Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιόνης Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιόνης Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9.8.26

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ΠΟΙΗΣΗ

J'ai pétri de la boue et j'en ai fait de l'or. Charles Baudelaire, «Bribes)


Η ποίηση εἶναι ἕνα ποτήρι ἀδειανό 

που το γεμίζουμε μὲ τὸ αἷμα μας. 

Ύστερα το προσφέρουμε στούς ἄλλους 

ἤ δὲν τὸ προσφέρουμε ἀλλά μᾶς τὸ παίρνουν 

καί τό μυρίζουν καὶ τὸ δοκιμάζουν 

καί μιλοῦνε γιά τό χρῶμα του 

καί ἀναλύουνε στο μικροσκόπιο τή σύνθεσή του 

καί το ταξινομοῦνε σε ὁμάδες 

καί βρίσκουνε συχνά μικρόβια καί μᾶς καταδικάζουν.


Ἡ σημασία βέβαια εἶν᾿ ἀλλοῦ· 

ἡ αἱμορραγία νὰ συντελεῖται 

κι ὅ,τι θέλει ἄς λέει ἡ ἐπιστήμη τους.  

Ὁ ποιητής δὲν εἶναι ἀστρονόμος

μά ἀστρολόγος· 

τ' ἄστρα τὸν ἐνδιαφέρουν μόνο 

γιά τή δύναμή τους πάνω στη ζωή 

τὸν ἔρωτα ἤ το θάνατο·

κινεῖται μές στή μαγγανία 

κι ἀναμειγνύοντας βοτάνια μαγικά, 

εὐχές, ξόρκια καί δηλητήρια 

φτιάχνει τό ἀτίμητο χρυσάφι 

πού εἶναι ἀδύνατο οἱ ἄλλοι 

να το κάνουνε νομίσματα


Από τη συλλογή ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ , 1973

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 

Αργύρης Χιόνης, ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΘΛΗΤΗΣ


 

ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΘΛΗΤΗΣ καί πόσο ἐγγύς στὸ ἀρχαῖο πνεῦμα (πού μᾶλλον τὴν προσπάθεια ἐνεθάρρυνε παρά τὸ ἀποτέλεσμα) ὁ φυτευτής κυπαρισσιῶν! Φυτεύει σήμερα δενδρύλλια, ξέροντας πώς ποτέ του δὲν θὰ δεῖ τὸ πλῆρες τῆς προσπάθειάς του ἀποτέλεσμα, καθότι, ὡς γνωστόν, ἡ μεσογειακή κυπάρισσος ζεῖ ἀπό πεντακόσια ὡς ἑπτακόσια χρόνια. Φυτεύει, άπλῶς, δίχως νὰ ἐπιδιώκει ἐπιδόσεις ἐξαιρετικές, ρεκόρ και ἄλλα τέτοια καί κάνει, ἔτσι, ἕνα ἄλμα ὑπέροχο, ἄν καί μάταιο, μέσα στο χρόνο, σαν να 'ταν ἅλτης πού, ἐνῶ βρίσκεται κατά πολύ πάνω ἀπ᾿ τὸν πῆχυ, ἐδῶθε κι ὄχι ἐκεῖθε προσγειώνεται.


Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ποιήματα 1966-2000

Από τη συλλογή Ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ , 1996

, εκδόσεις Νεφέλη

Αργύρης Χιόνης, ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 





ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Θα 'ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων καί θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν.


Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στή γῆ ἐκεῖ ποὺ ἦταν πρίν τὰ δέντρα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι καταλάβουνε τί έχασαν, θὰ πᾶνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω ἀπ' αὐτές τις τρύπες. Πολλοί θά πέσουνε μέσα. Τα χώματα θά τούς σκεπάσουν. Κανείς δέν θά φυτρώσει.  


Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (ποιήματα 1866-2000) 

Από τη συλλογή «Λεκτικά Τοπία» 1983

(ενότητα Προφητείες)

εκδόσεις Νεφέλη


10.2.17

Αργύρη Χιόνη, Το απομεσήμερο ενός φαύνου


"Never - never more" 
E.A. Poe, "The raven"

Αὐτή εἶχε μόλις κλείσει τὰ εἴκοσι τρία· αὐτὸς πλησίαζε τὰ ἑξήντα. Αὐτὴ εἶχε μόλις ἐκδώσει τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογή της, ἀλλὰ ἀνυπομονοῦσε ἤδη γιὰ ἀναγνώριση, γιὰ καταξίωση. Αὐτὸς, ἀφοῦ  εἶχε φτύσει αἷμα καὶ περάσει διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, ἐθεωρεῖτο πλέον καταξιωμένος ποιητὴς καὶ κριτικός. 
Ἦταν ἕνα ζεστὸ ἀπομεσήμερο τοῦ Ἰουλίου καὶ ἦταν ξαπλωμένοι, ὁλόγυμνοι, ἐπάνω στὸ κρεβάτι του. Πρὶν ἀπὸ λίγο εἴχανε κάνει ἔρωτα· αὐτὴ μὲ βαθιοὺς στεναγμοὺς καὶ πνιχτὲς κραυγὲς "ηδονῆς"  αὐτὸς μὲ ἱδρώτα καὶ ἄγχος γιὰ τὴ λειψὴ στύση του. 
Αὐτὴ εἶχε ἀποκοιμηθεῖ· αὐτὸς, ξύπνιος καὶ γερμένος στὸ πλάι, πρὸς τὸ μέρος της, ἄκουγε τὴν ἥσυχη, ἀμέριμνη ἀνάσα της καὶ περιεργαζόταν τὸ κορμί της. Ὁ ὕπνος τὴν εἶχε κερδίσει σὲ ὕπτια στάση, ἀλλὰ τὰ στήθη της δὲν κρέμονταν δεξιὰ κι ἀριστερά· σφιχτὰ σὰν λεμόνια, σημάδευαν μὲ ρῶγες ὄρθιες τὸ ταβάνι. Τὰ μπράτσα ἦταν ἀλαβάστρινα, στομάχι καὶ κοιλιὰ καμπύλωναν πρὸς τὰ μέσα, χωρὶς ωστόσο νὰ ἐκθέτουν τὰ παΐδια τοῦ ὑπερκείμενου θώρακα. Τὸ τρίχωμα τοῦ ἐφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελοῦδο, οἱ μηροί, κρουστοί, δὲν ξεχείλωναν πάνω στὸ στρῶμα· τὸ ἴδιο καὶ οἱ γάμπες. Τὰ γόνατα διακριτά καὶ τέλεια σμιλευμένα. Ὅσο γιὰ τὰ πόδια -ἄχ, τὰ πόδια!-, δύο κομψοτεχνήματα, μὲ λεπτουργημένους ἀστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη καὶ ἀκροδάχτυλα σὰν ρόδινες, στριφτὲς καραμελίτσες, ποὺ σοῦ ΄ρχόταν νὰ τὶς γλείφεις μέχρι νὰ λιώσουν μὲς στὸ στόμα σου.
Ἀπ' τὰ δροσάτα πόδια της, στὰ μαραμένα τὰ δικά του πέρασε τὸ βλέμμα του καὶ, ἀπὸ κεῖ,  στὶς ἀχαμνές του γάμπες ἀνηφόρισε, στ' ἀρθριτικά του γόνατα καὶ στοὺς σακουλιασμένους του μηρούς.  Στὸ σμίξιμό τους ἀντίκρισε, μὲ δέος, τὰ τζούφια ἀρχίδια του, στεφανωμένα ἀπὸ γκρίζες γουρουνότριχες, καὶ, λίγο πιὸ ψηλά, τὴ χαλαρὴ κοιλιά πού, ὅπως ἤτανε γερτός στὸ πλάι, πάνω στὸ στρῶμα εἶχε κυλήσει. Μίσος καὶ ἀηδία τὸν κατέλαβαν γιὰ τὸ παρηκμασμένο του κορμί. Ἡ σύγκριση τοῦ οἰκείου χειμῶνος μὲ τὸ παρακείμενο θαλερὸ θέρος τὸν τζάκισε καὶ, ἀφοῦ ὁ ὕπνος δὲν ἔστεργε, ὡς παρηγορητής, τὰ μάτια νὰ τοῦ κλείσει, τὸ χέρι ἅπλωσε κι ἀπ' τὴ βιβλιοθήκη, πλάι στὸ κρεβάτι, ἕνα βιβλίο ἀνέσυρε, στὴν τύχη (τί φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στὴν ἑβδομηκοστὴ ἐνάτη τὸ ἄνοιξε σελίδα κι ἄρχισε νὰ διαβάζει:

