20.9.18

Κώστα Καρυωτάκη, Το Βράδυ, μια απόπειρα συντακτικής προσέγγισης


ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη
Τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα, η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα `ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...
.....

Μια απόπειρα  συντακτικής  προσέγγισης του ποιήματος

Τρεις στροφές  έχει το ποίημα, τετράστιχες, με μια δομή πολύ καθαρά στοιχισμένη. Μετρικά παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ισιρροπημένος ανάπαιστος:   στους μονούς στίχους κάθε στροφής (με δεκατέσσερις συλλαβές) περισσεύει μία. Οι ζυγές συλλαβές είναι μεν αναπαιστικές. αλλά οι στίχοι είναι επτασύλλαβοι.  Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση μουσικής πεζότητας ή προφορικής μουσικότητας που έχει μέσα της  το έντονο στοιχείο της κίνησης,  αυτό του αναπαιστικού βαδίσματος.  Ξεκινάει ως μια γλυκειά προέλαση... Αυτή η περίεργη ρυθμικότητα  του ποιήματος είναι κομμάτι της γοητείας του (και τόσο ευφυώς την έχει αναδείξει η μελοποίηση της Λένας Πλάτωνος). Αλλά δεν θα ασχοληθώ με αυτό. Αποτελεί κι αυτή ένα ενδιαφέρον κλειδί της ανάγνωσής του και πολλούς συσχετισμούς θα μπορούσαμε να κάνουμε με την "ιαχή" τη  "μακρυσμένη" ή τις  "καμπάνες που σβήνουν"  ή το "τρένο που θα ΄ρχεται από μια άγνωστη χώρα" - σημαίνοντας έναν ολόκληρο κόσμο  ήχων που φτάνει στ αυτί του αποδέκτη ενώ συγχρόνως απομακρύνεται -,  και με το "βράδυ που πέφτει ολοένα". Το βράδυ που επελαύνει.
Προσπερνώ τον πειρασμό να ασχοληθώ με την αντίστιξη αυτής της παράλληλης κίνησης, το φευγιό των εικόνων και των ήχων του φωτός και τον ερχομό του σκότους, για να εστιάσω το ενδιαφέρον της ανάγνωσης του ποιήματος στην συντακτική του δομή. Το ερώτημά μου είναι: ποια είναι η κύρια πρόταση κάθε στροφής; Πού βρίσκεται το ρήμα;  Ποιο είναι το ρήμα; Όλες οι στροφές είναι γεμάτες αναφορικές προτάσεις.  Τι κρύβει αυτό το ποίημα χωρίς ρήμα;
Ξέρουμε ότι όταν λείπει στην περίοδο ένα ρήμα πρέπει να το εννοήσουμε...  Φιλόλογοι και σπουδαστές παιδευόμαστε με αυτό το γρίφο στα αρχαία κείμενα.  Αλλά στη νεοελληνική λαλιά μας, στον καθημερινό μας λόγο, πόσω μαλλον στον ποιητικό, η απουσία του ρήματος  δεν  αποτελεί γρίφο. Συχνά το ρήμα το εννοούμε "ευκόλως" χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί το ρήμα που λείπει γίνεται κομμάτι του ενδιάθετου λόγου μας ή, για  να το πω διαφορετικά,  γίνεται φορέας ενός κειμένου "απο κάτω",  ενός κρυμμένου κειμένου που περιέχει το φορτίο του ανεκλάλητου νοήματος, ή ενός νοήματος που ανήκει στη σφαίρα των καταστάσεων που δεν μπορούν να ειπωθούν γιατί υπερβαίνουν το όριο του λόγου. Κι όλοι συμφωνούμε με αυτό.
Νομίζω ότι στο "Βράδυ" έχουμε μια τυπική περίπτωση "κρυμμένου" νοήματος. Ο Καρυωτάκης εδώ κρύβει τον ζόφο που θα  αποκαλύψει απερίφραστα σε ένα άλλο εμβληματικό  ποίημά του, την  "Πρέβεζα". Στην Πρέβεζα το ανεκλάλητο γίνεται ρητό. Αποδίδεται στον κόσμο η βαθύτερη ιδιότητά του. Κι εκεί ο κόσμος ορίζεται τελεσίδικα. Βαπτίζεται, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που βαφτίζεται ένα παιδί, και αποκτά το όνομα που το συνδέει με την ύπαρξή του και με τους προγόνους του. Συνδέεται με την ύπαρξη.
Εδώ η πανούργα απουσία μας συνδέει όχι με την ύπαρξη αλλά με  την προϊούσα  ανυπαρξία.  Η επέλαση της νύχτας δεν έχει συντελεστεί, βρίσκεται ακόμα στο γίγνεσθαι, γι' αυτό και μπορεί να έχει όμορφα χρώματα και μακρυσμένους ήχους στο "ανοιξιάτικο δείλι".  Η επέλαση της νύχτας  όμως ΕΙΝΑΙ αυτή η μακρυσμένη ιαχή που, σε αντίθεση με τις εικόνες του εξωτερικού κόσμου που απέρχονται, προσέρχεται. Και δίνει το κρυμμένο ρήμα μέσα από τα μελαγχολικά της συμφραζόμενα: Το ρήμα της ύπαρξης. Το ρήμα που προσδίδει στα πράγματα όνομα.
Μια ιαχή που προσέρχεται. Μια κραυγή.
jiagogina


ΠΡΕΒΕΖΑ


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.




Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.




Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.




Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.




Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.




Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

19.8.18

πλάνης

Πόσο έχω αποθυμήσει
τον τόπο της ακακίας και της λεύκας
που περπατάς και δεν πληγώνεις τα πεσμένα φύλλα
απόψε το φθινόπωρο θέλω να πάω εκεί
στους αμπελώνες των πριγκήπων
πεθύμησα το δικό τους κρασί
κερασμένο από δεκάχρονο αγόρι ορφανό
με γέλιο μαργαριταρένιο
και δάκρυα κοφτά διαμάντια

Μετά φορώντας τ' άστρα στα βλέφαρα
να σύρω το χορό
πλάνης κι εγώ από τ' αρχαία χρόνια
χωρίς να είναι ανάγκη να εξηγώ
τόσο καιρό στην εξορία
πώς μάτωνα και πέθαινα
και ξανά
λύγιζα στον έρωτα
μέχρι να ψηλαφήσω πόντο πόντο
τη χαραγμένη παλάμη
των κύκνων του βορρά
και την μνήμη την άθραυστη
των κύκνων του νότου

Χρόνοι εσείς που πλήγωσα
φίδια δράκοι μου
χορέψτε με μια βόλτα
απόψε πεθυμώ
με το σφιχτό σας συριγμό
να σεργιανήσω στ' άστρα

κι αύριο χαλάλι
ξανά στο πρωινό το ξύπνημα
πίνοντας καφέ στο τάσι του κόσμου
ή μπρος στον καθρέφτη ν' απορείς

"Τόσα σπασμένα πρόσωπα
κι όλα μοιάζουν"

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
(αρχείο)

Σαβίνα Μαντζαβινάτου, Πτήση 306

ένα αφήγημα "μινιατούρα" της Σαβίνας Μαντζαβινάτου


ΠΤΗΣΗ 306

Μπήκε στο αεροπλάνο από τους πρώτους. Κάθισε στη θέση της με τη βοήθεια της αεροσυνοδού. Ίδρωσε και βάλθηκε να προσπαθεί να ανοίξει το παράθυρο.
-Ξέρετε, δεν ανοίγει, είναι η πρώτη σας φορά, φαίνεται, της είπε η αεροσυνοδος με ένα μειδίαμα.
Ναι, ήταν η πρώτη της φορά, φοιτητριούλα 18 χρονών.
Όταν συνειδητοποίησε τη χαζομάρα της, την έπιασε ένα γέλιο, μα ενα γέλιο.
Πλάι της ήρθε και κάθισε μια κυρία.
-Σπουδάζεις στην Αλεξανδρούπολη, κοριτσάκι; Μήπως πας στους δικούς σου;
Καμιά απάντηση.
-Εγώ πηγαίνω στο νοσοκομείο. Ο γιος μιας φίλης μου, ένα παλικάρι ίσαμε κει πάνω, έπαθε μεγάλο ατύχημα στο στρατό.
Παίζεται η ζωή του.
-Ποιο είναι το όνομά του;
-Ορφέας, μα τι;
-Πώς θα πάτε ίσαμε εκεί; Με παίρνετε μαζί σας;
-Πού πας, κοριτσάκι;
Στον αρραβωνιαστικό μου τον Ορφέα...
από τη συλλογή Ψυχή ανεμόεσσα, Διηγήματα και άλλα...
εκδόσεις Μανωλάκος

10.8.18

Για τη Χρυσα....

Για όσα με πλήττουν άμεσα και βαριά στην καρδιά δυσκολεύομαι πάντα να μιλήσω, ιδιαίτερα εν θερμώ... Αλλά τώρα θα το κάνω, παρότι τα ανεκλάλητα είναι πολύ πιο δυνατά από το Λόγο που προφέρουμε και προσφέρουμε  στις μεταξύ μας σχέσεις, ή τα λόγια που καταναλώνουμε, ιδιαίτερα κάτι τέτοιες ιστορικές στιγμές σαν κι αυτή που ζούμε τώρα δα.... Τέλος πάντων, θα προσπαθήσω να μιλήσω, όσο πιο συνοπτικά...
Ζούμε, θα περιοριστώ σε αυτό, μια ιστορική στιγμή βαρυσήμαντη. Η πυρκαγιά στο Μάτι ήταν για όλους μας ένας φοβερός συγκλονισμός. Ο καθένας μας θα μπορούσε να είναι εν δυνάμει θύμα αυτής της φωτιάς.  Μας άγγιξαν όλους οι φλόγες της, άγγιξαν, έκαψαν ολοσχερώς αγαπημένους φίλους, γνωστούς, ζώα, πουλιά,  σπίτια, τα δάση μας.  Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι  ορθώθηκε μέσα στη συμφορά πεντακάθαρη η μορφή αυτού του όντος που όλοι μαζί εδώ και 40-50 χρόνια έχουμε γααλουχήσει, οι πολίτες,οι  ιδιώτες, ο κρατικός μηχανισμός, οι κυβερνήσεις....   Το "αυθαίρετο" είναι μια νεοελληινκή ιδιοπροσωπία...  Από την εποχή του Όθωνα, θυμίζω. (βλέπε Αναφιώτικα)...   Είναι η πρόταξη του ατομικού Εγώ έναντι του συλλογικού. Αυτό το  διεκδικητικό νεοελληνικό Εγώ οικοδομησε ένα σύστημα αξιών αλλά και μια χωροταξία που το κατέστησε εν τέλει συλλογικό και παντοδύναμο. Επεσκίασε η ατομική ορμή ανάπτυξης κάθε έννοια συλλογικότητας. "κοινωνίας",   κι αυτό το Ον,  με την περιπαιχτική αυθαιρεσία του,  μεγάλωσε, χόντρυνε, απλώθηκε, γιγαντώθηκε, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, πότισε τη νοοτροπία μας, την αισθητική μας., τις αποφάσεις μας...  Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν, που λέει κι ο ποιητής...  Δρέπουμε καρπούς κι οι αθώοι κι οι φταίχτες....

