3.11.19

Τασούλα Καραγεωργίου, «Η χελώνα του Κεραμεικού

Ίσως φανείτε τυχεροί όπως κι εγώ,

εάν βρεθείτε Απρίλη μήνα στον Κεραμεικό, 
ίσως τη δείτε ξαφνικά
να σέρνεται λικνιστικά
μες στα χλωρά τριφύλλια

Κι αν γύρω σας ακινητούν οι επιτύμβιες στήλες
κι έφιππος ο Δεξίλεως γλεντάει το θάνατό του,
ακόμα κι αν σας συγκινεί μονάχα η τέχνη της σιωπής,
δώσετε λίγη προσοχή
στο θαύμα που ζωγράφισε ο Θεός στο καύκαλό της,
μα πιο πολύ,
στο πνεύμα της αδιάφορη να οδεύει προς τους
τάφους.

(Χελώνη η ελληνική,
πατρίδα μου, βραδύ γλυπτό, που προσπερνάει τον Άδη.)
«Η χελώνα του Κεραμεικού», Εκδόσεις Γαβριηλιδη (2011) 

1.11.19

Παυλίνα Παμπούδη, ΤΟΥΡΛΟΤΑΡΑΝΔΟΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ

ΤΟΥΡΛΟΤΑΡΑΝΔΟΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ

Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες,τουρίστες απ’ την Τασμανία
Ταξίδευαν, τρελοπαρέα, στην Ταιβάν, στην Τανζανία.
Πήγαν με τρένο Τενερίφη, φτάσαν με τζιπ ως την Τουρκία
Με τρόλει μέχρι το Τορόντο, και με ταξί στην Τυνησία.

Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες, τρίδυμοι, τρισχαριτωμένοι
Από τυρί, τσίγκο και τρίχες κι από τσουρέκι ήταν φτιαγμένοι.
Τρείς πόντους ήταν ο καθένας κι είχαν τριάντα ποδαράκια
Τρεμάμενα, με τροχοφόρα, τενεκεδένια τακουνάκια.
Είχανε τρύπες στα αυτιά τους και τιρκουάζ μαλλιά και γένια
Είχαν στο δέρμα τους τσιμπούρια και τατουάζ τριανταφυλλένια.
Ήτανε τέλεια τερατάκια: είχαν τανάλια στην ουρά τους
Τρυπάνι είχαν στη μουσούδα και τιρμπουσόν στα κέρατά τους.
Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες τριγύρισαν τον κόσμο όλο
Και τερματίσαν σ’ ένα τούνελ, τέσσερα μέτρα απ’ το Τυρόλο:
Τον ένα τρώει ένα τσακάλι, τον άλλο τράγος τραγανίζει
Και τσαλαπετεινός τον τρίτο τσαλαπατά και τον τσακίζει.
Ήταν οι τρεις οι τελευταίοι, τι κρίμα, σ’ όλους τους πλανήτες!
Γι αυτό, καθόλου δεν υπάρχουν πια οι Τουρλοταρανδοτερμίτες…

από τη σελίδα φβ της ποιήτριας και ρικαστικού Παυλίνας Παμπούδη. Με τις ευχαριστίες μου!

ΤΑΓΚΟ

Χόρευε χρόνε χόρευε
και κράτα απ' τη μέση την ντάμα σου  χόρευε
με βλέμμα πυρωμένο από πάγο χόρευε
την κοιτάς κι εκείνη -πώς πρόλαβε; πού το μαθε; τόσο μικρό κορίτσι-
πέφτει κατάματα μέσα σου κι ανασαίνει 
χαμογελώντας έναν έβενο
Χορευε
στη θέση κοιτάς 
στην άρση χτυπάς
στην παύση ένα φιλί
στην κόψη αίμα
εκεί που διαλύεται η συνέχεια των γραμμών, αν μ' εννοείς,
και μοιάζεις ο αγραμμικός εραστής των ημερών μου

