιούν σαν αφετηρία την πηγή της φωνής ή τον φωνητικό αγωγό. 

Οι βασικές αρχές της ΦΣΑ
Πρώτη βασική αρχή της ΦΣΑ είναι η σχέση κίνησης και αναπνοής και η χρήση αυτής της σχέσης. Κάθε κίνηση έχει τη δική της αναπνοή και, καθώς είναι ευκολότερο να μιμηθεί κανείς έναν τρόπο κίνησης από έναν τρόπο αναπνοής, ένα μεγάλο μέρος των ασκήσεων της μεθόδου ΦΣΑ συνοδεύονται από μείζονες σωματικές κινήσεις ή χειρονομίες, που διευκολύνουν την φωνητική αναπνοή και την εμπέδωση μιας βαθιάς πλευρο-κοιλιακής φωνητικής αναπνοής. Αυτό καθιστά την μέθοδο δυναμική και κατάλληλη και για τα παιδιά.
Η σχέση μεταξύ της ψυχικής έντασης και της αναπνοής είναι άλλη μία βασική αρχή. Η υπερδιέγερση επηρεάζει το νευρικό σύστημα που καθορίζει την ρύθμιση του τονικού ύψους της φωνής, πράγμα που σημαίνει ότι η στοχευμένη δουλειά με εντατική προσοχή εξασφαλίζει επιπλέον ενέργεια και πίεση του αέρα για την παραγωγή της φωνής. Ασκήσεις συνειδητές και με νόημα προσφέρουν κίνητρο στους συμμετέχοντες. Δεν δουλεύουμε ποτέ μηχανικά ή από ρουτίνα και δεν χρησιμοποιούμε ποτέ συλλαβές χωρίς νόημα αλλά διαλέγουμε να δουλεύουμε πάνω σε κείμενα λογοτεχνικά. Μ’ αυτό τον τρόπο η θεραπεία είναι ευχάριστη και ενδιαφέρουσα και πετυχαίνουμε ταχύτερα αποτελέσματα.
Η τρίτη βασική αρχή υποστηρίζει ότι κάθε λόγος είναι επικοινωνία. Σκοπός της θεραπείας είναι, επομένως, να διαμορφώσει υγιή όργανα λόγου και την ικανότητα υπηρέτησης του μηνύματος, έτσι ώστε να είναι εύκολο οι συνομιλητές να ακούν και να αντιλαμβάνονται o ένας τον άλλο. Ως εκ τούτου ο ομιλητής θα πρέπει να διατηρεί ένταση του αέρα και επαφή με το νόημα καθ’ όλη τη διάρκεια της φράσης, από την αρχή ως το τέλος.

Εμπειρίες από την μέθοδο ΦΣΑ κατά την λογοθεραπευτική πρακτική
Οι πολλές σωματικές και συνειδητής πρόθεσης ασκήσεις κάνουν τη μέθοδο ολιστική και εξασφαλίζουν την ποικιλία και την ένταση του προγράμματος. Έχω προσωπική εμπειρία για το πόσο σημαντικό είναι για το τελικό αποτέλεσμα της φωνητικής θεραπείας να προηγείται η συστηματική εργασία στο ενεργειακό επίπεδο, με στόχο την εδραίωση μιας καλής φώνησης συγχρονισμένης με την αναπνοή πριν ξεκινήσεις να δουλεύεις με τους λεπτούς κινητικούς μύες του λάρυγγα και τον φωνητικό αγωγό. Απ΄όσο ξέρω, ο Coblenzer είναι ο μοναδικός δάσκαλος που έχει αναπτύξει έναν τόσο μεγάλο αριθμό συνολικών τεχνικών που διευκολύνουν την εκμάθηση της φυσιολογικής αναπνοής. Πάντα χρησιμοποιώ αυτές τις ασκήσεις στην αρχή και το τέλος της θεραπείας σαν ένα πλαίσιο για να κατακτηθεί η φυσική αναπνοή και να επιτευχθεί η διέγερση, η προσαρμογή του μυικού τόνου στο σώμα και η καλή αξιοποίηση της μεθόδου στην φώνηση μέσα στην καθημερινότητα.
Στη μεσαία φάση της θεραπείας γίνεται συγκεκριμένη δουλειά στα ανώτερα επίπεδα: στην φωνητική πηγή και τα αντηχεία. Εδώ μπορεί κανείς να εργαστεί εκλεκτικά, χρησιμοποιώντας αντίστοιχες ασκήσεις από άλλες μεθόδους, πράγμα το οποίο δίνει τη δυνατότητα για πολλές επιλογές και την ευκαιρία να εξυπηρετήσει πολλαπλές και διαφορετικές ανάγκες.
Ωστόσο, ο Coblenzer πάντα τόνιζε την αξία της επιστροφής σε ένα αφομοιωμένο όλον, μετά από την εξειδικευμένη εξάσκηση στις επιμέρους λεπτομέρειες: μπορεί να είναι ένα περπάτημα και ένα τραγούδι, ή μια απαγγελία, έτσι ώστε οι καινούργιες δεξιότητες να εμπεδωθούν και να εξασφαλιστεί η καλή αφομοίωσή τους.