Θα καταφέρει η κυβέρνηση να πλήξει την αθαιρεσία;;  Αμφιβάλλω... Ποιος τολμάει να τα βάλει με το παντοδύναμο  ον του κρατικού μηχανισμού; Ποιος δεν θα φοβηθεί το πολιτικό κόστος;   Δεν πιστεύω στις αλλαγές που γίνονται από πάνω προς τα κάτω. Πιστεύω στις αλλαγές που ξεπηδούν από τα σπλάχνα της ατομικής ανθρωπιάς, εκεί στα έγκατα της συλλογικής ανθρώπινης συνείδησης, από τα κάτω προς τα πάνω. Και δεν είμαι αισιόδοξη ότι το νεοελληνικό αυτό τέρας είναι έτοιμος  ο καθένας από μας να το αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο... Μέχρι να γίνει αυτό, και αν γίνει ποτέ, το μόνο που μπορώ να προτείνω - που κι αυτό έχει ένα κόστος άλλοτε μικρό άλλοτε μεγάλο - είναι να προβαίνουμε ο καθένας ξεχωριστά σε πράξεις ανθρωπιάς, επιλεγμένες με την εναργή μας συνείδηση...  να δικαιώνουμε τον Άνθρωπο μέσα μας...

Όπως η Χρύσα... Που έσωσε το σκυλάκι της και μετά αναζήτησε τον αγαπημένο της....
Jiagogina

4.8.18

Νάνος Βαλαωρίτης, «Ύστατο σονέτο»

Νάνος Βαλαωρίτης,
«Ύστατο σονέτο»

Τι παράξενη μοίρα αυτή να μην
παίρνομε είδηση ότι βρισκόμαστε
στους αντίποδες του εγώ και του εσύ

αφού μαζί περάσαμε ολόκληρη ζωή
απ’ την καλή και την ανάποδη ώσπου
μας διέγραψε του ποιήματος το τέλος

Έργο: Μαρία Γουίλσον-Βαλαωρίτη
4/8/1922-17/10/2017
Indians of the Blue Moon, 1952-1954, Paris.
Oil on board (27 x 35).

απο τη σελίδα φβ Νάνος Βαλωρίτης

3.8.18

Ανδρέας Εμπειρίκος, Θα περιμένουμε

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ο πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού που έφυγε σα σήμερα το 1975

”Θα περιμένουμε”

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.


......


Το 1935, ο Εμπειρίκος, συνεπής με τις ιδέες του, παραιτείται
από τη διευθυντική θέση που κατείχε στο ναυπηγείο του πατέρα του. Μπροστά στο ξέσπασμα απεργιακών αγώνων, θα γίνει αποστάτης της τάξης του, μην αντέχοντας «την κοινωνική ψευτιά και αδικία». Έκτοτε θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση.

Για τη ρήξη με τον πατέρα του και την πράξη αλληλεγγύης προς τους απεργούς εργάτες, πληροφορούμαστε χάρη σε 33 επιστολές του Ανδρέα Εμπειρίκου (επιλεγμένες ανάμεσα από 120 και συγκεντρωμένες στην έκδοση «Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα 1921-1935»), οι οποίες αποτελούν μέρος αρχειακού υλικού που βρέθηκε αναπάντεχα σε παραπεταμένες βαλίτσες της μητέρας του.

«Μας χωρίζουν διαφορετικές νοοτροπίες, αντιλήψεις, ιδέες και αρχές και ορισμένα γεγονότα που άφησαν ίχνη ανεξίτηλα στην ψυχή μου (...) Λοιπόν, αντί να ξαναμπώ στις δουλειές σου παραιτούμαι απ όλες πέρα για πέρα και σου αφήνω γεια».

Ολόκληρο το έργο του, είναι μια σύγκρουση με την κυρίαρχη-συντηρητική ιδεολογία της εποχής του. Αιρετικό, προκλητικό και ανατρεπτικό.

«Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής
αφού είμαστε τα εργοστάσια των ερώτων»
(Από το «Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής»)

https://www.youtube.com/watch?v=U4J18BlM0C4
δάνειο από τη σελίδα φβ  ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

23.7.18

η τέφρα μιλάει

...όλη η Αττική σε κλοιό...  Όλη η Αττική σε καπνό. Τα κανάλια φωνασκούν και δημιουργούν εξαρσεις τρόμου που, ωστόσο,  καταναλώνονται. Κλείστε την τηλεόραση. Αφουγκραστείτε το νέφος απάνω. Φέρνει μέσα του την τέφρα ενός ολόκληρου χρεωκοπημένου κόσμου, μαζι και τον απόηχο της ζωής των δασών, των πουλιών, των ζωντανών. Στα ζωντανά κι εμείς... Όχ ειδική κατηγορία.  Κλάψτε. Πενθήστε. Όλοι μαζι βλέπουμε εδώ έναν κόσμο να τελειώνει. Ειμαστε κομματι του. Τίποτα δεν είναι το ίδιο, όπως πριν, στον κόσμο των γονιών μας. Όλα αλλάζουν αμετακλητα. Ειδικη κατηγορία σημαίνει μονο το ότι εμείς μπορούμε αυτό να το αντιληφθούμε. Αν υπάρχει ελπιδα;  Φοβάμαι πως όχι. Αν υπάρχει κάτι είναι ίσως κάπου λίγη αμόλυντη σιωπή... Ίσως αιωρηθεί μαζι με την τέφρα...  Μεχρι τότε, υιοθετήστε  μια ενθύμηση και βλέπουμε...
..............
jiagogina

