Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα education. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα education. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.8.26

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ «Ένας άνθρωπος Μισός»

 

 
Την συλλογή παραμυθιών του Γόχαν Γκέοργκ φον Χαν, «Ελληνικά παραμύθια». εκδόσεις Opera, σε μετάφραση του Δημοσθένη Κούρτοβικ, μου έκανε δώρο η αγαπημένη Αθηνά Παπανδρέου, μητέρα δύο παιδιών της παιδικής μας ομάδας, η οποία ήξερε την εμμονή μου με το λαϊκό παραμύθι, καθώς όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω με παιδιά καταφεύγω πάντα στο θησαυρό των λαϊκών μύθων, αναπλάθοντάς τους μαζί με τα παιδιά. Οι καταβολές των ιστοριών αυτών είναι αρχέγονες και προκύπτουν από ένα χαρμάνι ανθρώπινων ζωών, με το απόσταγμα της συλλογικής γνώσης και της ιστορικής εμπειρίας να αναδύεται και να διαμορφώνεται μέσω της προφορικότητας. Είναι μία, διά μέσου των αιώνων, Τράπεζα Πολιτισμού το λαϊκό παραμύθι. Και μια μορφή παιδείας που εμπεριέχει και υπαγορεύει τον «τρόπο» της διδασκαλίας της. 
Από την εποχή των ραψωδών κι των αοιδών, μέχρι τα τραγούδια της τάβλας, για να μείνω και να επιμείνω στην ελληνική παράδοση, η συλλογική «πληροφορία» μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά με τον αδιόρατο αλλά καταλυτικό τρόπο της προφορικής αισθητηριακής «συνεργασίας»: ομιλία - ακρόαση, στόμα - αυτί - μάτι, όσφρηση και γεύση. Όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν σε αυτό το θαύμα που δεν έχω το επιστημονικό υπόβαθρο να αναλύσω. Μπορώ μόνο να επισημάνω τη διεργασία και να θαυμάσω τον γνωστικό βιωματικό πλούτο που εγκατατίθεται στη συλλογική συνείδηση και το ασυνείδητο. 
 (Μέχρι πρότινος θα έλεγα ότι κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να καταλύσει αυτή τη γνωστική συνεργασία, αλλά αυτή τη χρονική στιγμή των τεράστιων αλλαγών που ζούμε δεν μπορώ να είμαι πλέον έτσι απόλυτη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Θα έλεγα λοιπόν απλώς ότι στο δικό μας «σήμερα» καλούμαστε να κάνουμε ΕΠΕΝΔΥΣΗ ζωής στις δονήσεις όχι του ενσύρματου ή ασύρματου ψηφιακού μηχανισμού που μας υπαγορεύει τρόπους ύπαρξης και μας ποδηγετεί, αλλά στη δόνηση του ανθρώπινου βιοσυστήματος αυτού καθαυτού που μας κρατάει ζωντανούς. Στην αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα της Αναπνοής, αυτή την αυτοτροφοδοτούμενη και ανατροφοδοτούμενη δύναμη, που είναι ταυτόχρονα φυσική και υπερβατική. Καλούμαστε σε αυτή την καμπή του πολιτισμού μας να συνειδητοποιήσουμε ότι το υπέροχο μυστηριακό ανθρώπινο Σώμα βιώνει και μεταφέρει πολύτιμη ενέργεια πολιτισμού και σοφία, αιώνες τώρα. Είναι αυτό το σώμα που το περπατάμε και μας περπατάει, του μιλάμε και μας μιλάει, το σώμα που γεννάμε και μας γεννάει, ένα σώμα χαράς και πόνου, έμπνευσης και θανάτου, θνητότητας και αθανασίας. Καιρός να -ξανά- μάθουμε να εκτιμούμε αυτό το Σώμα, ατομικά και συλλογικά, όχι με φιλαυτία, αλλά με την επίγνωση ότι η «ανθρωπινότητα» είναι το όπλο μας σε κάθε απειλή εξανδραποδισμού και αλλοτρίωσης.) 
Επανέρχομαι στους λαϊκούς μύθους. Η προφορική μεταλαμπάδευση του κάθε μύθου μπολιάζει την κάθε κοινότητα μέσα στο χρόνο με πολιτιστική πληροφορία συλλογικής συνοχής. Χάρη στην προφορικότητα, διανέμεται με την εκπνοή η ενέργεια του λόγου και δυναμοποιείται η πληροφορία της κάθε ιστορίας, τόσο η φανερή όσο και η κρυμμένη. Ο ακροατής της ιστορίας δεν ακροάται μόνο την πληροφορία αλλά βιώνει και τις ποιότητές της, τις συχνότητες που παράγονται μέσα από τη ενέργεια της εκπνοής και την αναπαραστατική δύναμη του αφηγητή, τις συλλογικές αλλά και τις προσωπικές του παρακαταθήκες. Κι αν αυτού του είδους οι σχέσεις αφηγητή – ακροατή έχουν πια εκλείψει, κι αν κάποια παραμύθια έχουν για πάντα χαθεί, υπάρχει ωστόσο με την καταγραφή τους και η δυνατότητα αναβίωσής τους. 