Χόρευε χρόνε
έμαθα λίγο βλέπεις  το  βηματολόγιο
πώς στηρίζεις πώς χαϊδεύεις πώς φιλάς
πώς πάντα ανήξερα θολώνεις με την ομορφιά σου
τα στιλπνά δευτερόλεπτα
κι ατμός ξεφεύγεις στο άλφα του έρωτα
πώς λοιπόν να μη σε τιμήσουν
και τα ουράνια σώματα
περιστροφή και απόβραδο
περιστροφή και μουσελίνα
περιστροφή κι οργώθηκαν οι μέρες

κι ακούγεται αχνά στα βάθη  του μυελού το Ντιν του κόσμου
ένα κουδούνισμα όλο κι όλο
την ώρα που κλίνουν τα ερωτευμένα χείλη σε εκπνοή
πες κρούσμα 
αναπόφευκτο  κι αυτό του κοσμικού χορού σου










23.10.19

Τη μοίρα τη διαβάζεις...





Τη μοίρα τη διαβάζεις και στις αντανακλάσεις.


Όπως το θάνατο στο βάδισμα ενός παιδιού.


Όλα συναντώνται άλλοτε πλάτη με πλάτη,


άλλοτε χείλη με φιλί.


Τεθνεώς γεννιέται ο κάθε Αδάμ...



Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

L'alba " sta mane "

Αναπήδηση

Αναπήδηση 





Το παρόν μου είναι γεμάτο παρελθόν που αναπηδά στο μέλλον. 

Τα τριαντάφυλλα απλώς κοσμούν αυτή την μονήρη σιωπή 

Που τίποτα δεν μαρτυρά κι όσα την πόνεσαν τα μαρμαρώνει

Με αποδεκτά ταφής κοσμήματα 



Αν ελπίζω στο αύριο; 

Όχι


Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

16.10.19

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΘΑ 'ΡΘΟΥΝ

...το στιχάκι αυτό το έγραψα στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Το θυμήθηκα τώρα γιατί μου μοιαζει προφητικό,  μου μίλησε ξανά.
Οι μέρες ήρθαν... 
Γ.Δ.


ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΘΑ 'ΡΘΟΥΝ

Οι μερες που θα 'ρθουν
μέρες της άμμου
κι αγριεμένων λόφων ερημία
όμως ανάσα θα 'χει ακόμα μία
ο κόρφος σου κι η άνοιξη, χαρά μου

Στη Σαμοθράκη πάνω
και στη Θάσο
παράτησαν μονάχο ένα θρήνο
όμως κοντά σου εγώ
εδώ θα μείνω
δεν εχω πια παράδεισο να χάσω

Οι μέρες που θα 'ρθουν
θα 'ναι δικές μας
πρωινά σ'  ακτές δαντελωτές κι αρμύρα
για να πλουτίσουμε τις αλυκές μας
στο πέλαγου τη νοτισμένη πείρα

κι η φτώχεια μου πιστή να σου προσφέρει
τον πλούτο που 'χει  μάθει να προφέρει.


3.10.19

Μέρα του Οκτώβρη


Μικρό φθινόπωρο
Τρεις δεκοχτουρες στον ουρανό
Δυο γέροι αλά μπρατσετα περπατώντας στο πεζοδρόμιο 
Ένα τριανταφυλλάκι εκεί που δρόσισε 
Όλα αναπαύονται στη ζεστασιά  μιας στιγμής 
Προσώρας
Όπως η αναπνοή στο αυτί σου
Κορμί αγαπημένου που έλειπε χρόνια και σ’ αγκάλιασε επιτέλους 

Ψέματα που αληθεψαν πάλι 
Φέρνει αυτό το φέγγος
Αυτό το αχάραχτο  πάλι πρωινό 

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

13.9.19

Τζελαλαντίν Ρουμί, Στον Κήπο του Αγαπημένου


Έχεις δυο χέρια, δυο πόδια και δυο μάτια.
Αλλά αν η καρδιά σου κι ο Αγαπημένος
είναι επισης δύο,
ποιο το όφελος;

Περηφανεύεσαι: Εγώ είμαι ο εραστής.
Κούφια λόγια.
Αν βλέπεις εραστή κι Αγαπημένο σαν δύο,
ή τα βλέπεις δίπλα, ή δεν ξέρεις να μετράς.