12.7.18

Ευχή

Στην Ε. Ζ.
Να αποκαταστήσουμε τη μάνα μας...
Αυτή που γίναμε
Κι αυτή που δεν έχουμε γίνει ακόμα
Αυτή που στην κοιλιά της κλωτσούσαν μπρατσάκια και πατούσες
Κι άλλαζε θέση το σπαργανο που μετά αναζητούσε μόνο μάτια
Όλη η ζωή ξετυλίγεται σε δυο μάτια
Για δυο μόνο μάτια
Για ένα βλέμμα που χορεύουν δυο σπίθες φωτιάς
Τα μάτια της μάνας τα μάτια
Που τρυπάνε  το πιο πονεμένο βάθος
Αυτό το βάθος  που σε γέννησε  φως μου
Που με ξέσκισε και μ’ ανάστησε
Που μ’ αγκάλιασε όταν δεν είχα καμία ελπίδα

Να αποκαταστήσουμε τη μάνα
Κι αυτή που δεν κοίταξε
Κι αυτή που δεν χάιδεψε
Κι αυτή που λύγισε και δεν τα κατάφερε
Κυρίως αυτή
Τη μάνα που έσφαλε
Κι αυτή που παρέδωσε τη μουγγή της κόρη στον πόλεμο
Κι αυτή που διαμέλισε ενα φτωχό κουφάρι από μανία θεού
Κι αυτή που σκότωσε τα παιδιά της και δραπέτευσε στο χρόνο
Κι αυτή που που τόσο πολύ χλευάστηκε γιατί σε γέννησε
Και με γέννησε
Μοιράστηκε αίμα μαζί σου κι οξυγόνο
άνοιξε ακούσια την  πόρτα της τύχης  σου
Τον Μουσαίο σταλαξε αντί φιλί στη γλώσσα
Κι από τους πόρους του κορμιού της ξεδακρυσε αυτό το αρχαίο ρίγος
Άλλων μανάδων την κραυγή κι άλλων παιδιών τα πάθη
Κι άλλων προγόνων τόσα δόρατα και ραγισμένες ζωές

Να αποκαταστήσουμε τη μάνα
Εκεί στην θάλασσα ψηλά
Να την  οιστροδοτεί ακμαίος Ποσειδώνας
Να οργιάζει μαζι της  ο Αίολος
Κι εκείνη να χύνει ιάματα
Απο τις θηλές  της γαλαξίες
Στον κόλπο της να στροβιλίζονται   ήλιοι ηδονής
Και το ακατόρθωτο μέσα στη γλώσσα της πάντα κατορθωτό
Άλλοτε φιλί άλλοτε πάλη
Άλλοτε απ’ το έρκος ράβδισμα  με το χρυσό μαστίγιο του φύλου

Στο Νάμα  το Άπαν της μάνας μου
Να αποκατασταθεί
Στη θάλασσα βουτηχτής
Στο νέκταρ των απόκρυφων φιλιών ερέτης
Φωτίτσα στο ανθρώπινο «ξανά»

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου








29.6.18

Κωστας Βρεττάκος, συνέντευξη στον. Γρήγορη Δανιήλ


Αποκλειστική  Συνέντευξη: Κώστας Βρεττάκος «Ποίηση που δεν αποστηθίζεται και δεν απαγγέλεται, δεν είναι ποίηση»

By: Γρηγόρης Δανιήλ

On: 27/06/2018

Tagged: Εκδόσεις Πόλις, Κώστας Βρεττάκος, Προστιθέμενη Αξία, Συνέντευξη






Αποκλειστική Συνέντευξη: Κώστας Βρεττάκος «Ποίηση που δεν αποστηθίζεται και δεν απαγγέλεται, δεν είναι ποίηση»


«Η προσωρινότητα αποτέλεσε πάντοτε εσωτερική μου επιλογή. Γι’ αυτό φρόντιζα να ακυρώνω σιωπηλά όλες τις επιτυχίες που είχα κατά καιρούς…Πάντοτε περαστικός. Μου αρέσει η έκφραση και δεν διστάζω να την επαναλαμβάνω».


Ο Κώστας Βρεττάκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Αθήνα και τη Ρώμη. Εκδότης για 16 χρόνια στα Τρία Φύλλα. Διετέλεσε επιμελετής εκδόσεων, διαφημιστής, φωτογράφος, δημοσιογράφος και ποιητής (δύο ποιητικές συλλογές «Ανάριθμα», 1971 και «Ανάριθμα Β'»,1977). Το 1989 εργάστηκε ως σύμβουλος κινηματογραφίας του ΥΠ.ΠΟ, ενώ για την 7ετία 1991-1998 υπήρξε πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Έχει τιμηθεί για το βιβλίο του «Ασκήσεις Περιέργειας» με το βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών.





Ένα άκρως συνοπτικό βιογραφικό για μια πολυσήμαντη προσωπικότητα που η αύρα της μαγνητίζει. Ο ξεχωριστός Κώστας Βρεττάκος έρχεται σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο The Look.Gr με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του «Προστιθέμενη Αξία» από τις εκδόσεις Πόλις, που είναι μια επετειακή ανασκόπηση της ζωής του ποιητή. Άλλωστε όπως μας «εξηγεί» κι ο ίδιος: «Η ποίηση δεν προσφέρεται σε επιπόλαιες συγκινήσεις. Σκέψεις καταγράφει, πικρές κι αισιόδοξες συχνά. Θνήσκοντα αισθήματα Αναλαμπές αισιοδοξίας διαπιστώσεις ήττας».