Συμπέρασμα

Η ΦΣΑ είναι μια μοντέρνα ολιστική μέθοδος αναπνοής, φωνής και λόγου, ιδιαίτερα χρήσιμη για παιδιά και ενηλίκους και κατάλληλη για την αντιμετώπιση πολλών και διαφόρων διαγνωσμένων προβλημάτων φωνής και λόγου. Είναι χαρά να δουλεύεις με τη μέθοδο αυτή, και μοιάζει εύκολη, αν και προϋποθέτει μεγάλη προετοιμασία και προσοχή. Προαπαιτεί δέσμευση! Αν οι ασκήσεις εκτελούνται χαλαρά και νωθρά, τότε απλώς δεν πετυχαίνεις το ζητούμενο αποτέλεσμα. Είναι αποδεδειγμένο ότι η σωστή εξάσκηση της ΦΣΑ εξοικονομεί χρόνο και είναι αποτελεσματική στην εκπαίδευση τραγουδιστών και ηθοποιών, προσφέρει λογοθεραπευτικά αποτελέσματα και συμβάλλει στην διατήρηση μιας καλής φυσικής κατάστασης. Είναι προφανές ότι οι πολλές και συνειδητές ασκήσεις κίνησης–αναπνοής επιδρούν στο νευρικό σύστημα γυμνάζοντάς το ψυχοσωματικά.

ΒιΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ
Aase Oersted




Δασκάλα λόγου και λογοθεραπεύτριαη Aase Oersted πήρε πιστοποίηση από τον καθηγητή Horst Coblenzer, αφού μαθήτευσε αρκετά χρόνια στο πλευρό του στην Ελβετία. Έχει προσαρμόσει τη μέθοδό του στη Δανία, την Αγγλία, τη Νορβγηγία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Στα μαθήματά της έχουν συμμετάσχει μεταξυ άλλων λογοθεραπευτές, ηθοποιοί, τραγουδιστές και φυσιοθεραπευτές. 



Varinka Kierulff Boseman



Η Varinka Kierulff Boseman έχει δίπλωμα κλασικού ταγουδιού, μάστερ στη Ρητορική, και ειδικότερα στην εκφώνηση  του ήχου (Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης), και το δίπλωμα της Μίρκας Γεμετζάκη “Το σώμα ως μουσικό όργανο”. Η Varinka εργάζεται σαν λογοθεραπεύτρια και δασκάλα λόγου στη Δανία.





18.10.18

" ΕΥΑ! ΝΑ ΕΝΑ ΜΗΛΟ!"

