17.6.18

Το ψάρι που τραγουδαει

Από όλα τα παράδοξα της ζωής μου
Ετούτο είναι το πιο αξιομνημόνευτο
Ήμουν  παιδί πριν το σχολειό
Με τη μητέρα μου εκδρομή στα συδεντρα κοντά μιας φημισμένης λίμνης
Κι εκει που  περπατούσαμε κι αγνάντευε εκείνη  τις λεύκες ευθυτενεις
Να θροιζουν πάνω απ’ το κεφάλι στη  γλώσσα τους με κεντημένα ερωτόλογα
(Που φαίνεται οτι τα νιώθαμε κι εμειις γιατί σχεδόν ψιθύριζαμε αναμεταξύ μας  θαυμαστικες φωνούλες
- η μητέρα φορούσε την κοντή κόκκινη ζακέτα και μια φούστα κλος που ριγουσε με το παραμικρό φύσημα
Κι ήταν  αφύσικα ευδιαθετη και μου κρατούσε το χέρι μαλακα χωρις βία όλως περιέργως
Γιατί συνηθως είχε φόβο
Ότι θα με τραβήξει απότομα κάποιος κρυφός βοριάς ας πούμε  ή θα με συρουν ξωτικά για πάντα στις φωλιες τους  και θα με κάνουν τρελή )
Εκεί που περπατούσαμε λοιπόν
τράβηξα απότομα τα δαχτυλάκιαα μου απ’ το χέρι της
Τόσο γρήγορα όσο περνάει απ’ τη ματια μια γερακίνα
Κι έφυγα τρέχοντας  χρεμετιζοντας σαν άλογο
Καταπάνω  στο μικρό μονοπάτι πιλαλωντας
Δοσμενα αδιαπραγμάτευτα
Όπως στον  οργασμο
όταν κοιτάς στα ματια το αγαπημένο πρόσωπο
Κι οι θερμες αναβρες της ζωής αντιδοτουν τον θάνατο
Χορευοντας στο αχατι του υαλωδους

Η μανούλα μου έβγαλε μια κραυγή τρόμου
Κι έτρεξε στο κατόπι  μου
Αλλα ήταν το μονοπάτι δαιδαλώδες
Και μ’ έχασε αμέσως
Ακουγα ανάμεσα στα φυλλώματα τη φωνή της
Μα έπαιζα πια κυνηγητο κι ηταν ωραία

κυλαει αυλάκια ο ιδρωτας κι η αναπνοή βαραίνει
πέφτουν πάνω μου βρυα λυγαριές δεντρόπουλα
ξεφεύγω στριβω κι η φωνή της μάνας  αργοπορεί

Ώσπου τα βήματα μου σταμάτησαν  σ’ ένα ξέφωτο
Λίμνη κρυσταλωτή και πάνω της πλατάνια
Κι η αντανάκλαση χωρίς ρυτίδα ανέπαφη από πλάνες
Το πάνω το κατω ένα και το αυτό
Και μόνο δυο ελάφια που επιναν νερό
Τσαλάκωναν με τις γλώσσες τους το αχόρταγο Ένα
Σήκωσαν το λαιμό με μια ρυπη με είδαν και χαθήκαν
Η σιωπή έγινε άρωμα  ιάμβου

Και  τότε ανάμεσα στο πράσινο και το ουρανί
Ένας σπασμός ράγισε το νερο
Και αναπήδησε ένα ψάρι
Δεν μ’ είχε δει ή με ανέχτηκε · ποιος ξέρει ·
Κι άρχισε να χορεύει και να τραγουδά
Στον πρώτο ρυθμό που άκουσε ποτε η καρδιά μου
Η ουρά του κρουστή
Το στόμα του λάλο
Και το κορμί του παρθένος χρυσός
Με γραμμώσεις κόκκινες
Έλεγε ένα τραγούδι που δεν θυμαμαι πια
Κι αδυνατώ να το περιγράψω ασφαλώς
Αλλά τ’ αυτιά μου γιναν του ελαφιού
Η οσφρηση μου αλόγου
Τα μάτια της μου έδωσε η γερακινα που κοιτούσε από ψηλά
Κι όλα τα ρω του κόσμου ήρθαν και γλυστρησαν από τους υδρατμούς μέσα στον ουρανίσκο μου
Κι έγιναν σάλιο μου έκτοτε

Το ψάρι τραγουδούσε ώρα
Κι αναπηδούσε στον αέρα
Μεχρι που κουράστηκε και μ’ ένα λυγμό  βύθισε το κορμί του στο νερό

Κι ύστερα πάλι γυαλί ο κόσμος αχάραγο
Κι από μακριά ξεπρόβαλε η φωνή της μητέρας

Έτσι έγινε λοιπόν
Λίγο πριν  πέσω στον κόσμο
Το ψάρι που τραγουδάει
Έτυχε να συναντήσω μια μέρα εκθαμβωτική
Και πρώτη φορά το λέω και το ομολογώ....