1. Παρόλο που είστε ένας πολυπράγμων άνθρωπος δηλώνετε στον πρόλογο του βιβλίου σας πραγματικά ανεπάγγελτος. Καμιά συντεχνία δεν με κατέγραψε στην επετηρίδα της». Τι όμορφα ακούγεται αυτό και πόση ελευθερία περιέχει! Που πιστεύετε όμως πως θα σας καταχωρίσουν οι κατοπινοί;






Ο ίδιος δεν δήλωσα ποτέ πολυπράγμων. Με φοβίζει η λέξη με το συνθετικό πολύ…. Άλλο πράγμα η πολυπραγμοσύνη, κι άλλο η ιδιότητα του ανεπάγγελτου. Τώρα που αγγίζω το προσδόκιμο, προτιμώ να συμμετέχω στα δρώμενα με την ιδιότητα του «εκτός συναγωνισμού». Είναι μια έκφραση που χρησιμοποιείται για τις ανεπίσημες συμμετοχές στον αθλητισμό. Αποφεύγω έντεχνα να δηλώσω ακόμη και το αγώνισμα στο οποίο συμμετέχω. Δεν δήλωσα φωτογράφος, σκηνοθέτης, μυθιστοριογράφος, ή ποιητής. Μιλώ για τοπία, για αόριστες μυθιστορίες, για ποιητικές προσεγγίσεις. Αποτελεί μια διάσταση απόλυτης ελευθερίας, ζηλευτής «όπως την ονομάζετε, αλλά όχι απόλυτα νόμιμης με τα υπάρχοντα μέτρα. Την προτιμώ όμως γιατί μου επιτρέπει να αδιαφορώ για το, αν και με ποιο τρόπο, κάποια στιγμή θα περιληφθώ σε κατατακτήριες λίστες.










2. Αναφέρετε πως το βιβλίο σας «Προστιθέμενη αξία», είναι μια επετειακή έκδοση για να γιορτάσετε τα ογδόντα σας χρόνια. Μιλήστε μας λίγο διεξοδικά για το πως πήρε σάρκα και οστά αυτό το εγχείρημα.






Θα ήθελα να είναι επετειακό, όπως το λέτε, (αυστηρά οικογενειακό θα προσέθετα), αλλά δεν είναι! Δεν πρόκειται για την περιορισμένη έκδοση που είχα φανταστεί. Εκτίθεμαι στη δημόσια κρίση ανακυκλώνοντας υλικά έξι δεκαετιών σε έναν διαρκή ενεστώτα χρόνο. Η «Προστιθέμενη αξία» είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού. Προέκυψε τυχαία από την δημιουργική περιέργεια ενός εκδότη, που εμπιστεύτηκε την έμπνευση ενός ογδοντάχρονου φίλου του. Αυτή είναι και η προστιθέμενη αξία της έκδοσης.






Εικόνα πρώτη, Δεκέμβρης του 1944. Στους ώμους του πατέρα μου Νικηφόρου, την νύχτα της απελευθέρωσης από την γερμανική κατοχή στην πλατεία Συντάγματος. Ανεμίζω κι εγώ τη σημαία με το σφυροδρέπανο.






3. «Δε διαθέτω προσωπικό αρχείο. Ως συλλέκτης μνήμης προφανώς λειτούργησα». Αν σας ζητούσα 5 ενσταντανέ της ζωής σας που μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη σας, ως φορτίο παντοτινό ποια θα ήταν;






Απειλούμαι από τα εισαγωγικά! Η ανακριτική μέθοδος σας είναι εξαιρετικά μεθοδική. Θέλετε να ξεψαχνίσετε τις γεροντικές μου προθέσεις χρησιμοποιώντας αποσπάσματα σκέψεων, νεανικών η πρόσφατων που περιέχονται στον πρόλογο «Της προστιθέμενης αξίας». Να ξυπνήσετε εικόνες καταχωνιασμένες επιμελώς στις κρύπτες της μνήμης μου, παραβιάζοντας το απόρρητο τους, παρ’ ‘ότι γνωρίζετε πως υπάρχουν μυστικά που δεν δημοσιοποιούμε ποτέ. Δεν θα αναφερθώ σε πέντε σημαδιακά γεγονότα όπως μου ζητάτε, γιατί μου είναι δύσκολο να ξεσκαρτάρω τις τελευταίες μου αμφιβολίες. Θα περιοριστώ μόνο σε δύο. Τα χωρίζουν μόνο λίγοι μήνες. Εικόνα πρώτη, Δεκέμβρης του 1944. Στους ώμους του πατέρα μου Νικηφόρου, την νύχτα της απελευθέρωσης από την γερμανική κατοχή στην πλατεία Συντάγματος. Ανεμίζω κι εγώ τη σημαία με το σφυροδρέπανο. Εικόνα δεύτερη. Λίγους μήνες αργότερα, παιδί ασυνόδευτο, ανηφορίζω την λεωφόρο Αλεξάνδρας μαζί με χιλιάδες κόσμο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές Αβέρωφ ανεμίζουν τα σεντόνια τους από τα κάγκελα. Το γήπεδο του Παναθηναϊκού γεμίζει. Κοπέλες σχηματίζουν με λουλούδια την λέξη Καισαριανή. 0 κόσμος γονατίζει. Η φωνή του διασχίζει σαν ποτάμι το κέντρο της Αθήνας. «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς».













4. «Σε άσυλο λησμοσύνης περιδιαβαίνω…», στίχος από νεανικό σας ποίημα. Γιατί αυτή η έκδηλη αγωνία στο αιμοχαρές παιχνίδι μνήμης και λήθης σας απασχόλησε από τόσο νωρίς.