 Κι εδώ έρχεται η δική μου εμμονή με το λαϊκό ελληνικό παραμύθι. Δεν με ενδιαφέρει μόνο το κομμάτι της αφήγησης αυτής καθαυτής, αλλά και ο μετασχηματισμός της ιστορίας μέσα από την ίδια τη δράση και τη σύμπραξη των «ακροατών», στην προκειμένη περίπτωση των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας με τα οποία δουλεύω αυτή τη χρονική. Το ότι «παίζουμε θέατρο» με βάση ένα παραμύθι δεν είναι αυτοσκοπός, είναι ένα κομμάτι μιας πολύτιμης ψυχο-αισθητηριακής, συναισθητικής διαδικασίας. Συνέργεια, επικοινωνία, επανάληψη, αποστήθιση, αυτοσχεδιασμός, αυτοπειθαρχία, οργάνωση, αυτενέργεια, παράσταση, γιορτή, χαρά. Όλα αυτά μαζί. Μια αλληλουχία εισπνοής και εκπνοής. 
Φέτος λοιπόν διαβάζοντας τα παραμύθια του Χαν -ο πρώτος καταγραφέας ελληνικών παραμυθιών, στα μέσα του 19ου αιώνα και σε εποχές μεγάλης τραχύτητας- εντυπωσιάστηκα από τη σκληρότητα των ιστοριών (κάποιες τις ήξερα από άλλους αφηγητές, κάποιες τις έβλεπα για πρώτη φορά). Όταν όμως διάβασα την ιστορία του Μισού ανθρώπου αποφάσισα να τη μοιραστώ με τα παιδιά της ομάδας. 
Μια άτεκνη γυναίκα εύχεται να αποκτήσει παιδί. Ο θεός ακούει την προσευχή της και η γυναίκα πράγματι κάνει ένα παιδί. Το δώρο του θεού όμως είναι μισερό, γιατί το παιδί είναι Μισό, έχει ένα χέρι, ένα πόδι, ένα μάτι, ένα φρύδι. Η γυναίκα μεγαλώνει το παιδί αποκλεισμένο στο σπίτι, να μην το δει ανθρώπου μάτι και το κοροϊδέψει, αλλά το παιδί μεγαλώνοντας ζητάει επιτακτικά να βγει στον κόσμο. Και μια μέρα η μητέρα τού επιτρέπει την έξοδο, του δίνει ένα σκοινί να δέσει τα ξύλα κι ένα τσεκούρι για να τα κόψει και την εντολή να γυρίσει πίσω ν’ ανάψει το τζάκι. Το μισό αγόρι καβαλάει το άλογο και πάει. Κι εκεί ξεκινάν οι περιπέτειες του Μισού. 
Η ιστορία του Μισού με συγκίνησε πολύ γιατί είναι μία ιστορία για την αναπηρία. Επίσης μια ιστορία για το θαύμα. Για τη σκληρότητα, την εκδίκηση. Την τιμωρία. Επίσης είναι ένα μαγικό παραμύθι με ψάρια που μιλούν, μαγικά ξόρκια, εγκυμοσύνες χωρίς άντρα, κοινωνική κατακραυγή, κάστρα και πορτοπαράθυρα ομιλητικά… Είναι και μια ιστορία για το καλό και το κακό. Κι έχει κι ένα αίσιο τέλος που πολύ με κλώτσησε όταν ολοκλήρωσα το διάβασμα. 
Και αποφάσισα, έτσι αυθαίρετα, να γράψω και ένα δεύτερο τέλος, δικό μου, της εποχής μου, και να ρωτήσουμε τους θεατές ποιο από τα δύο φινάλε της ιστορίας προτιμούν να τους παρουσιάσουμε. Τα παιδιά όμως ήδη είχαν λατρέψει το Μισό και τα παθήματά του και νόθευσαν λίγο την ψηφοφορία, αποφασίζοντας για λογαριασμό των θεατών να παίξουμε το ανορθόδοξο δεύτερο τέλος στο οποίο η πριγκίπισσα αποφασίζει να μείνει μαζί με το «Τέρας», κι όχι να επιστρέψει στον μετανοημένο πλην κακοήθη πατέρα της! Τελικά όμως, μετά από προτροπή του μπαμπά Γιώργου Κλούμπα, παίξαμε και τα δύο φινάλε και πολύ τα χαρήκαμε. Συγχωρήσαμε και την κακοήθεια του σκληρού πατέρα! Κι αφήσαμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μείνει κι αυτός μέσα στον Πύργο τον Ομιλητικό. 
Όλη αυτή την υπέροχη περιπέτεια τη ζήσαμε παρουσιάζοντας τις διάφορες σκηνές του έργου σε διαφορετικά σημεία στον κήπο του Ιδιόμελου. Όλη η αυλή έγινε σκηνικό αλλά και συμμέτοχος της παράστασης. Γονείς και φίλοι ακολουθούσαν τους μικρούς ηθοποιούς, άλλοτε στο παλάτι, άλλοτε στη λιμνούλα με το χρυσόψαρο, στο ποτάμι με τα άγρια νερά, στο Ομιλητικό Κάστρο… Κι όταν όλα τέλειωσαν, αγαλιαστήκαμε κι ανταλλάξαμε ευχές, που δεν απέχουν πολύ από το μαγικό ξόρκι που έμαθε το πανέξυπνο Ψάρι στο Μισό: «Πρώτα στο λόγο του Ψαριού μετά στο λόγο του Θεού να έχουμε ένα καλό καλοκαίρι!» 
Κι όσο κι αν οι ευχές στον εκτός παραμυθιού κόσμο συχνά δεν εκπληρώνονται (το κείμενο αυτό το γράφω πάνω στα αποκαΐδια της Αττικής και της Βοιωτίας κι έχοντας στο αυτί μου απόηχους από τις οιμωγές ανθρώπων, φυτών και ζώων), παραμένει ζωντανό το θαύμα της ανάσας μας, το πιο δυνατό ξόρκι που υπάρχει: Να λέμε και να ξαναγεννάμε από την τέφρα την ιστορία μας, τις ιστορίες μας… έτσι να διασώζουμε το μελλον…
 «Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ 
κάτι μυστικό κάτι πλούσιο και παράξενο 
σαν τοπίο του βυθού
Ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό 
και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, 
 για να αποκοιμηθώ»

