Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεφέρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεφέρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.6.20

Το γιασεμί, ο ποιητής κι ο τροβαδούρος




Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό
το γιασεμί.
Γιώργος Σεφέρης 
.-.-.-.






Είναι φορές που χωρίς αφορμή

κάτι γιορτάζει βαθιά στο κορμί,

και ξαναβλέπεις το φως,

σαν να 'σουν χρόνια τυφλός.

Κι ένας αέρας ζεστός

γιασεμιά φορτωμένος,

φυσάει βουρκωμένος.

Είναι φορές που δεν ξέρω γιατί

κάτι νυχτώνει βαθιά και πενθεί

και δε σου κάνει κανείς

κι όπως γυρεύεις να βρεις

λίγο λευκό να πιαστείς

γιασεμί στο σκοτάδι

σαν άστρο ανάβει.

Λευκό μου γιασεμί

μη νυχτώσεις.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,

μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,

που μου θυμίζει στιγμές

από παλιές μου ζωές

και ένας αέρας ζεστός

γιασεμιά φορτωμένος,

φυσάει βουρκωμένος

Λευκό μου γιασεμί, μη νυχτώσεις...


Παναγιώτης Καλατζόπουλος, Μιχάλης Γκανάς


.-.-.-.



Το γιασεμί στην πόρτα σου
γιασεμί μου
κ’ ήρθα να το κλαδέψω
ωχ γιαβρί μου
Και νόμισε η μάνα σου
γιασεμί μου
πως ήρθα να σε κλέψω
ωχ γιαβρί μου
Αυτά τα μάτια τα γλυκά
γιασεμί μου
τα φρύθκια τα μεγάλα
ωχ γιαβρί μου
Με κάμαμε κι αρνήθηκα
γιασεμί μου.
Της μάνας μου το γάλα
ωχ γιαβρί μου
Παραδοσιακό Κύπρου
.-.-.-.-. 


Μυρίζει ο κόσμος γιασεμί
κι η γη αναστατωμένη


κι είναι το Σάββατο χλωμό, πολύ χλωμό 
σαν κάτι που πεθαίνει

Κι ήρθες εσύ με τα παλιά
τα ρούχα τα τριμμένα


και με ρωτάς τι να `γινε

η αγάπη αυτή που είχα για σένα

Μυρίζει ο κόσμος γιασεμί
κι ο ουρανός λιβάνι


και λες πως ήρθε η στιγμή, πικρή στιγμή 
ο κόσμος να πεθάνει

Γίναν τα μάτια σου βαθιά
και οι θάλασσες μεγάλες


μου πήραν όλες τις χαρές

κι όμως χαρές δεν 'φέραν άλλες
Μάνος Χατζιδάκις, Μιχάλης Μπουρμπούλης
.-.-.-.-.



Στων ραντεβού την ερημιά
στα μακρινά καφενεδάκια
της μιας δραχμής τα γιασεμιά
που μας πουλάνε τα παιδάκια
μαθαίνουν τόσα μυστικά
που όταν χωρίζει κάθε ταίρι
μπαίνουν στον κόρφο βιαστικά
μην παραπέσουν ξαφνικά
σ’ ενός αδιάκριτου το χέρι
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
λένε στα ξέγνοιαστα ζευγάρια
που απ’ τις αγάπες τους καμιά
ποτέ δε ζει πολλά φεγγάρια
κι έχει μια μόνη ασχημιά
ο έρως που όλους περιπαίζει
πως για μια νέα γνωριμιά
τα τελευταία γιασεμιά
ξεχνιούνται πάνω στο τραπέζι
Και τα δικά μας γιασεμιά
στο τελευταίο καυγαδάκι
χωρίς συγκίνηση καμιά
τ’ άφησες στο καφενεδάκι
Κρυφά από σένα,τρυφερά
εγώ τα μάζεψα,κυρία
και από ένα φάκελο ξερά
μου λένε τώρα θλιβερά
τη σύντομή μας ιστορία
Αττίκ

25.3.17

ΜΝΗΜΗ Β΄, Γιώργου Σεφέρη

Έφεσος

Μιλούσε καθισμένος σ’  ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
ζερβά κατέβαιναν απ’  το βουνό τ’ απόσκια:
«Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται.  Είναι  παντού το ποίημα
σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα
που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.
Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας,  πώς αλλάζει
το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο
γυναίκας που γυμνώθηκε. Το ξέρει
όποιος αγάπησε· στο φως των άλλων
ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο».
Είπε και πήρε το μεγάλο δρόμο
που πάει στ’ αλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στα  βούρλα. Το λυκόφως
θα ΄λεγες για το θάνατο ενός ζώου,
τόσο γυμνό.
                         Θυμάμαι ακόμη·
ταξίδευε σ’  άκρες ιωνικές, σ’  άδεια  κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’  αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ωρα του θανάτου».
«Αφήστε με ν’  ακούσω τον αδερφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιωπή τριγύρω μας
κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου.

Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄

7.5.15

Σεφέρης - Ελύτης, μια αιφνίδια συνάντηση

....Τι ενδιαφέρουσα ποιητική συνάντηση....  Δουλεύοντας με τον Ήλιο τον Ηλιάτορα, ξανασυνάντησα σήμερα το Φως, από την Κίχλη του Σεφέρη...
Το αλαφροϊσκιωτο "Κορίτσι" συνομιλεί ποιητικά με τη "μικρή Αντιγόνη"....
Κι οι δύο ποιητές, τόσο αποκλίνοντες στις φωτοσκιάσεις τους, εδώ συναντιώνται, δύο γνήσια τέκνα του Ηράκλειτου...

ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
Παράπονα κι αθιβολές
    γύρισε ο κόσμος τρεις φορές

Γιόμα βραδύ μεσάνυχτα
    κι όλα τα δώματα ανοιχτά

Στ' αλώνια και στις εμπατές
    ξυπνούν οι ελαφροΐσκιωτες

σύρνουν ανάβουνε μαλλί στων αστεριών τη χόβολη
και τους μικρούς αγγέλους σταμ
    ατάν και παίζουν αμ στραμ νταμ

Καημέ που πάρα εβάρυνες
    τον κόσμο δεν εμάρανες

Τα μαύρα λεν και τ' άσπρα σου
    οι άνεμοι κι όλο τα φυσούν

Κι ένα κορίτσι εννιά χρονώ

    για λόγου τραγουδά ολονώ.


ΤΟ ΦΩΣ από την ΚΙΧΛΗ, του Γ. ΣΕΦΕΡΗ
(...)
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε ...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη•
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα•
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης•
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως• και είσαι
σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

8.6.12

Γιώργος Σεφέρης, Υστερόγραφο

  Υστερόγραφο

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ' αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.
Κύριε όχι μ' αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται κει κολλημένα σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ' ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δε ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας,
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν' ανασαίνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ' ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης.

Κύριε, όχι μ' αυτούς.
Ας γίνει αλλιώς το θέλημά
   Σου.
 11 Σεπτέμβρη ’41
Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄, 1941-44

21.6.11

Γιώργος Σεφέρης: από το Θερινό Ηλιοστάσι


αφιερωμένο στη σημερινή μέρα, 21 Ιουνίου,
τη μεγαλύτερη μέρα του καλοκαιριού 

Ζ´

Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.
Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.
από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα, 
Ἴκαρος, Ἅπαντα

25.5.11

Γιώργος Σεφέρης: O ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ

Σε συζητήσεις με φίλους για την εθνική και κοινωνική κατάντια, συνεχώς επανέρχεται το αίτημα της τιμωρίας αυτών που έκλεψαν, που συγκάλυψαν, που εγκλημάτισαν, που χρηματίστηκαν, που χρημάτισαν, αυτών που καταχράστηκαν εξουσία και λαϊκή εντολή,  των "γνωστών αγνώστων" της πολιτικής ζωής.
Παραγραφή στο δίκαιο υπάρχει. 
Όχι όμως και στην Ιστορία. 
Κανέναν μας δεν τον παρηγορεί αυτό, αλλά παραμένει η μοναδική αλήθεια. 
Η Ιστορία είναι  Νέμεση. 
Μέσα στο σώμα της η Ύβρη ποτέ δεν μένει απλήρωτη.
Βαθύς μελετητής αυτού του Νόμου ο Σεφέρης προειδοποιεί: 

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ


…Nicosia e Famagosta per la lor bestia si lamenti e garra… PARADISO …ς γοιν ξεύρετε κα δαίμων τς πορνείας λον τν κόσμον

πλημμελ τν κόμπωσε τν ρήγαν κα ἔππεσεν ες μαρτίαν…

XPONIKO TOY MAXAIPA



O Τζουὰν Βισκούντης εἶχε γράψει τὴν ἀλήθεια.