Νομίζω πως έχω απαντήσει. Η αποστρατεία της γενιάς μου έγινε με συνοπτικές διαδικασίες, αλλά το ξέπλυμά της κράτησε τρεις δεκαετίες. Το τέλος της δικτατορίας μάς βρήκε θλιβερά ανάπηρους με παράσημα χωρίς αντίκρυσμα.


Το γεγονός ότι μετά από εξήντα χρόνια ανακυκλώνω διαπιστώσεις της νεότητας μου και σταματάω μπροστά στο ίδιο μετέωρο «και…», φανερώνει ότι υπάρχει ακόμη κάποια ανεξόφλητη υποχρέωση. Λογαριασμός που δεν θα κλείσει ποτέ. Τα σκληρά παιχνίδια των επιλογών ή παίζονται πολύ νωρίς, η παρασιωπούνται για πάντα.






Το απελπιστικά μικρό κοινό του σημερινού ποιητικού λόγου, είναι αποτέλεσμα της μηδενικής του χρηματιστηριακής του αξίας.






5. Ζώντας σ’ ένα ποιητικά περιβάλλον δηλώνετε πως υπήρξατε κυρίως αναγνώστης. Σήμερα τα ποιητικά χείλια είναι πολλά κι αντίστοιχα το κοινό της λιγοστεύει. Που πιστεύετε πως οφείλεται αυτή η αναντιστοιχία σε σχέση με το παρελθόν;






Φοβάμαι πως δεν νομιμοποιούμαι να απαντήσω στο ερώτημα σας, Δεν γνωρίζω καλά τη σημερινή γλώσσα των αναγνωστών. Σήμερα υπάρχουν άπειρες πληροφορίες αλλά απουσιάζει η μυθολογία. Προσωπικά πιστεύω, πως δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογοτεχνία όταν δεν διαβάσει έγκαιρα τον « Ροβήρο τον κατακτητή» του Ιουλίου Βερν και τον «Μόγλη» του Κίπλινγκ. Εγώ, δυστυχώς, τώρα μόνο το ρόλο του παλιατζή μπορώ να παίξω. Έχω παλιομοδίτικες απόψεις. Ποίηση που δεν αποστηθίζεται και δεν απαγγέλεται, δεν είναι ποίηση. Το απελπιστικά μικρό κοινό του σημερινού ποιητικού λόγου, είναι αποτέλεσμα της μηδενικής του χρηματιστηριακής του αξίας. Αποτελεί μέρος μιας παιδείας που ατρόφησε και δεν συμβάλλει πια στην διαμόρφωση και την ανάπτυξη της σύγχρονης σκέψης. Κάποτε, κωδικοποιούσε αισθήματα και ανθρώπινες συμπεριφορές. Σήμερα είναι ένα απλό προϊόν που λειτουργεί με τους κανόνες πνευματικού σούπερ-μάρκετ.










6. Ένα σας ποίημα τιτλοφορείται «Παραλείψεις». Με αφορμή τον τίτλο αλλά και το θέμα του ποιήματος, πιστεύετε πως έχετε κάνει κάποια σημαντική παράλειψη στη ζωή σας;






Μόνο μία; Μια σειρά από παραλείψεις συνθέτουν το βιογραφικό μου. Σημαντικές ή ασήμαντες, έχουν δημιουργήσει τόσα κενά που όσο κι αν τρέχω δεν προλαβαίνω να τα κλείσω. Αν έπρεπε να προχωρήσω σε μια αναγκαστική ανθολόγηση του βίου μου θα παρέπεμπα σ’ αυτό το ολιγόστιχο ποίημα. Σε λίγες φράσεις ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής των προσωπικών μου παραλείψεων. «Πάντα πριν από την αναχώρηση ξεχνάμε πράγματα στοιχειώδη κι απαραίτητα…, πράγματα από καιρό ετοιμασμένα. Πάνω στο ράφι, πάνω στο τραπέζι, ακόμη και στο πάτωμα ριγμένα, πράγματα στοιχειώδη. Απαραίτητα για το ταξίδι».










7. «Καλύτερα η αιχμαλωσία στο λιμάνι από την περιπλάνηση…. έτσι κι η Ελευθερία αποχτάει κάποιο νόημα». Ποιο είναι το νόημα της ελευθερίας και σε ποιες φάσεις της ζωής σας νιώσατε περισσότερη ασφάλεια στο λιμάνι απ’ ό,τι στ’ ανοιχτά;






Ελευθερία είναι δυνατότητα της ανεμπόδιστης επιλογής. Όταν μπορείς ανεπηρέαστα να μετράς και να ξαναμετράς τις δυνάμεις σου από την αρχή. Κάθε νέα εκκίνηση περνάει από το αναγκαστικό σκοτάδι της απομόνωσης. Χωρίς δεσμεύσεις και ψυχικούς καταναγκασμούς. Δίχως προαπαιτούμενα και άχρηστους βιασμούς για την νομιμοποίηση της χειραφέτησης που δικαιούσαι. Δεν είναι λίγες οι φορές που αναμετριόμαστε με τις αντοχές μας. Η παρανομία αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας. Ο συμβιβασμός καραδοκεί σε κάθε μας βήμα. Πόσες συναλλαγματικές δεν έχουμε υπογράψει άθελα μας.






Η νοσταλγία δεν αποτελούσε ένα σοβαρό κίνητρο για την επιστροφή μου στους χώρους που κάθε φορά εγκατέλειπα. Μου έφτανε να βγάλω για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό.






8. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στην ύστατη συλλογή του, «Συνάντηση με τη θάλασσα», αναφέρει σε κάποιο ποίημα της «Ανεβαίνοντας στις κορφές -να πλησιάσω τον ουρανό – και μιλώντας διαρκώς για βουνά, σε αδίκησα». Εσείς ποια καλλιτεχνική σας υπόσταση νιώθετε πως έχετε αδικήσει.






Αυτή που δεν γνώρισα ποτέ! Δεν αδίκησα καμία. Οι επιλογές μου υπήρξαν συχνά ευκαιριακές. Ακολουθώντας ίσως στόχους που δεν απαιτούσαν καμιάν ισχυρή αφοσίωση. Γι’ αυτό και τους εγκατέλειψα με τόση ευκολία. Δίχως πρόσθετες τύψεις, πέρα από τον πρόσκαιρο αποπροσανατολισμό της αλλαγής. Νομίζω πως κανείς δεν με υποχρέωσε να παρατήσω τις πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες με τις οποίες ευκαιριακά, όπως φαίνεται, ασχολήθηκα. Θυμάμαι την ειλικρινή απορία του σπάνιου ανθρώπου Τάκη Λαμπρία, όταν ξαφνικά του ανήγγειλα ότι δεν με ενδιέφερε να συνεχίσω το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Δεν νομίζω πως με πίστεψε! Η νοσταλγία δεν αποτελούσε ένα σοβαρό κίνητρο για την επιστροφή μου στους χώρους που κάθε φορά εγκατέλειπα. Μου έφτανε να βγάλω για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό. Η έλλειψη φιλοδοξίας αποτελεί συχνά μια εσωτερική παραίτηση που δεν ελέγχεται. Θα μπορούσα ίσως να γίνω ένας επιτυχημένος τυχοδιώκτης.










9. «…θα βρεις κάτι από τη γεύση εκείνου που ακόμη εξακολουθείς ακόμη ν’ αποκαλείς Ελλάδα». Ποιες «γεύσεις» πιστεύετε πως χάθηκαν στην σημερινή Ελλάδα.






Με τις εύστοχες ερωτήσεις σας με παρασέρνετε σε εύκολες σοφιστίες. Προς όφελος των αναγνωστών φυσικά που έχουν ανάγκη από μια ζωντανή κουβέντα. Ακούγοντας ή διαβάζοντας σήμερα τα λόγια ενός γραφικού ογδοντάρη που μιλάει για ποίηση, δεν νομίζω πως περιμένουν να ακούσουν κάτι που να επανακαθορίζει θετικά την άποψη που έχουν η δεν έχουν σχηματίσει γι αυτήν. Αυτό είναι έργο «των μελλοντικών δασκάλων» όταν θα ξαναγραφτεί από την αρχή το ωρολόγιο πρόγραμμα. Όταν αναφερόμαστε σε γεύσεις πνευματικές προσπαθούμε να αναστηλώσουμε εικόνες και ορισμούς που έχουν εκλείψει. Ο τσίγκινος μαστραπάς της Μονής του Φιλοσόφου ο δεμένος με αλυσίδα από τη ρίζα του αιωνόβιου πλάτανου, προσφέρει την γεύση της γάργαρης μνήμης. Και οι εικόνες συλλαβίζοντας αρκεί ν’ ανακαλύψουμε το μέτρο, όπως οι ανώνυμοι στιχουργοί ανακάλυψαν τον δεκαπεντασύλλαβο.






Οι επιλογές μου είναι φανερό πώς λιγοστεύουν. Είμαι εκτός εποχής. Δεν έχω ούτε καν την πολυτέλεια του μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού.


10. Πως γίνεται σε ένα κόσμο που νοιάζεται μονάχα για το ναι, η όποια ανθρώπινη ενοχή να σε ακολουθεί ισόβια; Στη δεσμευτική επιλογή του ναι οφείλονται οι ενοχές που κουβαλάμε;






Ο δρόμος του ναι είναι ο κανόνας. Αυτός διαμορφώνει το τοπίο στο οποίο ζούμε. Η άρνηση του το μόνο που παράγει είναι ένα περίσσευμα ενοχής. Είναι απρόβλεπτη σαν το αντιμάμαλο και δεν ξέρεις που θα σε βγάλει. Ο χρόνος της ανθρώπινης ζωής δεν προσφέρεται στην πολυτέλεια των αναθεωρήσεων. Μικροδιευθετήσεις γίνονται. Μερεμέτια.









11. Σε ποια πράγματα στη ζωή σας βάζετε προστιθέμενη αξία;






Σε όσα μου επιτρέπεται και σε όσα μπορώ. Οι επιλογές μου είναι φανερό πώς λιγοστεύουν. Είμαι εκτός εποχής. Δεν έχω ούτε καν την πολυτέλεια του μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού.










12. Κλείνουμε τώρα την κουβέντα, έχοντας μόνο στο μυαλό μας την ευοίωνη προοπτική και τη συνεχίζουμε σε δυο χρόνια. Τι θα ‘χει αλλάξει τότε στον Κώστα και τι στον συγγραφέα Κ. Βρεττάκο.