 Διονύσης Σαββόπουλος, Το περιβόλι του Τρελού

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

10.4.14

Συστρατευτείτε στον Άνθρωπο

Προσπαθώ να αντισταθώ κι από κάπου να πιαστώ.
Σήμερα, δουλεύοντας με τη θεατρική ομάδα τη "Χειμερινή Βοήθεια" του Μπρεχτ, από τον Τρόμο και την Αθλιότητα του Γ΄ Ράιχ,  αναζητούσαμε το ήθος και το ύφος των ΕΣ -Α που μπαίνουν στο σπίτι της γριάς προσφέροντας στην αρχή μήλα, ρούχα και χρήματα  και λίγο μετά συλλαμβάνοντας τη νύφη της. Η αναζήτηση μας έφερε στο λεξιλόγιο και στο ύφος των χρυσαυγιτών.  Κι από κει η κουβέντα διολίσθησε -  κι εγώ δεν ξέρω πώς -  στη δολοφονία του Ίλι Καρέλι μέσα στις φυλακές  Τα μέχρι εκείνη τη στιγμή δεκτικά και ανοιχτόμυαλα παιδιά της ομάδας, τα οποία, σημειωτέον, δουλεύουν ένα αντιφασιστικό έργο για αρκετούς μήνες, και με αρκετές και επαναλαμβανόμενες θεωρητικές και ιστορικές νύξεις, ξαφνικά -  με αιχμή του δόρατος τα αγόρια - πήραν φωτιά, τα μάτια τους άστραψαν από θυμό κι άρχισαν να φωνάζουν ότι του άξιζε του Αλβανού αυτός ο θάνατος γιατί ο ίδιος πριν λίγο είχε δολοφονήσει χωρίς λόγο έναν ανύποπτο σωφρονιστικό υπάλληλο, κόβοντας του το λαιμό με μαχαίρι  Κι άφησε τα παιδιά του ορφανά.
Αυτή ήταν η στιγμή που τα παιδιά ήρθαν με όλο τους τον εαυτό στην ομάδα, στην πιο δημιουργική της μέχρι τώρα εργασίας της. Γιατί μίλησαν τον δικό τους λόγο, ο οποίος είχε κρυμμένο πίσω από τον ανεξέλεγκτο θυμό αποκλειστικά και μόνο ΦΟΒΟ, πολύ φόβο. 
Ακούστηκαν πολλά:  πολλές φορές ότι συμφωνούν με τα όσα λέει η Χρυσή Αυγή, ότι όταν εγκληματείς σου αξίζει ο θάνατο και μόνο ο θάνατος, ότι πρέπει να καθιερωθεί η θανατική ποινή, ότι τα βασανιστήρια ήταν για τον φονιά μια δίκαιη τιμωρία και άλλα πολλά. 
Πήρα φωτιά κι εγώ κι άρχισα να μιλάω. Όλο το περιβάλλον στην ομάδα άλλαξε αιφνίδια. Είχα τη σπάνια ευκαιρία να κατάσχω πλήρως την προσοχή τους για αρκετή ώρα, γιατί φυσικά εναντιώθηκα έντονα στις απόψεις τους. Στην θυελλώδη μας συζήτηση ήρθε μέσα κάποια στιγμή και η καθαρίστρια του  σχολείου και συμμετείχε κι αυτή με πάθος. Και δεν ήμουνα πια μόνη. Είχα δίπλα μου σύμμαχο την υπέροχη καθαρίστρια του σχολείου...
Πολλά θέματα πέσαν καταιγιστικά στη συζήτηση:  τι είναι σωφρονισμός, έχει ή δεν έχει το κράτος το θεσμικό δικαίωμα να αφαιρεί ανθρώπινη ζωή; Γιατί δεν το έχει;  Μπορεί κι ο χειρότερος φονιάς να μετανοήσει; Το να απαντάς στη βία με βία την εξαλείφει; Δεχόμαστε το Διαφωτισμό ("Τον κάνουμε φέτος, κυρία"); Κυρίως όμως και πάνω από όλα:  Τι είναι ανθρωπιά και τι είναι θηριωδία;  Και με ποιον συντασσόμαστε εμείς; Με το Θηρίο ή με τον ΑΝΘΡΩΠΟ;  Mε τον βασανιστή του Μεσαίωνα, με το μίσος και τη μισαλλοδοξία; Τα θυμωμένα παιδιά με ρώτησαν -ποιος είναι ο Άνθρωπος. Τους έδειξα τη σκηνή και την σταματημένη μας πρόβα. Πάνω στη σκηνή τα κορίτσια της Χειμερινής Βοήθειας ήταν ακόμα στις θέσεις τους αποσβολωμένα. 
Άνθρωπος είναι η τέχνη, η ποίηση ο Λόγος, ο Έρωτας, η έρευνα, η κοινωνία. Τα άλλα είναι Χάος.
Η ώρα πέρασε, ακόμα μιλούσαμε και κανείς δεν αποφάσιζε να φύγει. Προς το τέλος της κουβέντας μια κοπέλα της ομάδας προσπαθούσε ακόμα να ξεκαθαρίσει πότε νομιμοποιείται κανείς να σκοτώσει κάποιον, κι έφερε το παράδειγμα του κλέφτη που μπαίνει στο σπίτι σου οπλισμένος....
Το συμπέρασμα μου: Φοβόμαστε... Πολύ φοβόμαστε... Κι εμείς και τα παιδιά μας. Δικαίως, σε μια ελλαδική κοινωνία προχωρημένης αποσύνθεσης, και σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που δεν υπάρχει αχτίδα φωτός. Αλλά  όσο πιο πολύ φοβόμαστε, τόσο πιο κοντά στην αλογία βρισκόμαστε... Μήπως με κάποιο τρόπο πρέπει να αναμετρηθούμε με το φόβο υψώνοντας το βλέμμα μας ως το ανάστημα του Ανθρώπου;

 Είδα σήμερα  εφήβους  φοβισμένους συγχυσμένους,  θυμωμένους...  Είδα με δέος την αυριανή μας μέρα...
Συστρατευτείτε, τους είπα, στον Άνθρωπο... 
Και τα μάτια μου έτρεχαν.
Jiagogina
άλλως, Γεωργία Δ.

14.2.14

η πανούκλα του Νέου Σχολείου


Όταν σε μια τάξη 1ης Γυμνασίου, ακόμα περισσότερο σε μια ομάδα μαθητών 1ης και 2ας Γυμνασίου ο όρος "Ελληνική Επανάσταση" είναι άγνωστος, λες και δε κάνουν επί 6 χρόνια γιορτές την 25η Μαρτίου, όταν πολλά παιδιά συγχέουν την έννοια της Επανάστασης με αυτή του πολέμου ("Μα είναι καλό πράγμα η Επανάσταση; Αφού ο Πόλεμος δεν είναι..."), όταν ρωτάς "ποιο περιστατικό ή ποια περίοδος της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας σας γεννά αίσθημα υπερηφάνειας που είστε Έλληνες" και παίρνεις την απάντηση "οι 300 του Λεωνίδα", ή, αντ'  αυτού, μια εκκωφαντική σιωπή,  όταν δίνεις προς ανάγνωση στροφές από τον Ύμνο και διαπιστώνεις αναγνωστική ικανότητα 3ης Δημοτικού σε παιδιά 2ας Γυμνασίου,  όταν η ανάγνωση αυτή καθαυτή - ακόμα και από παιδιά με καλή αναγνωστική ικανότητα, είναι αποξενωμένη από το περιεχόμενό της (γιατί ο μικρός αναγνώστης δεν έχει μάθει να εννοεί τα σύμφωνα και τα φωνήεντα με όρους λαλιάς, ομιλίας, αλλά σαν φθόγγους ρομποτικούς που πρέπει απλώς να σημανθούν μεγαλόφωνα στη σχολική τάξη), όταν η σχολική γνώση των παιδιών διαπιστώνεις ότι είναι αρχειοθετημένη σε "κλειδωμένα" αρχεία μέσα στο κεφάλι τους, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή ζωή ή στην ουσιαστική σχολική επικοινωνία (εξαιρείται ό,τι έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά κουμπάκια, και τα ζμαρτ φόουνζ, που έχουν γίνει προέκταση του χεριού και του αυτιού για τους περισσότερους), όταν διαπιστώνεις ένα καθεστώς ανορθογραφίας παγιωμένο, που δεν είναι πια ούτε καν κοινή συνενοχή, αλλά κοινός κώδικας επικοινωνίας, όταν βλέπεις την προφορική έκφραση να πάσχει και να αδυνατεί να ολοκληρώσει νόημα (εκείνο το νόημα που μπορεί ένα παιδί ανάλογα με την ηλικία του να εκφέρει), 
τότε, δάσκαλε εσύ γονατισμένε του δημόσιου σχολείου, και συ του ιδιωτικού, και συ του φροντιστηρίου, και συ καθηγητή διδάκτορα,
μπορείς - και πρέπει - να πενθείς  αλλά ας μείνεις φρουρός  που εμποδίζει το κακό να απλωθεί, συνειδητά άρθρωνε την ομορφιά, την πίστη και το όνειρο και, βέβαια,  υπερασπίσου την κακοφορμισμένη Επανάσταση....  Έστω μόνος, μέσα στην πανούκλα της αγλωσσίας που ενσκήπτει...
Jiagogina