...από την μουσική παράσταση που έδωσε η ομάδα αλληλεγγύης "Αλληλέγγυες Νότες" στον Χώρο Τέχνης Ιδιόμελο στο Μαρούσι για τη ΜΚΟ ΑΙΤΗΜΑ που προσφέρει νομική βοήθεια σε πρόσφυγες. Διαλέξαμε τραγούδια του Παραδείσου, της Πτώσης και της Έκπτωσης, της Αδικίας, του Πόνου και της Όρεξης για κόκκινα νόστιμα μήλα.... Η Όρεξη μπορεί να φέρει ίσως και την Χαρά της Ζωής, και τη Φιλότητα και τη δικαιοπραξία... Ίσως... Εμείς αυτό ονειρευτήκαμε...
Θα τα ξαναπούμε στην Αρτέμιδα, στο εκεί Στέκι Αλληλεγγύης, στις 24/11/18, πάλι με την Εύα και τα Μήλα της...   Ευχαριστώ, Δημήτρη Νικολούλια για τη βιντεοσκόπηση...    Και για όλα! Εδώ αποθέτω κάτι τις από την παράστασή μας!

Τραγουδούν: Σοφία Νικολαϊδου (Για δες περβόλιν όμορφο, Τ' αηδόνια της Ανατολής), Ολυμπία Μπογδανοπούλου (Μίλα μου για μήλα), Γεωργία Δεληγιαννοπούλου (Άνοιξε λίγο το παράθυρο),  Νάσια Σταματάρα (Ιστορία μου αμαρτία μου), Ηρώ Κεραμιδάκη (Εφ' άπαξ), Βασίλης Γεωργιάδης (Τράβα σκανδάλη).  Στα όργανα η Βίλυ Κεραμα - κρουστά, η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου και ο Δημήτρης Βλάχος - κιθάρες.




.




17.10.18

Παυλίνα Παμπούδη, Το Γούρι

ΤΟ ΓΟΥΡΙ

Ήταν κάποτε ένας γάτος
παιχνιδιάρης και κεφάτος
νέος, κόκκινος, ωραίος
(και ολόμαλλος, βεβαίως)
που τον έλεγαν Γουργούρη
και για συντομία, Γούρι.

Και το Γούρι ένα βράδυ
βγήκε έξω, στο σκοτάδι
μες στη μέση στην αυλή
και νιαούριζε πολύ.

Το ακούσαν κι ήρθαν κι άλλοι
μικροί γάτοι και μεγάλοι
γάτοι, γάτες και γατάκια
και μωρά και γεροντάκια:
γάτοι λίγο κοιλαράδες
γάτοι μάλλον φουκαράδες
γάτοι πιο καλοντυμένοι
κι άλλοι, κάπως μαδημένοι
γάτοι με χοντρό κεφάλι
και γατιά σε μαύρο χάλι.

Άσπροι γάτοι, μαύροι γάτοι
Ήρθαν όλοι τους τρεχάτοι
από αυλές και κεραμίδια
από μπάζα και σκουπίδια.

Ήρθε ο Πούκι και το Τζίνι
και η Ψίψη με τη Μίνι
και η Τζίλντα και η Σίλκα
το Τσικό και η Ριρίκα.

Να ο Ψιτ, ο Ρον κι ο Κάρι
με τη Σούσι και τον Άρη.
Να και το Γατσατσονάκι
Ο Μπελάς, το Καρβουνάκι.
Να κι η Τσίου κι η Παπάρα
να κι η Σάρα και η Μάρα!

Ήταν δώδεκα και κάτι
ήταν είκοσι οι γάτοι.
Νιαρρ! το Γούρι τριγυρίσαν
«τι συμβαίνει;» το ρωτήσαν.

Κι αυτό είπε: «γεια σας γάτες
γάτοι, φίλοι, συνεργάτες!
Πήγα βόλτα ως τη Χαλκίδα
κι ήρθα να σας πω τι είδα…»

«Πες μας γρήγορα, τι είδες;
Είδες ψάρια και γαρίδες;»

«Είδα έξι -εφτά μερίδες
καραβίδες και γαρίδες
μπαρμπουνάκια και μαρίδες
συναγρίδες και σφυρίδες!»