Δεν χρειάζεται να περιμένετε δυο χρόνια. Όταν έλαβα την πρόσκληση σας είχα μεταφερθεί ήδη στα επείγοντα περιστατικά του Αιγινίτειου νοσοκομείου. Από δω και μπρος όλοι οι προγραμματισμοί μου είναι σχετικοί. Οι αλλαγές δεν μας προειδοποιούν.
– Σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να πραγματοποιήσω μια τόσο ενδιαφέρουσα κουβέντα. Θα χαιρόμουν αν μετά από δύο χρόνια ήμουν σε θέση να δεχτώ μια νέα ευγενική σας πρόσκληση.
– Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κι εγώ με τη σειρά μου κ. Βρεττάκο. Ήταν τιμή μου αυτή η συνέντευξη. Η πρόσκληση ισχύει για όποια στιγμή θελήσετε να μοιραστείτε μαζί μας τον σπάνιο λόγο σας. Να ‘στε πάντα καλά.









Το βιβλίο του Κώστα Βρεττάκου «Προστιθέμενη Αξία», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

17.6.18

Το ψάρι που τραγουδαει

Από όλα τα παράδοξα της ζωής μου
Ετούτο είναι το πιο αξιομνημόνευτο
Ήμουν  παιδί πριν το σχολειό
Με τη μητέρα μου εκδρομή στα συδεντρα κοντά μιας φημισμένης λίμνης
Κι εκει που  περπατούσαμε κι αγνάντευε εκείνη  τις λεύκες ευθυτενεις
Να θροιζουν πάνω απ’ το κεφάλι στη  γλώσσα τους με κεντημένα ερωτόλογα
(Που φαίνεται οτι τα νιώθαμε κι εμειις γιατί σχεδόν ψιθύριζαμε αναμεταξύ μας  θαυμαστικες φωνούλες
- η μητέρα φορούσε την κοντή κόκκινη ζακέτα και μια φούστα κλος που ριγουσε με το παραμικρό φύσημα
Κι ήταν  αφύσικα ευδιαθετη και μου κρατούσε το χέρι μαλακα χωρις βία όλως περιέργως
Γιατί συνηθως είχε φόβο
Ότι θα με τραβήξει απότομα κάποιος κρυφός βοριάς ας πούμε  ή θα με συρουν ξωτικά για πάντα στις φωλιες τους  και θα με κάνουν τρελή )
Εκεί που περπατούσαμε λοιπόν
τράβηξα απότομα τα δαχτυλάκιαα μου απ’ το χέρι της
Τόσο γρήγορα όσο περνάει απ’ τη ματιά μια γερακίνα
Κι έφυγα τρέχοντας  χρεμετιζοντας σαν άλογο
Καταπάνω  στο μικρό μονοπάτι πιλαλωντας
Δοσμενα αδιαπραγμάτευτα
Όπως στον  οργασμο
όταν κοιτάς στα ματια το αγαπημένο πρόσωπο
Κι οι θερμες αναβρες της ζωής αντιδοτουν τον θάνατο
Χορευοντας στο αχατι του υαλωδους

Η μανούλα μου έβγαλε μια κραυγή τρόμου
Κι έτρεξε στο κατόπι  μου
Αλλα ήταν το μονοπάτι δαιδαλώδες
Και μ’ έχασε αμέσως
Ακουγα ανάμεσα στα φυλλώματα τη φωνή της
Μα έπαιζα πια κυνηγητο κι ηταν ωραία

κυλαει αυλάκια ο ιδρωτας κι η αναπνοή βαραίνει
πέφτουν πάνω μου βρυα λυγαριές δεντρόπουλα
ξεφεύγω στριβω κι η φωνή της μάνας  αργοπορεί

Ώσπου τα βήματα μου σταμάτησαν  σ’ ένα ξέφωτο
Λίμνη κρυσταλωτή και πάνω της πλατάνια
Κι η αντανάκλαση χωρίς ρυτίδα ανέπαφη από πλάνες
Το πάνω το κατω ένα και το αυτό
Και μόνο δυο ελάφια που επιναν νερό
Τσαλάκωναν με τις γλώσσες τους το αχόρταγο Ένα
Σήκωσαν το λαιμό με μια ρυπη με είδαν και χαθήκαν
Η σιωπή έγινε άρωμα  ιάμβου

Και  τότε ανάμεσα στο πράσινο και το ουρανί
Ένας σπασμός ράγισε το νερο
Και αναπήδησε ένα ψάρι
Δεν μ’ είχε δει ή με ανέχτηκε · ποιος ξέρει ·
Κι άρχισε να χορεύει και να τραγουδά
Στον πρώτο ρυθμό που άκουσε ποτε η καρδιά μου
Η ουρά του κρουστή
Το στόμα του λάλο
Και το κορμί του παρθένος χρυσός
Με γραμμώσεις κόκκινες
Έλεγε ένα τραγούδι που δεν θυμαμαι πια
Κι αδυνατώ να το περιγράψω ασφαλώς
Αλλά τ’ αυτιά μου γιναν του ελαφιού
Η οσφρηση μου αλόγου
Τα μάτια της μου έδωσε η γερακινα που κοιτούσε από ψηλά
Κι όλα τα ρω του κόσμου ήρθαν και γλυστρησαν από τους υδρατμούς μέσα στον ουρανίσκο μου
Κι έγιναν σάλιο μου έκτοτε

Το ψάρι τραγουδούσε ώρα
Κι αναπηδούσε στον αέρα
Μεχρι που κουράστηκε και μ’ ένα λυγμό  βύθισε το κορμί του στο νερό

Κι ύστερα πάλι γυαλί ο κόσμος αχάραγο
Κι από μακριά ξεπρόβαλε η φωνή της μητέρας

Έτσι έγινε λοιπόν
Λίγο πριν  πέσω στον κόσμο
Το ψάρι που τραγουδάει
Έτυχε να συναντήσω μια μέρα εκθαμβωτική
Και πρώτη φορά το λέω και το ομολογώ....

Γεωργία Δεληγιαννοπουλου











Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...