Πάει κι ὅλας χρόνος ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Φαρὶντ πῆρε τὴ Νάαμα γυναίκα, καὶ κάθε πρωινὸ τὸ ἀντρόγυνο κάτω ἀπὸ τὶς ἀλέες τριγυρνᾶ, ποὺ οἱ φυλλωσιές τους τὸ ξανάνιωμα τοῦ ἔρωτα θροϊζουν. 
Ὅμως ἐκεῖνοι προχωροῦν, ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο, ἀργά ἀργά, λὲς καὶ ξεπροβοδίζουν νεκρὸ στὸ μνῆμα, λὲς καὶ τὴ μουσικὴ δὲν ἀγροικοῦν τῶν δέντρων, δίχως νὰ λέν μιὰ λέξη, δίχως οὔτε ἕνα βλέμμα ν' ἀνταλλάζουν.
Μέρα τὴ μέρα, τῆς Νάαμaς τὰ μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τὰ μάγουλά της.
Κι ἐγὼ φαντάζομαι μὲ πόση ἠδονὴ θὰ ἀφουγκράζεται, μὲς στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στὸν Φαρίντ, ὁλόγυμνη, τὸ ἀργό, μὰ σταθερὸ ἔργο τοῦ θανάτου στοῦ γέροντα τὸ σῶμα, τὸ τρίξιμο τὸ σιγανὸ ποὺ κάνουν οἱ κλειδώσεις του, καθώς, μία πρὸς μία, τὶς θρυμματίζει ὁ χρόνος, τὸ ἀδιάκοπο τῆς ὕπαρξής του ξεχαρβάλωμα,
ὅμως, τὸ γλυκοχάραμα, ὅταν τὴν παίρνει ὁ ὕπνος, ἐκεῖνος γέρνει ἀπάνω ἀπ' τὸ κεφάλι τῆς ὀμορφονιᾶς καὶ, σὰν θεριὸ ποὺ τὸ μυαλὸ τῆς λείας του ρουφᾶ, τὰ χαρωπά της ὄνειρα ταράζει.*

Τοῦ ἦρθε σκοτοδίνη, τοῦ ἦρθε νὰ σκοτωσει ἄνθρωπο. Σκότωσε μόνο ἕνα κουνούπι που ΄χε τὴν ἀτυχία πάνω στὴν ἐπίμαχη σελίδα νὰ προσγειωθεῖ, τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ ποὺ ἔκλεινε μὲ πάταγο καὶ καταγῆς πετοῦσε τὸ βιβλίο.
Τὸ λαχταριστὸ στὸ πλάι του κορμὶ λαχτάρησε, σήκωσε τὸ κεφάλι ἀπ' τὸ μαξιλάρι καί, τρομαγμένο, ρώτησε:"Τί ἔγινε, ἀγάπη μου, τί ἔπαθες;".  Τότε αὐτὸς τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιά, τὰ ὑπέροχα μεταξωτὰ μαλλιά της, καὶ δυὸ ἀπανωτὰ τῆς ἔριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:"Μὰ πῶς τολμᾶς, μὰ πῶς τολμᾶς νὰ εἶσαι τόσο νέα, τόσο ὡραία;!". 
Ὕστερα, πρὶν προλάβει αὐτὴ ν' ἀρθρώσει λέξη, φόρεσε ἕνα πανταλόνι, ἕνα πουκάμισο κι ἕνα ζευγάρι ἐσπαντρίλιες καὶ πῆρε τοὺς δρόμους νὰ τὴν αφήσει μόνη, νὰ μὴν τὴ δεῖ νὰ φεύγει, νὰ τὸν ἀφήσει ἐπιτέλους μόνο.
Ἐπέστρεψε μετὰ ἀπὸ μιὰ ὥρα. Τὸ σπίτι ἦταν ἄδειο·  ὁ Παίκτης Δίσκων Συμπαγῶν ἔπαιζε ἀκόμη τὸ Πρελούδιο στὸ ἀπομεσήμερο ἑνός φαύνου. Πάντα στὴν ἐπανάληψη τὸ ἔβαζε ἐκεῖνο τὸ κομμάτι, κάθε φορὰ ποὺ ἔκανε ἔρωτα. Ἐνίσχυε τὴν ἐλλιπή του στύση, τὴν ἔκανε πιὸ συμπαγή. Ἔτσι νόμιζε. Τώρα, ὡστόσο, πλησιάσε τὴ συσκευὴ καί, μουρμουρίζοντας, μὲ κάποια θλίψη, εἶν' ἀλήθεια, ἀλλὰ μὲ πιὸ πολλὴ ἀνακούφιση, "Ποτέ -ποτὲ πιά", τὴν ἔκλεισε.
Ἔχων σώας τὰς φρένας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΙΧΛΗ




Sleeping Venus And Cupid Nicolas Poussin



*σχόλιο Α. Χ.: πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα "Συζυγική ζωή", ἀπό τὴ συλλογή Τὸ περιβόλι τῆς ἀγάπης, ἀγνώστου Ἄραβα ποιητῆ ποὺ ἔζησε στὴ Γρανάδα (Ἰσπανία) τὸν 10ο ἤ 11ο αἰώνα (ἐκδόσεις Ἠριδανός, 1982, σ. 79-80). Ἡ μετάφραση (ἐδῶ ἐλαφρῶς πειραγμένη, ὥστε νὰ δένει μὲ τὸ ρυθμὸ τοῦ δικοῦ μου κειμένου) ὀφείλεται στὸν Κώστα Τρικογλίδη, μεταφραστῆ επίσης τοῦ μνημειώδους ἔργου Χίλιες καὶ μιὰ νύχτες.

5.3.12

Ἀργύρης Χιόνης, Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει

ἀπό τὶς Ἐκδοχές τοῦ Τέλους
 ΙΙΙ

Ἔρχονται ἀθόρυβα οἱ μέρες μου - γάτες μὲ πέλματα βελούδινα,  ταχύτητα αστραπῆς - τρίβονται μιὰ στιγμὴ ἀνάμεσα στὰ πόδια μου·  σκύβω νὰ τὶς χαϊδέψω·  ἔχουνε κιόλας φύγει.



ἀπὸ τὰ "Παίγνια Καὶ Σάτιρες"

Ποτέ μου δὲν κατάλαβα πῶς δύο τόσο βελουδένια ζῶα,  ὅπως ἡ γάτα καὶ ἡ ποίηση, ἔχουν γυαλόχαρτο γιὰ γλώσσα.
 εκδόσεις Γαβριηλίδης

Ἀργύρης Χιόνης, Ὁ καλός καὶ ὁ κακὸς σπορεύς

ἀπὸ τὴ συλλογή "Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει", 
εκδόσεις Γαβριηλίδης

Μπορεῖ νὰ ἔχεις τὸ πρεπούμενο μεράκι
καὶ νὰ ΄ναι ἀφράτο καὶ παχὺ τὸ χῶμα
κι ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειρες νὰ εἶναι ἐκλεκτός 
καὶ νὰ ΄χεις τὸν καιρὸ γιὰ σύμμαχο
καὶ νά΄ ναι ἡ βροχὴ ἁπαλή καὶ τακτική,
κι ὅμως νὰ μὴν ἀξιωθεῖς νὰ δεῖς
νὰ σκάει τὸ φύτρο μύτη πράσινη.

Μπορεῖ νὰ τρῶς καρπὸ καὶ τὰ κουκούτσια,
ποὺ δίχως σκέψη φτύνεις
σὲ πατημένο χῶμα κι ἄγονο,
ξέσκεπα κι ἀπροστάτευτα, ν'ανοίξουν, 
νὰ ρίξουν ρίζες καὶ νὰ δέσουν φύλλα,
νὰ δέσουν ἄνθη καὶ καρπὸ καινούργιο·   
τὰ κουκούτσια ποὺ φτύνεις δίχως σκέψη
καὶ, μάλιστα, μὲ κάποια περιφρόνηση.