«Νιάου νιάου, είδες κι άλλα
κι άλλα ψάρια πιο μεγάλα;
Νιάου, πες μας!» κι όλοι οι γάτοι
νιαουρίζαν ορεξάτοι.
Νιαρρ, κακό και φασαρία
και ξυπνήσαν μια κυρία
-τη χοντρή κυρά Μαρία
που την έπιασε υστερία

κι άρχισε να ξεφωνίζει
να τσιρίζει και να βρίζει:

«Ουστ! Δεν τις μπορώ τις γάτες
ουστ και ξου, πανάθεμά τες!
Ουστ και ξου, που να σας βράσω!
Θα σας γδάρω αν σας πιάσω!»

(Ευτυχώς, γάτες και γάτοι
ήταν πια όλοι φευγάτοι!)

20.9.18

Κώστα Καρυωτάκη, Το Βράδυ, μια απόπειρα συντακτικής προσέγγισης


ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη
Τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα, η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα `ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...
.....

Μια απόπειρα  συντακτικής  προσέγγισης του ποιήματος

Τρεις στροφές  έχει το ποίημα, τετράστιχες, με μια δομή πολύ καθαρά στοιχισμένη. Μετρικά παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ισιρροπημένος ανάπαιστος:   στους μονούς στίχους κάθε στροφής (με δεκατέσσερις συλλαβές) περισσεύει μία. Οι ζυγές συλλαβές είναι μεν αναπαιστικές. αλλά οι στίχοι είναι επτασύλλαβοι.  Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση μουσικής πεζότητας ή προφορικής μουσικότητας που έχει μέσα της  το έντονο στοιχείο της κίνησης,  αυτό του αναπαιστικού βαδίσματος.  Ξεκινάει ως μια γλυκειά προέλαση... Αυτή η περίεργη ρυθμικότητα  του ποιήματος είναι κομμάτι της γοητείας του (και τόσο ευφυώς την έχει αναδείξει η μελοποίηση της Λένας Πλάτωνος). Αλλά δεν θα ασχοληθώ με αυτό. Αποτελεί κι αυτή ένα ενδιαφέρον κλειδί της ανάγνωσής του και πολλούς συσχετισμούς θα μπορούσαμε να κάνουμε με την "ιαχή" τη  "μακρυσμένη" ή τις  "καμπάνες που σβήνουν"  ή το "τρένο που θα ΄ρχεται από μια άγνωστη χώρα" - σημαίνοντας έναν ολόκληρο κόσμο  ήχων που φτάνει στ αυτί του αποδέκτη ενώ συγχρόνως απομακρύνεται -,  και με το "βράδυ που πέφτει ολοένα". Το βράδυ που επελαύνει.
Προσπερνώ τον πειρασμό να ασχοληθώ με την αντίστιξη αυτής της παράλληλης κίνησης, το φευγιό των εικόνων και των ήχων του φωτός και τον ερχομό του σκότους, για να εστιάσω το ενδιαφέρον της ανάγνωσης του ποιήματος στην συντακτική του δομή. Το ερώτημά μου είναι: ποια είναι η κύρια πρόταση κάθε στροφής; Πού βρίσκεται το ρήμα;  Ποιο είναι το ρήμα; Όλες οι στροφές είναι γεμάτες αναφορικές προτάσεις.  Τι κρύβει αυτό το ποίημα χωρίς ρήμα;
Ξέρουμε ότι όταν λείπει στην περίοδο ένα ρήμα πρέπει να το εννοήσουμε...  Φιλόλογοι και σπουδαστές παιδευόμαστε με αυτό το γρίφο στα αρχαία κείμενα.  Αλλά στη νεοελληνική λαλιά μας, στον καθημερινό μας λόγο, πόσω μαλλον στον ποιητικό, η απουσία του ρήματος  δεν  αποτελεί γρίφο. Συχνά το ρήμα το εννοούμε "ευκόλως" χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί το ρήμα που λείπει γίνεται κομμάτι του ενδιάθετου λόγου μας ή, για  να το πω διαφορετικά,  γίνεται φορέας ενός κειμένου "απο κάτω",  ενός κρυμμένου κειμένου που περιέχει το φορτίο του ανεκλάλητου νοήματος, ή ενός νοήματος που ανήκει στη σφαίρα των καταστάσεων που δεν μπορούν να ειπωθούν γιατί υπερβαίνουν το όριο του λόγου. Κι όλοι συμφωνούμε με αυτό.
Νομίζω ότι στο "Βράδυ" έχουμε μια τυπική περίπτωση "κρυμμένου" νοήματος. Ο Καρυωτάκης εδώ κρύβει τον ζόφο που θα  αποκαλύψει απερίφραστα σε ένα άλλο εμβληματικό  ποίημά του, την  "Πρέβεζα". Στην Πρέβεζα το ανεκλάλητο γίνεται ρητό. Αποδίδεται στον κόσμο η βαθύτερη ιδιότητά του. Κι εκεί ο κόσμος ορίζεται τελεσίδικα. Βαπτίζεται, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που βαφτίζεται ένα παιδί, και αποκτά το όνομα που το συνδέει με την ύπαρξή του και με τους προγόνους του. Συνδέεται με την ύπαρξη.
Εδώ η πανούργα απουσία μας συνδέει όχι με την ύπαρξη αλλά με  την προϊούσα  ανυπαρξία.  Η επέλαση της νύχτας δεν έχει συντελεστεί, βρίσκεται ακόμα στο γίγνεσθαι, γι' αυτό και μπορεί να έχει όμορφα χρώματα και μακρυσμένους ήχους στο "ανοιξιάτικο δείλι".  Η επέλαση της νύχτας  όμως ΕΙΝΑΙ αυτή η μακρυσμένη ιαχή που, σε αντίθεση με τις εικόνες του εξωτερικού κόσμου που απέρχονται, προσέρχεται. Και δίνει το κρυμμένο ρήμα μέσα από τα μελαγχολικά της συμφραζόμενα: Το ρήμα της ύπαρξης. Το ρήμα που προσδίδει στα πράγματα όνομα.
Μια ιαχή που προσέρχεται. Μια κραυγή.
jiagogina