8.10.13

Χρήστος Γιανναράς, Περί επαναστατικής ορμής και «αγώνων» (τι να κάνουν οι εκπαιδευτικοί αντί να απεργήσουν)

Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα κάθε ίχνος επαναστατικής ορμής μοιάζει οριστικά χαμένο – η εικόνα που κυριαρχεί είναι μιας πεθαμένης κοινωνίας. Eπαναστατική ορμή δεν σημαίνει την ιδιοτέλεια συμφερόντων που περιφρονούν έμπρακτα την έννομη τάξη, το κράτος δικαίου. Tέτοια έμπρακτη περιφρόνηση υπάρχει και πλεονάζει αναιδέστατα στην ελλαδική κοινωνία σήμερα, αλλά δεν έχει τίποτα να κάνει με την επαναστατική ορμή.
Eπαναστατική ορμή είναι η ζωτική δυναμική της τόλμης για συνεπή άρνηση του παλιού και φθαρμένου – με στόχο το γόνιμο καινούργιο, τη δημιουργική πρόκληση, την ποιότητα. Eπαναστατική ορμή είναι η αφοβία για το ρίσκο, η πίστη στις δύσκολες συλλογικές στοχεύσεις. Eίναι η χαρά της απελευθέρωσης από το αλυσοδέσιμο στους εκβιασμούς φτηνιάρικων «νταβατζήδων», απάτριδων και χυδαίων. Eίναι η απολάκτιση, μετά βδελυγμίας, όσων καπηλεύονται ιδιοτελέστατα τα πολιτικά υπουργήματα.
Kάποτε η επαναστατική ορμή σαρκωνόταν στη «διαδήλωση»: στο αυθόρμητο, πηγαίο, αχειραγώγητο λαϊκό ξέσπασμα διαμαρτυρίας ή απαίτησης να εισακουστούν ρεαλιστικά αιτήματα για ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Σήμερα η διαδήλωση έχει εκφυλιστεί στο θλιβερό θέαμα της άνευρης, άψυχης, βοσκηματώδους «πορείας»: ένα αργοσερνάμενο μαζικό σουλάτσο, καθημερινής σχεδόν ρουτίνας στο κέντρο των μεγάλων πόλεων – εικόνα άβουλης, αστόχαστης πλέμπας σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνθήματα δεν γεννιώνται, δεν ξεπηδάνε αυθόρμητα, καταιγιστικά, από κοινό πάθος για τα διεκδικούμενα. Προπορεύεται ο καλοπληρωμένος συνδικαλιστής ινστρούχτορας με την ντουντούκα και υπαγορεύει μισοβαριεστημένος ετοιματζίδικες κοινοτοπίες. Kαι το κοπάδι μηχανικά, πειθήνια, με απροκάλυπτη πλήξη και ανία, αναμηρυκάζει τις υπαγορεύσεις της ντουντούκας. Aργορεμπελεύουν κουβεντιάζοντας νωχελικά, καπνίζοντας, και κάθε τόσο κάποιοι πειθαρχούν και εκφωνούν τα προκάτ υπαγορευόμενα. Σπαραχτικό ξόδι της επαναστατικής ορμής.
Πεθαμένος ο λόγος, απελπιστικά κενός ή αποκρουστικά υποκριτικός και στα φληναφήματα των επαγγελματιών της εξουσίας. Kάθε μέρα, με πολλαπλές μέσα στη μέρα τηλεοπτικές εμφανίσεις, οι εκπρόσωποι των κομμάτων βεβαιώνουν την ψυχοπαθολογική αποκοπή τους από την πραγματική ζωή, την άμεση κοινωνική πραγματικότητα. Ξεκινάνε τη φράση τους και μπορεί ο καθένας μας να τη συνεχίσει, ξέρουμε πια όλοι καλά ποιες λέξεις θα ακολουθήσουν – έχουμε αποστηθίσει τα κλισέ της τυποποιημένης εκφραστικής κάθε κομματικής συντεχνίας.
Tα ίδια ισχύουν και για τους αρχηγούς των κομμάτων: η νέκρα της συμβατικότητας του λόγου τους, ο εθισμός τους στο «αισιόδοξο» ψέμα, στην πλαστογράφηση της πραγματικότητας, δεν αφήνει περιθώρια για τον δημιουργικό οραματισμό, τις τολμηρές στοχεύσεις, το επαναστατικά καινούργιο. Δεν τους εμποδίζει στο διαφορετικό (είναι πια ολοφάνερο) ούτε η E.E. ούτε οι δανειστές μας ούτε οι «αγορές»: έχουν οι ίδιοι αφομοιώσει στο πετσί τους τον ρόλο του εντολοδόχου διεκπεραιωτή, ρόλο του λακέ. Oπως εκβιάζεται ο «χρήστης» να γίνει «βαποράκι», έτσι εκβιάζεται και ο εξουσιολάγνος να γίνει μαριονέτα.
Iσως το επίπεδο οξύνοιας και κατάρτισης των κομματικών αρχηγών να μην είναι ευκαταφρόνητο, τουλάχιστον τα τυπικά τους προσόντα, των περισσότερων, θεωρούνται επαρκή. Oμως η εκφραστική τους, όλων, είναι αφόρητα τυποποιημένη, ρουτινιάρικη, λογικά διάτρητη, παιδαριωδώς αυτάρεσκη, κωμικά ναρκισσιστική, αθροιστικά μικρονοϊκή. Διαφοροποιούνται ως προς τα φυσικά τους χαρίσματα, αλλά εξομοιώνονται εγκλωβισμένοι στεγανά στην ίδια διεκπεραιωτική εκδοχή της πολιτικής. Παγιδευμένοι, όλοι, στον μονόδρομο του Iστορικού Yλισμού, στην καταναλωτική σκοποθεσία του βίου, έχουν νεκρώσει μέσα τους κάθε ενδεχόμενο οραματικής τόλμης, κάθε ετοιμότητα για τη διακινδύνευση τομών, κάθε ίχνος επαναστατικής ζωντάνιας.
Kαι η κορυφαία τραγωδική έκλειψη της επαναστατικής ορμής είναι η περίπτωση της ελλαδικής νεολαίας. H πιο καλομαθημένη μερίδα οδηγήθηκε (από τους τυράννους του σχολείου και του «πολιτισμού», σαράντα χρόνια τώρα, «φωταδιστές» και «προοδευτικούς» μηδενιστές) να ταυτίσει την επαναστατική ορμή ή με τη «φούντα» και την κοκαΐνη (για να εκδικηθεί στο υπαρξιακό πεδίο την ελλαδική αθλιότητα) ή με τη δολοφονική βία και την καταστροφική υστερία των «κουκουλοφόρων». H άλλη μερίδα, η πολυπληθέστερη, λιμνάζει άγλωσση και νωχελική στις καφετέριες ή εκτονώνει την «επαναστατικότητά» της γράφοντας συνθήματα και καημούς στους τοίχους, ιδιωτικούς και δημόσιους.
Mετά τον Mάη του ’68, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες χρειάστηκαν μόλις μερικούς μήνες (κάποιες ένα ή δύο χρόνια) για να καταλάβουν ότι η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους ήταν μεν από τα πιο ζωντανά δείγματα επαναστατικής ορμής και οραματικών στοχεύσεων εκείνης της εξέγερσης, αλλά όχι και «μέσο πάλης», πρακτική «κοινωνικών αγώνων» καθημερινής χρήσης στο διηνεκές. Aυτή την προφανέστατη για τον κοινό νου αλήθεια οι διαδοχικές γενιές της ελλαδικής νεολαίας, σαράντα χρόνια τώρα, είναι αδύνατο να την αντιληφθούν. Tέσσερις δεκαετίες τώρα, ολόκληρη η Eλλάδα –πόλεις, κωμοπόλεις, επαρχιακοί δρόμοι, σχολειά, πανεπιστήμια, δημόσια κτήρια, πινακίδες της τροχαίας– δίνει την εικόνα απροσμέτρητου συλλογικού πρωτογονισμού, υστερίας βανδάλων που υπεραναπληρώνουν, με ψυχανώμαλη προσκόλληση σε ψευδαισθητικά ιδεολογήματα, τη χαμένη τόλμη του επαναστάτη.
Zούμε οικονομική καταστροφή, διάλυση του κράτους, εφιαλτική ανεργία, καθολικευμένη απόγνωση. Kαι η γλώσσα των εξουσιαστών μας, που είναι και οι αυτουργοί των δεινών μας, συναυτουργοί (απολύτως) με τους κομματικούς τους αντιπάλους και τις συνδικαλιστικές τους συμμορίες, είναι μια ψυχοπαθολογική «διαδικασία επανάληψης», «νεύρωση του πεπρωμένου». Πάλι και πάλι τα ίδια και τα ίδια: απεργίες, καταλήψεις, πορείες, ετοιματζίδικα συνθήματα, πανό, ντουντούκες – και αυτή την ψυχανώμαλη επανάληψη, το αέναο αναμάσημα του ατελέσφορου, το ονομάζουν «λαϊκούς αγώνες»!
Eπαναστατική ορμή θα πει: να αλλάξεις εσύ τους όρους του παιχνιδιού, να φέρεις σύγχυση στον αντίπαλο, να πάψεις να παίζεις στο γήπεδό του. Aντί να απεργήσουν οι εκπαιδευτικοί, να μπουν όλοι στις τάξεις τους, αλλά αρνούμενοι το «πρόγραμμα» του υπουργείου. Oλες τις ώρες, όλες τις μέρες, μαζί με τα παιδιά, να μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό και να μνημονεύουν Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Kαι να συζητάνε, να συζητάνε ατέλειωτα με τα παιδιά. Nα τους μιλάνε μόνο για ό,τι οι ίδιοι αγαπούν, για ό,τι τους ίδιους παθιάζει – θεωρητικά (όχι χρηστικά) μαθηματικά, τη φυσική σαν ερευνητική περιέργεια, την Iστορία σαν σπουδή των πολιτισμών. Nα απεργήσουν με αποχή από τη «λογική» του κομματικού κράτους, όχι απέχοντας από τα παιδιά.
Mόνο έτσι ξεκινάνε επαναστάσεις.