Απόδοση: Καδιώς Καλύμβα
εκδόσεις Αρμός

5.9.19

Sultan Walad, Με τους άγιους πώς δοικάσαι λάλησε


Το παρόν ποίημα είναι γραμμένο στη Νέα Ελληνική απο το γιο του Rumi (1207-1273), τον Sultan Walad (1220;-1312), που, όπως κι ο πατέρας του, έγραψε στίχους στα ελληνικά. Το αναζήτησα στο σάιτ του γλωσσολόγου Νίκου Νκολάου, όπου μπορείτε να περιηγηθείτε και να δείτε τις διαφορετικές "αναγνωστικές" εκδοχές που προτείνονται από πολλούς μελετητές - γλωσσολόγους, δεδομένου ότι και οι δύο ποιητές έγραφαν τα ελληινικά σε αραβική γραφή. Εδώ η εκδοχή η καταγεγραμμένη από τον Δημήτρη Δέδε.

Με τους άγιους πώς δοικάσαι λάλησε·
μαναχός μη τρως, τους άλλους κάλεσε.
Φανερά τον θεόν θωρούν τα μάτια σου,
δεν χωράς αχ την χαρά στα ιμάτια σου.
Με το φως τον θεόν θωρείς στο πρόσωπο,
θέτνω 'γω εις τη θύρα σου το μέτωπο.
Τις κεφάλιν έθεκεν όγιον δούλου
να πατήση στο κεφάλι του αγγέλου·
γοιον τους άγιους πάντα να 'ναι ζωντανός.
Γοιον τους άλλους μη του έρτη θάνατος.
Όγιος εδώ να κολλήση μετά σεν,
ν' αγοράση να πουλήση μετά σεν·
όγιος έχει στην ψυχή αγάπη σου
να θωρή ό,τι θωρούν τα μάτια σου,
είπεν: Εις το σκήνωμα γοιον την ταφή·
έλα πέ<ν>θα κ' η ψυχή μας την ταφή.
Είπες: Επά εδώ πόσα λαλείς,
τι γυρεύεις απ' εμάς που μας καλείς;
Εις τη γην το σκήνωμα κάτω πατεί,
η ψυχή απάνω μεριά πορπατεί·
εις τη γη το σκήνωμά μας να χαθή,
και η ψυχή μας με τους άγιους να 'φραθή.
Η ψυχή αχ την χαρά φυτρώθηκεν
αφών ήρτεν απ' εκεί πικρώθηκεν.
Πάλι τού υπάει η ψυχή στον τόπον Του
να χαρή πάντα εκεί στον πόθον Του.
Φως ήτον εκεί, εδώ μαυρώθηκεν·
πάλι απέ το φως του θεού επυρώθηκεν.
Κάμποσον κάτω στη γη επιάστηκεν,
πάλι πήγεν στα ψηλά που πλάστηκεν.
Στάλαμμα που 'τον εδώ στη χωρισιά
πάλι εσμίχτην, έγινεν θάλασσα·
πάλι το 'πιεν εκεί, λυτρώθηκεν
κι απ' εκείνο το 'θελεν γομώθηκεν.
Η ψυχή του λαλεί εκεί σαν εμέν,
Τις να 'ναι στον κόσμον όλον γοιαν εμέν·
ηύρα κείνον τον εγύρευγα εγώ
και απ' εκείνον τα 'μαθα ό,τι λαλώ·
φιλώ τον πάντα δίχου χείλη εκεί
και είναι δούλοι γοιαν εμέν χίλιοι εκεί.
Δεν χωρεί στην γλώσσα τα κάλλη του θεού·
έλα κάγου, λυγερέ, στον πόθον Του.
Τις έδωκεν την ψυχήν του, έζησεν·
τις εδώ τσακώθην, όλους νίκησεν




Δημήτρης Δέδες, «Τα ελληνικά ποιήματα του Μαυλανά Ρουμή και του γιου του Βαλέντ κατά τον 13ον αιώνα», 

Τα Ιστορικά, τόμ. 10, τεύχ. 18-19 (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1993)


περισσότερα στοιχεία εδώ! στο σάιτ του Νίκου Σαραντάκου, με τις ευχαριστίες μου για το πολύτιμο υλικό!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...