Αργύρης Χιόνης, Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει

ποίηση δωματίου
εκδόσεις Γαβριηλίδης

από τις "εκδοχές του τέλους"

V
μνήμη Γιώργη Μανουσάκη

Ἡ σιωπὴ εἶναι τὸ κέλυφος τοῦ ἤχου. Κλεισμένος μέσα της ὁ ἦχος τὴ ραμφίζει, ὅπως ραμφίζει τὸ πουλὶ τοῦ αὐγοῦ τὸ τσόφλι·  θέλει κι αὐτὸς νὰ βγεῖ καὶ νὰ πετάξει. Εἶναι μοιραῖο λοιπὸν νὰ θρυμματίζεται,  κάποια στιγμή,  ἡ σιωπὴ (τέτοια εἶναι ἡ τάξη τῶν πραγμάτων),  γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἦχος ν' ἀκουστεῖ.  Ὡστόσο,  ἂν καὶ θρυμματίζεται,  ποτὲ δὲν ἀφανίζεται,  ἀλλὰ, ἔτσι,  κομματιασμένη,  μέσα στὸν ἦχο παρεισφρέει και,  μὲ παύσεις μαγικές,  τὸν μετατρέπει,  ἀπὸ θόρυβο,  σὲ μουσικὴ καὶ ποίηση.
Ὑπάρχει, βέβαια,  ἕνα ἄλλο εἶδος σιωπῆς ποὺ δὲν κυοφορεῖ κανέναν ἦχο, γιὰ τοῦτο καὶ ποτὲ δὲν θρυμματίζεται. Θαρρῶ, δίχως νὰ εἶμαι θετικός,  ὅτι Θανὴ τὴ λένε.

VI

Δὲν σ' ὀνομάζω Θάνατο,
Θανὴ σ' ἀποκαλῶ·  
ἀφοῦ θὰ μ' αγκαλιάσεις κάποτε ,
σὲ προτιμῶ γυναίκα.

27.12.11

Αργύρης Χιόνης....in memoriam....


από τη συλλογή "Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη" (1986)


Ὁ μαῦρος πάνθηρας εἶν' ἕνα κομμάτι ἀεικίνητο, βελούδινο σκοτάδι μὲς στὸ φῶς. Τὰ μάτια του εἶναι δυὸ ἀστέρια ποὺ ἀνάβουνε τὴ μέρα καὶ φλέγονται τὴ νύχτα.

Ἐλεύθερος, εἶναι πιὸ γρήγορος κι ἀπὸ τὸ φῶς, καθότι προικισμένος μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ σκότους πού, ὁπωσδήποτε,  εἶναι μεγαλύτερη.

Φυλακισμένος, ἔχει τὴν ἰκανότητα νὰ μεγαλώνει τὸ κλουβί του. Κινούμενος ἀδιάκοπα δημιουργεῖ, μὲ τετραγωνικὰ ἐλάχιστα, τεράστιες ἐκτάσεις.  Εἶναι ὁ θεὸς τῶν μεγάλων ἀποστάσεων. Στοὺς ζωολογικοὺς κήπους,  ἀπὸ πολὺ μακριὰ τοῦ ρίχνουν τὴν τροφὴ ποὺ τρώει μὲ περιφρόνηση,  μὲ ἀηδία σχεδόν,  καὶ μόνον ἀπὸ ἀνάγκη,  ἀνάγκη ὡστόσο ποὺ ποτὲ δὲν τὸν ὁδήγησε στὴ θλιβερὴ γελοιοποίηση τοῦ τσίρκου.  

Οἱ δεσμοφύλακὲς του καμαρώνουν γιὰ τὴν ἀντοχὴ τοῦ ἀτσαλιοῦ ποὺ τόνε κλείνει. Εἶναι γιατὶ δὲν ξέρουνε πώς,  μόλις σκοτεινιάσει,  ἀφήνει ὁ πάνθηρας τὰ μάτια του μὲς στο κλουβὶ καὶ γίνετ' ἕνα μὲ τὴ νύχτα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...