Πῶς πλέρωσε μαυλίστρες ὁ κούντη Τερουχᾶς

πῶς βρέθηκαν ἀντάμα αὐτὸς κι ἡ ρήγαινα

πῶς ἄρχισε τὸ πράμα, πῶς ξετελείωσε,

ὅλα της Λευκωσίας τὰ κοπέλια

τὸ διαλαλοῦσαν στὰ στενὰ καὶ στὶς πλατεῖες.

Πὼς ἦταν ἡ γραφὴ σωστὴ ποὺ ἔστειλε στὴ Φραγκιὰ στὸ ρήγα

τὸ ξέραν οἱ συβουλατόροι.

Ὅμως τώρα

συνάχτηκαν καὶ συντυχαῖναν γιὰ νὰ συβουλέψουν

τὴν Κορόνα τῆς Κύπρου καὶ τῶν Ἱεροσολύμων·

τώρα ἦταν διαταμένοι γιὰ νὰ κρίνουν

τὴ ρήγαινα Λινόρα ποὺ κρατοῦσε

ἀπ' τὴ μεγάλη τὴ γενιὰ τῶν Καταλάνων·

κι εἶναι ἀνελεήμονες οἱ Καταλάνοι

κι ἂν τύχαινε κι ὁ ρήγας ἐκδικιοῦνταν

τίποτε δὲ θὰ τὸ 'χαν ν' ἁρματώσουν καὶ νὰ 'ρθοῦνε

καὶ νὰ τοὺς ξολοθρέψουν αὐτοὺς καὶ τὸ βίο τους.

Εἶχαν εὐθύνες, τρομερὲς εὐθύνες·

ἀπὸ τὴ γνώμη τοὺς κρέμουνταν τὸ ρηγάτο.



Πὼς ὁ Βισκούντης ἦταν τίμιος καὶ πιστὸς

βέβαια τὸ ξέραν· ὅμως βιάστηκε,

φέρθηκε ἀστόχαστα ἄμοιαστα ἄτσαλα.

Ἦταν ἁψὺς ὁ ρήγας, πῶς δὲν τὸ λογαρίασε;

καὶ μπρούμυτα στὸν πόθο τῆς Λινόρας.

Πάντα μαζί του στὰ ταξίδια τὸ πουκάμισό της

καὶ τὸ 'παιρνε στὴν ἀγκαλιά του σὰν κοιμοῦνταν·

καὶ πῆγε νὰ τοῦ γράψει ὁ ἀθεόφοβος

πὼς βρῆκαν μὲ τὴν ἄρνα του τὸ κριάρι·

γράφουνται τέτοια λόγια σ' ἕναν ἄρχοντα;

Ἦταν μωρός. Τουλάχιστο ἂς θυμοῦνταν

πὼς ἔσφαλε κι ὁ ρήγας· ἔκανε τὸ λιγωμένο

μὰ εἶχε στὸ πισωπόρτι καὶ δύο καῦχες.



Ἀναστατώθη τὸ νησὶ σὰν ἡ Λινόρα

πρόσταξε καὶ τῆς ἔφεραν τὴ μία, τὴ γκαστρωμένη

κι ἄλεθαν μὲ τὸ χερομύλι πάνω στὴν κοιλιά της

πινάκι τὸ πινάκι τὸ σιτάρι.

Καὶ τὸ χειρότερο - δὲν τὸ χωράει ὁ νοῦς -

ἀφοῦ τὸ ξέρει ὁ κόσμος ὅλος πὼς ὁ ρήγας

γεννήθηκε στὸ ζώδιο τοῦ Αἰγόκερω,

πῆρε στὰ χέρια του ὁ ταλαίπωρος καλάμι

τὴ νύχτα ποὺ ἦταν στὸν Αἰγόκερω ἡ σελήνη

νὰ γράψει τί; γιὰ κέρατα καὶ κριάρια!

Ὁ φρόνιμος τὴ μοίρα δὲν τηνε ξαγριεύει.

Ὄχι· δὲν εἴμαστε ταγμένοι γιὰ νὰ ποῦμε

ποῦ εἶναι τὸ δίκιο. Τὸ δικό μας χρέος

εἶναι νὰ βροῦμε τὸ μικρότερο κακό.