Γεωργία Δεληγιαννοπουλου











15.6.18

ο αντίπαλος

Φιλος  μου ποτε
Ούτε κι εχθρός
αντίπαλος , ναι
Ισχυρός όσο  εγω και λίγο πιο πολύ
Τόσο που να  με συντριβει στα μαύρα  χαλίκια
Εκει που πέφτεις ηττημένος από την ασκημια και τη δίκαιη χλεύη
Τόσο όσο να γυμνάσεις τα λυμφατικα σου δάκρυα να γίνουν πιο ισχυροί κρουνοί
Να ποτίζεται η αδικία της ζωής και να φυτρώνει ρωμη

Δεν είναι καθημερινή σχέση
Σχόλη και γυμνασιο
Δεν είναι προβλέψιμος
Είναι πάντα απρόβλεπτος μεχρι να τον μάθεις
Και  τότε  ξάφνου  διαφεύγει κι ανασυντάσσεται ξένος
Μεχρι στη στροφή του μαγικού κύκλου να εμφανιστεί πάλι
Στητος μπροστά θεόρατος
Με τα πικρα τιτάνια λόγια
Πάνοπλος όχι να σε πληγώσει μα να πληγωθεις

Τον είδα πάλι χτες
Με επισκέφτηκε απρόσμενα στο κατωφλι μου και βάλθηκε να με σακατευει
Με τόση μαύρη αλήθεια που μου αξίζε
Με τόσα γεγονότα και διαψεύσεις  στο μεδούλι
Κομματι μου η αλήθεια  του
Την προσκυνώ

Μα ξαφνικά
Με μια δικιά τους θέληση
Άρχισαν με βία να μακραίνουν τα μαλλιά μου άσπρα
Γιναν ποταμοί χειμερινοί αφρισμένοι
Κι εγω εντός τους ένα ασημένιο ψάρι
Ρωγμή στο θυμωμένο κύμα

Ιλυς κι αφροι κι αναπνοή
Κι αρχινισε ένα  τραγούδι μόνο του
Από μια  σχισμή τόση δα
Τραυματισμένου σώματος
-Πως μπορεί, Θεέ μου,  το όλον να αναβλύζει από ένα χάραμα-
Κι εκει τα ματια μου αποσύρθηκαν από τον κόσμο αυτό
Και κατοικήθηκαν αβρα
Από της λεμονιάς  τον δροσερό μίσχο

Έμεινε αυτός για λίγο
Μετέωρος άτρωτος αρραγής
Περιμένοντας να πω κάτι
Γονάτισα
Τι άλλο θες του είπα
Σε όλα  είχες δίκιο

Και τον αψήφησα
Γεωργία Δεληγιαννοπουλου

29.5.18

Παυλινα Παμπούδη, Μαργαριτα

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ


Πρασινογάλαζο φουστάνι
Ανέμισε για μια στιγμή στο χρόνο μου
Το δίδυμό του φάντασμα
Της Μαργαρίτας το γαλαζοπράσινο
Χανόταν ήδη στον ορίζοντα

Σε εκτός τόπου διακοπές, ισόβιες
Σε  παιδικότητα απόκρημνη
Στα βράχια τρέχαμε ξυπόλητες

Πάνω μας το διάφραγμα άνοιγε κι έκλεινε
Εντυπωνόταν ανεξίτηλα στη μνήμη
Ύδρα μυριοκέφαλη, ανίκητη

Η Μαργαρίτα όλο γέλια, διαλείψεις
Αντιφάσεις ήλιου – σκοταδιού
Ψέλλιζε έκθαμβη λόγια σαν ξόρκια:
Μαζί με το αντίθετό τους πάντα
Γρήγορα ειπωμένα, σκόρπια

Παίζαμε·  μεσημέρι
Στη θάλασσα ως τα μάτια, η γλαυκώπις
Έγραφε στον αφρό
Λέξη λέξη ξαγκίστρωνε τη σάρκα της
Προσκολλημένη  
Σε κάτι ογκώδες, μαύρο, απ’ το βυθό
Που δεν ερχότανε

Ύστερα, πριν νυχτώσει, έφυγε

Με το φλεγόμενο οξυγόνο
Άλω γύρω της - διαμαρτυρία
Για το άδικο γήρας των κοριτσιών
Το επερχόμενο

Με όλα της τα μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά
Λευκά ξανά κι ανέπαφα

Γλίστρησε από άνοιγμα κρυφό στο πλάι
Κάθοδος εις Άδου
Με το κλειστό της βαγονέτο
Ξανά στη μήτρα της μαμάς της

Στη σκοτεινή οικογενειακή
Κρύπτη των συγγραφέων

(Από το ΤΟ ΜΩΒ ΑΛΜΠΟΥΜ /ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ)

23.5.18

από το  δικτυακό περιοδικό  "περι ου"

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: Δυο ποιήματα

Ας είμαστε ευχαριστημένοι με όσα κάναμε

 Από την υπέρτατη μοναξιά γεννήθηκε η αγάπη,
όμως η αγάπη έχει τις πληγές της δημοκρατίας.
Κι εγώ είτε υπάρχω είτε δεν υπάρχω, το ίδιο είναι.