ΠΡΕΒΕΖΑ


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.




Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.




Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.




Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.




Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.




Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

19.8.18

πλάνης

Πόσο έχω αποθυμήσει
τον τόπο της ακακίας και της λεύκας
που περπατάς και δεν πληγώνεις τα πεσμένα φύλλα
απόψε το φθινόπωρο θέλω να πάω εκεί
στους αμπελώνες των πριγκήπων
πεθύμησα το δικό τους κρασί
κερασμένο από δεκάχρονο αγόρι ορφανό
με γέλιο μαργαριταρένιο
και δάκρυα κοφτά διαμάντια

Μετά φορώντας τ' άστρα στα βλέφαρα
να σύρω το χορό
πλάνης κι εγώ από τ' αρχαία χρόνια
χωρίς να είναι ανάγκη να εξηγώ
τόσο καιρό στην εξορία
πώς μάτωνα και πέθαινα
και ξανά
λύγιζα στον έρωτα
μέχρι να ψηλαφήσω πόντο πόντο
τη χαραγμένη παλάμη
των κύκνων του βορρά
και την μνήμη την άθραυστη
των κύκνων του νότου

Χρόνοι εσείς που πλήγωσα
φίδια δράκοι μου
χορέψτε με μια βόλτα
απόψε πεθυμώ
με το σφιχτό σας συριγμό
να σεργιανήσω στ' άστρα

κι αύριο χαλάλι
ξανά στο πρωινό το ξύπνημα
πίνοντας καφέ στο τάσι του κόσμου
ή μπρος στον καθρέφτη ν' απορείς

"Τόσα σπασμένα πρόσωπα
κι όλα μοιάζουν"

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
(αρχείο)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...