Κάλλιο ἕνας νὰ πεθάνει ἀπὸ τὸ ριζικό του

παρὰ σὲ κίντυνο νὰ μποῦμε ἐμεῖς καὶ τὸ ρηγάτο.



Ἔτσι συβουλευόντουσαν ὅλη τὴ μέρα

καὶ κατὰ τὸ βασίλεμα πῆγαν στὸ ρήγα

προσκύνησαν καὶ τοῦ εἶπαν πὼς ὁ Τζουὰν Βισκούντης

εἶναι ἕνας διαστρεμμένος ψεματάρης.



Κι ὁ Τζουὰν Βισκούντης πέθανε ἀπ' τὴν πείνα σὲ μία γούφα.

Μὰ στὴν ψυχὴ τοῦ ρήγα ὁ σπόρος τῆς ντροπῆς του

ἅπλωνε τὰ πλοκάμια του καὶ τὸν ἐκίνα

τὸ 'παθε νὰ τὸ πράξει καὶ στοὺς ἄλλους.

Κερὰ δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴ βουληθεῖ νὰ τὴν πορνέψει·

τὶς ντροπίασε ὅλες. Φόβος κι ἔχτρα ζευγαρῶναν

καὶ γέμιζαν τὴ χώρα φόβο κι ἔχτρα.



Ἔτσι, μὲ τὸ "μικρότερο κακό", βάδιζε ἡ μοίρα

ὡς τὴν αὐγὴ τ' Ἅγι' Ἀντωνιοῦ, μέρα Τετάρτη

ποὺ ἦρθαν οἱ καβαλάρηδες καὶ τὸν ἐσύραν

ἀπὸ τῆς καύχας του τὴν ἀγκαλιὰ καὶ τὸν ἐσφάξαν.

"Καὶ τάπισα παρὰ οὕλους ὁ τουρκοπουλιέρης

ἧβρεν τὸν τυλιμένον τὸ αἷμαν" λέει ὁ χρονογράφος

"κι ἔβγαλεν τὴν μαχαίραν του καὶ κόβγει

τὰ λυμπά του μὲ τὸν αὐλὸν καὶ τοῦ εἶπε:

Γιὰ τοῦτα ἔδωκες θάνατον!".

Αὐτὸ τὸ τέλος

ὅρισε γιὰ τὸ ρήγα Πιὲρ ὁ δαίμων τῆς πορνείας.





(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1976)


4.3.11

Γιῶργος Σεφέρης: Οἱ γάτες τ’ Ἄϊ-Νικόλα

Κύπρος 1974


Τον δ’ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ
θρῆνον Ἐρινύος
αὐτοδίδακτος ἔσωθεν
θυμός, οὐ τὸ πᾶν ἔχων
ἐλπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 ἐπ.


«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα...», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ’ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«... καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη·
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερὰ» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.

...ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ’ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ’ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα ―μέρα ποὺ εἴναι―
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.

»Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ―
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησί·
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ’ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἀνθρώπου
καὶ φαρμακερά.
Τὸ μοναστήρι τ’ Ἄϊ-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκή·
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποὺ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαίναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε· δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
            Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι· γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

 (ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1974)

3.3.11

Γιώργος Σεφέρης: Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Tούτη


 
Eίχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Tούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Bγήκε απ' το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

Άγκυρα 22.8.1949

(από το Tετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, Ίκαρος 1976)

16.11.10

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ¨Επί ασπαλάθων


"Επί ασπαλάθων ..."

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
"Τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει
"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι".

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971

1.4.10

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: θερινό ηλιοστάσι

από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα

ΙΔ´

Τώρα,
μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα
τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,
ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·
καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα
τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,
ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.

Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα
κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι
βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα
καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -

φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη
καὶ νὰ τὴ σπείρουν.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν
πρέπει νὰ καοῦν
τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.

8.3.10

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΒ΄

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει·
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη·
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά,
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.

4.11.09

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΚΙΧΛΗ: ένα απόσπασμα

Ιδού ένα απόσπασμα για σήμερα.
Το ζει η Αθήνα - κι όλη η Ελλάδα -  αυτό το βάρος των πεισματωμένων σπιτιών πάνω στην προσωπική και συλλογική μνήμη.

... δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμα πεισματώνουν
μ'  εκείνους που έμειναν μ'  εκείνους πού έφυγαν
μ'  άλλους που θα γυρίζαν αν μπορούσαν
ή που χάθηκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο....
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...