13.5.13

Τα Ευγενή Θηρία και η ανάγκη του Περιττού, μέρος Β΄

Στην αρχή της σχολικής χρονιάς έγραψα αυτό. Από τότε έχουν συμβεί πολλά στις συναντήσεις της ομάδας μας, που, ελλείψει χρόνου,  δεν έχω καταφέρει να τα καταγράψω ούτε να αξιολογήσω.
Θα ξεκινήσω από το τέλος προς την αρχή τον απολογισμό μου:  

1. Ετοιμάζοντας τώρα για τη γιορτή του τέλους ένα  μουσικό αφιέρωμα με "τραγούδια της θάλασσας", έπεσε στην αντίληψή μου, την ώρα που τραγουδούσαμε με την ομάδα το "Τα καράβια μου καίω"  του Πορτοκάλογλου, ότι ένα -  ένα τα κορίτσια άρχιζαν να κλαίνε. Σύμπτωση, είπα στην αρχή. Την επόμενη πρόβα, πάλι κλάματα, με την ίδια σχεδόν σειρά. Την μεθεπόμενη πρόβα, ξανά κλάματα. Να μην τα πολυλογώ, κάθε φορά που τραγουδάμε αυτούς τους έξοχους στίχους,

Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω τα καίω
δε θα πάω πουθενά.

Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ’αφήσεις σου λέω σου λέω
να σ’αφήσω ξανά.

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα ελπίδα
πρωινός ουρανός

Σταυρωμένη πατρίδα
μες στα μάτια σου είδα αχ είδα
της ανάστασης φως.