Η ζέστη θα είναι ζέστη ωσότου κουραστεί.
Ο χρόνος θα είναι χρόνος μόνο για όσο θα ζούμε.
Η βιασύνη ας είναι η τελευταία  μας προτεραιότητα.

Όλοι θέλουμε να κάνουμε πολλά, αλλά κάνουμε λίγα.
Η τεμπελιά, τα εμπόδια και η έλλειψη χρόνου είναι η αιτία.
Ας είμαστε όμως ευχαριστημένοι, με όσα κάναμε.

  

Τα νησιά μου έχουν ρίζες δυνατές

Βότανα βάζω σε ζεστό νερό και πίνω.
Στο χέρι μου βιβλίο και διαβάζω.
Έτσι την μοναξιά μου σβήνω.
Έχω την πόρτα μου κλειστή και την καρδιά μου ανοιχτή.
Ακούω ράδιο παράδεισο και γράφω στίχους
στους τοίχους του μυαλού μου.
Ακούω ήχους μακρινούς και ακαθόριστους.
Δεν ξέρω του μισθού μου τ’ ακαθάριστα.

 Της σκέψης μου κάποιο γρανάζι κάνει νάζι,
μα δεν μπορεί να μη μου επιτρέπει 
να προχωρήσω, την ώρα που ο χρόνος τρέχει.
Στο μυαλό μου δεν υπάρχουν ζώνες γκρίζες .
Τα νησιά μου έχουν ρίζες δυνατές.


Βιογραφικό σημείωμα
Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης γεννήθηκε στον Κάτω Θόλο, ένα μικρό χωριό στον νομό Δράμας, την Πρωταπριλιά του 1951. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο Α.Σ.Π.Ε. Έχει εκδώσει τα βιβλία: ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΞΕΚΙΝΗΜΑ (1970), ΣΟΥΛΟΥΤΣΕΧ (Η οδύσσεια ενός Ποντίου) (1984), Ο ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (ποιήματα,1992), ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ (ποιήματα, 1997). Δημοσίευσε σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και ηλεκτρονικά).

20.5.18

Παυλινα Παμπούδη, το Πουλί ποιημα



ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχονται πάλι στ’ όνειρο τοπία

Του προγονικού πλανήτη

Πυκνοκατοικημένα απ’ τον πληθυσμό των αοράτων


Σύννεφα σε αντίθετη περιστροφή του θόλου

Σε ταχύτητες φωτός κυνηγημένα,

Στρόβιλο έντρομων πουλιών σηκώνουν

Μνήμες

Από το φτερωτό μου γένος

Του ανθρώπου


Ωδικό του κατώτερου αιθέρα

Άρπυια, ερινύα, γρύπας, φοίνικας δικέφαλος

Αδέξιο στρουθίο

Με ψιχίο του άπειρου στο ράμφος

Έξω και μέσα

Ορνιθοσκαλίσματα

Ξύνω

Λοξά στο κέλυφος

Χτυπώ

Χτυπώ


Να σπάσει

Το αυγό μου

Με το θνησιγενή του λόγου νεοσσό

Από ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΦΥΛΛΑ, 2007

9.5.18

Αιρέσεις

Αιρετικά όχι έκνομα
μιλάω για τα ταξίδια
Με οργάνωση δελφινιών και φάλαινας φυσητήρα
Βεβαιως ανορθόδοξα 
Υπάρχουν κι οι κρυφες πυξίδες
Πασχαλίτσες
Κι οι αστρολαβοι των λυγμών
Τα άλλα ας τα φέρει βόλτα η Ανάγκη
Γυρνώντας με τα πλουμιστά φουστάνια της το ρίζωμα του γαλαξία
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

8.5.18

Δημήτρης Χουλιαράκης Η ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ


Στόμα μη δεις το έρεβος
που τρίζοντας ανοίγεται μπροστά σου
στόμα μην τρελαθείς στις κορυφές
τη γλώσσα σου με το ξυράφι μη χαράξεις
στόμα μη φτύσεις τα δοντάκια σου
μην κλείσεις μην ανοίξεις
στόμα το σκοτωμένο αίμα σου
κράτα στον ουρανίσκο.
[περ. Μπιλιέτο 9-10 (Ιούλιος 2006-Ιούνιος 2007) 48]

το δανείστηκα από τη σελίδα φβ το ποιητή  και κριτικού Θανάση Μαρκόπουλου 
τον οποίο και ευχαριστώ θερμά
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...