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ’σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
στην έρημη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
 

κάποια παιδιά κλαίνε.
Εξ ου και το τραγούδι μετωνομάσθη "Τα καράβια μου κλαίω"!

2.  Στη γιορτή της 25ης Μαρτίου μοίραζα στα σχεδόν τριάντα παιδιά της ομάδας ποιήματα προς απαγγελίαν (Καρυωτάκη, Κάλβο και Ελύτη - Μικρό Ναυτίλο) και βρέθηκα ξανά προ εκπλήξεως, ιδιαίτερα με την αντίδραση τους στα δύσκολα ποιήματα του Ελύτη: με μεγάλη ζέση τα περισσότερα ζητούσαν  να αρθρώσουν μερικούς στίχους, όπως ζητούν τα μωρά ένα ζαχαρωτό. Δεν καταλάβαιναν το νόημα των λέξεων, ένιωθαν όμως τον κραδασμό τους, κι αυτός τους ασκούσε  έλξη. Και θέλξη...

3. Στη χριστουγεννιάτικη παράσταση που ετοιμάσαμε -  το "Άνθος του γιαλού"  του Παπαδιαμάντη, παράσταση που την παίξαμε και για τα Δημοτικά Σχολεία της περιοχής (μόνο για την 5η και την 6η τάξη), παρ'  όλες τις μεγάλες δυσκολίες οργάνωσης και πειθαρχίας που αντιμετώπισα, όταν έκανα έκκληση στα παιδιά (ηλικίας από 12 έως 15, από 1η έως 3η γυμνασίου) να προσφέρουν σαν δώρο στους θεατές τους, του δημοτικού, την παράσταση και να προσπαθήσουν όσο καλύτερα μπορούν να μιλήσουν το λόγο του Παπαδιαμάντη, για να τον καταλάβουν τα μικρότερα παιδιά που ΠΟΤΕ δεν έχουν ξανακούσει τέτοια γλώσσα, τα μέλη της ομάδας, από το πιο μικρό και ανώριμο παιδί μέχρι το πιο μεγάλο και υπεύθυνο, προσέφεραν - και πρόφεραν - με μεγάλη γενναιοδωρία το λόγο του Παπαδιάντη σαν εμπειρία δική τους στα μικρότερα παιδιά - θεατές, όπως ακριβώς μιλάει κάποιος σε κάποιον όταν θέλει να του εξηγήσει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.

3. Στην προετοιμασία της γιορτής για τις 17 Νοέμβρη συνέβη κάτι άλλο, επίσης πρωτοφανές, όπως και τα προηγούμενα που ανέφερα,  στην εδώ και τριάντα τόσα χρόνια διδακτική μου σχέση με παιδιά:  καθώς συζητούσαμε -  επί της ουσίας, για πρώτη φορά, λόγω της ενεργής παρουσίας της Χρυσής Αυγής στα σχολεία -  τα ακκανθώδη θέματα του φασισμού, με το ρατσισμό και τη βία, τα παιδιά ξαφνικά άναψαν σα σπίρτα από μια αόρατη φωτιά κι άρχισαν σε πολύ έντονο τόνο να λογομαχούν ή να υποστηρίζει με μεγάλο πάθος το καθένα τις απόψεις του. Ακούστηκαν και κάποιες κουβέντες επιρροής χρυσαυγίτικης κι εκεί η ομάδα κόρωσε! Δεν έχω ξανασυναντήσει τέτοια αναταραχή. Ξαφνικά, μέσα από μία καταιγιστική αντιπαράθεση  βρέθηκα αντιμέτωπη με τον Εμφύλιο, όταν ένα κορίτσι επικαλέστηκε την αλγεινή εμπειρία της γιαγιάς της, τότε με τους κουμουνιστές, κι ένα άλλο, απαντώντας  σε έντονο ύφος υπερασπίστηκε τον παππού της και τα βάσανα του στην εξορία. Βρέθηκα μέσα σε ένα καζάνι. Δεν πίστευα στα μάτια και στα αυτιά μου.  Ο Εμφύλιος ήταν μπροστά μου παρών, μετά από τόσα χρόνια εθνικής αμνησίας και δήθεν εθνικής συμφιλίωσης! Το χάσμα αγεφύρωτο, ο θυμός ακαίριος.

Το συμπέρασμά μου από το μικρό μου δείγμα - ηλικιακό και κοινωνικό - κι από την ταπεινή μου εμπειρία:    Η εποχή της νάρκης και των αδειανών βλεμμάτων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Συμπέρασμα ανέλπιστο κι ελπιδοφόρο:
Η κρίση, η απελπισία, η απόγνωση άλλους τους θανατώνει κι άλλους,  αυτούς που έχουν τη βιά της ζωής στο φυλλοκάρδι, τα Ευγενή Θηρία, τους οπλίζει με ευαισθησία και με αγανάκτηση.
Ας εμπιστευτούμε τα Ευγενή Θηρία. Εν μέσω αντιφάσεων, καταποντισμών  και οδύνης.
Και προς επίρρωσιν:



3.2.13

Κώστα Καβανόζη, Διδάσκω λογοτεχνία



("Εφημερίδα των Συντακτών" 2-3/2/2013)

Στο Εσπερινό Γυμνάσιο με λυκειακές τάξεις όπου εργάζομαι, διδάσκω λογοτεχνία. Τις τελευταίες ώρες συνήθως, όταν το σκοτάδι έχει πέσει για τα καλά και τα καντήλια στο νεκροταφείο απέναντι τρεμοφέγγουν. Διδάσκω λογοτεχνία στον Μιχάλη, που φέτος στα σαράντα δύο του έγινε παππούς, και στο γιο του, στην Ευτυχία που ακόμα δεν έχει μάθει να γράφει και να διαβάζει, στον Γιώργο που τον έδιωξαν από το πρωινό για ανάρμοστη συμπεριφορά, στον Τοντόρ που έχει πέντε χρονιές στα πρωινά από απουσίες, στη Μαρίνα που είναι έγκυος στον έκτο και έχει άλλα τρία παιδιά, στον Σεργκέι που αν, δεν περάσει την τάξη, τον περιμένει φυλακή, στον Μάριο που με ρωτούσε χαμηλόφωνα αν για να μπει κανείς στο πανεπιστήμιο υπάρχει όριο ηλικίας. Διδάσκω λογοτεχνία και οι μισοί πάντα λείπουν. Δουλεύουν την κοπανάνε, κάθονται σπίτι τους, φεύγουν νωρίτερα να προλάβουν το αστικό. Θα έρθουν, άμα μπορέσουν, την επόμενη φορά. Γιατί και τα πούλμαν της πολιτείας που τους μετέφεραν δεν ανανέωσαν τις συμβάσεις τους φέτος. Διδάσκω λογοτεχνία και δεν τους ρωτάω αν διαβάζουν. Ούτε τους συστήνω βιβλία. Για τον Μακρυγιάννη τους λέω ότι έμαθε τα γράμματα αργά. Για τον Βιζυηνό που πέθανε στο φρενοκομείο, για τον Καββαδία ότι ήταν στα καράβια και για τον Ρίτσο ότι έκανε εξορία. Τους διάβασα το ποίημα του Αναγνωστάκη "Στο παιδί μου" τις προάλλες: "Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια Τώρα τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι, Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας. Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά". Τους το διάβασα κι όλοι το άκουσαν. Διδάσκω λογοτεχνία τα βράδια στο Εσπερινό και οι μαθητές μου πότε με ακούν πότε όχι. Τα "τριαντάφυλλα στο παράθυρο" του Εμπειρίκου δεν τους τα έχω ακόμα διαβάσει. "Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια (...) Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη". Πρέπει ένα βράδυ, που δεν θα λείπουν και τόσοι μέσα στην τάξη τους, να ακουστεί. 


το δανείστηκα από το βλογ Είμαι στα χάη μου

12.10.12

τα Ευγενή Θηρία και η ανάγκη του Περιττού

Ξεκινήσαμε πάλι το εργαστήρι μας στο σχολείο και είμαι πάλι αμήχανη. Θέλω την αμηχανία μου να τη μοιραστώ.
Τα μεγαλύτερα παιδιά της ομάδας, που ήταν και τα πιο δουλεμένα έφυγαν, μετακόμισαν στο, ούτως ειπείν, μέλαθρον του Λυκείου Απόλλωνος και η καινούργια ομάδα είναι μια ομάδα από την αρχή. Πολλά πρωτάκια, μερικά περσινά παιδιά της δευτέρας κι ελάχιστα από την τρίτη. Μηδενίζουμε λοιπόν το κοντέρ κι αρχίζουμε ξανά, λέγοντας και δείχνοντας απ' την αρχή πράγματα που κανείς μέχρι τώρα δεν έχει ξανακούσει...
Σ' αυτή την παρθενική μου συνάντηση με τα παιδιά είδα πάλι, ναι, πάλι, το ίδιο έλλειμμα λαλιάς που συναντάω καιρό τώρα σε αυτής της ηλικίας τα παιδόπουλα. Πώς να το χαρακτηρίσω... Τα παιδιά μιλάνε, εκφράζονται, έχουν το ιδιόλεκτό τους, την ξεγνιασιά τους, αυτή την εμπιστοσύνη στον αέρα που αναπνέουν, τη φόρα του κυττάρου που θέλει να ανθοφορήσει. Κάνουν πλάκες, έχουν χιούμορ, δεν διαθέτουν οικονομία και μέτρο, τους περισσεύουν χέρια και πόδια από παντού, τρέχουν, χοροπηδάν, φωνασκούν, εκφράζουν όλα αυτά τα γνωρίσματα τέλος πάντων που αποτελούν ένα ψυχικό περιβάλλον χαράς για κάθε δάσκαλο που συναναστρέφεται παιδιά κι εφήβους, όχι μόνο γιατί υπάρχει και συμμετέχει σ' αυτή τη διεργασία ψυχικής ανθοφορίας, αλλά και γιατί κάθε φορά η ανθοφορία είναι και δικό του μυστικό κέρδος. Όταν όμως τοποθετούνται στο θρανίο της μάθησης αυτά τα ευγενή θηρία, κάτι αλλόκοτο συμβαίνει. Αποξενώνονται από τον εαυτό τους και ενδύονται ένα πλαστό πρόσωπο, το μαθητή. Θέλω να πω ότι δεν ΦΕΡΟΥΝ τον εαυτό τους πλέον στη διαδικασία της μάθησης, αλλά τον ακυρώνουν, ως μη υπάρχοντα. Η ακοή τους ξαφνικά λειτουργεί απολύτως μηχανικά, το μυαλό τους αδυνατεί να συγκρίνει ή να συνθέσει δύο διαφορετικά πράγματα και το αίσθημά τους διαφεύγει ναρκωμένο γιατί αν αφεθεί ξυπνητό να καταλύσει σε δευτερόλεπτα τη σχολική διαδικασία και θα τα διώξει από την αίθουσα. Ναι, μιλάω για ένα σχολείο που ακυρώνει τη διαδικασία της μάθησης, που εμποδίζει κάθε ουσιαστική ανάπτυξη της νόησης, του αισθήματος, της κρίσης, της συνθετικής ικανότητας και του άλματος με το συνειρμό. Ένα σχολείο στο οποίο η φυσική παρουσία του μαθητευόμενου φυλακίζεται, αδυνατώντας να αναπτύξει λόγο,  πρωτοβουλία, προσωπική έκφραση. 
Το συνάντησα ξανά αυτό το σχολείο στην παρθενική μου συνάντηση με τα ευγενή θηρία. Και για άλλη μια φορά θα πρέπει αυτό το σχολείο να προσπαθήσω να το αντιπαλέψω.
Άλλα παιδιά έρχονται στην ομάδα μας από ενδιαφέρον, άλλα για κοινωνικοποίηση, άλλα από περιέργεια, άλλα από ανάγκη για έκφραση. Υποφώσκει ένα αίτημα "θεραπείας" από το σχολείο. Ωστόσο είναι ορατή και η χρησιμοθηρική  νοοτροπία που παλιά έσπρωχνε τους γονείς να μαθαίνουν τα κορίτσια τους "γαλλικά και πιάνο" και τώρα τους παρακινεί να κάνουν τα παιδιά τους ΚΑΙ αθλητισμό ΚΑΙ ξένες γλώσσες ΚΑΙ ρυθμική ΚΑΙ ιδιαίτερα μαθήματα ΚΑΙ αθλητισμό ΚΑΙ κιθάρα ΚΑΙ πιάνο (οι παραδοσιακές συνήθειες αντέχουν). 
Φυσικό και επόμενο ο κάθε γονιός να θέλει για το παιδί του το καλύτερο, αλλά δυστυχώς ο ωφελιμισμός της νεοελληνικής κοινωνίας έχει διηθήσει την αντίληψη της οικογένειας για τη μόρφωση. Αυτή η παλιά διάκριση μεταξύ εκπαίδευσης και παιδείας έχει λησμονηθεί. Όταν μιλάμε για παιδεία εννοούμε πάντα εκπαίδευση. Το Χρήσιμο είναι το πάντα το επιδιωκόμενο, το Περιττό ας διαφύγει. Όμως η ουσιαστική Παιδεία δεν αναπτύσσεται στο Ωφέλιμο, δουλεύει και δουλεύεται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή μέσα από τις ψυχικές δυνάμεις του "Περιττού", δηλαδή μέσα από ανεπαίσθητες και αυτονόητες διεργασίες που είναι πολυτελείς, ακριβές  όσο και δυσδιάκριτες. Και θέλουν ανάσα, εννοώ χρόνο αναπνοής, εισποή, κράτημα, εκπνοή.
"Περιττό"  σ'  αυτό τον πολιτισμικό πρωτογονισμό που ζούμε είναι κάθε τι που δεν έχει άμεσο κοινωνικό αντίκρυσμα. Και το σχολείο, απολογητής του ωφέλιμου, λειτουργεί σαν αντιβιωτικό της αμάθιας. Με συνταγή υπουργού και καθοδήγηση δασκάλου-φωτοτυπίας οι γνώσεις ταχύρρυθμα συσσωρεύονται και αρχειοθετούνται στον εγκέφαλο. Χρήσιμες και λειτουργικές. Όλα καλά!
Αυτή είναι η προκαταβολική αμηχανία μου. Τα παιδιά ήρθαν να μάθουν στην ομάδα πράγματα χρήσιμα... Πώς να τα στρέψω στο "Περιττό";

12.10.11

άμεσο βίωμα

Προσπαθώ να βρω διέξοδο στο από παντού αδιέξοδο. Επινοώ προσευχητάρια, το ομολογώ. Χρειάζομαι ένα πνευματικό πλαίσιο για να αντέξω αυτό που συμβαίνει. Το ψαλτήρι μου αυτό τον καιρό είναι ο Μικρός Ναυτίλος του Ελύτη. "Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου" φεύγω κι εγώ συνεχώς να δω "τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο".
Σε προηγούμενα σημειώματά μου έχω επανειλλημμένα υπογραμμίσει την τεράστια ευθύνη του ελλαδικού πληθυσμού για την παρούσα κατάσταση. Αλλά ο αέρας μυρίζει παντού αδικία.  Όταν βλέπεις κοινωνικές ομάδες πλέον να στερούνται τα αναγκαία, όταν  διαλύεται ολόκληρη η μεσαία τάξη,  όταν απροσχημάτιστα "το κράτος" δείχνει την πόρτα εξόδου από τη ζωή στους συνταξιούχους, κόβοντας στοιχειώδεις παροχές υγείας, όταν οι ανάπηροι καταδικάζονται να σαπίσουν ζωντανοί, όταν παράλληλα κανένα πολιτικό πρόσωπο, από όλη αυτή τη σειρά των διεφθαρμένων ανθρωπίσκων που κυβέρνησαν τη χώρα εδώ και τριάντα τόσα χρόνια δεν δικάζεται, ούτε τιμωρείται, ούτε καν αποδοκιμάζεται και καταδικάζεται από δημόσια χείλη, τότε νιώθεται για τα καλά ο θρίαμβος της αδικίας. Το μόνο που διαγράφεται σαν οπτική του παρόντος και σαν προοπτική του μέλλοντος είναι η ολοσχερής διάλυση του κοινωνικού ιστού.
Με το προσευχητάρι  στην καρδιά πορεύομαι. Σκέφτομαι τα παιδιά του μέλλοντος. Τσακίζουν στο στόμα τους υπέροχα σύμφωνα  και φωνήεντα (στο φβ, βέβαια,  τα φωνήεντα εξαφανίζονται χάριν ευκολίας, όπως και οι ελληνικές γραμματοσειρές), φορτωμένα πολύ καταπιεσμένο θυμό, αναπάντητα ερωτήματα, ανιστόρητα διλήμματα και - μπαγκάζια για τα μελλούμενα - δυο τρεις ξένες γλώσσες και άχρηστα πτυχία. Αυτή είναι η τελευταία φούσκα της τριακονταετίας που μέλλεται να σκάσει στην ελληνική κοινωνία. Η φούσκα της  εκπαίδευσης. Ήδη από την 6η Δημοτικού αρχίζει η ασφυκτική πίεση. Χορδίζονται τα μυαλά κι οι καρδιές μ' έναν συγκεκριμένο τρόπο να αποθηκεύουν πληροφορίες τις οποίες δεν μπορούν να τις μετασχηματίσουν σε Γνώση, είναι μόνο ασύνδετες γνώσεις.  Εκπαιδεύονται τα μυαλά κι οι καρδιές να απέχουν από τη γνώση σαν εμπειρία και να ικανοποιούνται με την ιδέα της γνώσης που αποκτούν, που είναι μόνο μια πληροφορία. Η οικογένεια, μαμά, μπαμπάς, γιαγιά και θειοί, όλοι μπαίνουν σε  αυτό το υποκριτικό γαϊτανάκι: να μπουκωθεί το παιδί με ποσότητες "παιδείας". Η επίσημη ορολογία: εντατικοποίηση"!
Αν θέλουμε να έχουμε προοπτική για το μέλλον θα πρέπει να σκεφτόμαστε τα παιδιά, και συγχωρήστε με για την έλλειψη πρωτοτυπίας αυτού που λέω. Αλλά το εννοώ απολύτως. Για μένα είναι το μόνο φως στο βάθος του τούνελ η σκέψη να δοθούν στα νέα παιδιά ερεθίσματα παιδείας τέτοια που σε βάθος χρόνου θα τα στηρίξουν  συναισθηματικά, νοητικά, υπαρκτικά. Και τα μόνα ερεθίσματα παιδείας που μπορούν να το προσφέρουν αυτό είναι όσα βασίζονται στο άμεσο βίωμα, δηλαδή σε μια γνωστική διεργασία όπου συμμετέχει εξ ίσου το σώμα, ο νους και το συναίσθημα. Αν υπάρχει μια ελπίδα είναι αυτό: να οργανώσουμε τρόπους, μεθόδους, πατέντες, παιδείας που να στηρίζονται στη ΒΙΩΣΗ και να παράγουν πτωτίστως ΒΙΩΜΑΤΑ, όχι γνώσεις. Γνωστικές διαδικασίες στις οποίες να συμμετέχουν οι αισθήσεις, χωρίς να καθοδηγούνται τι να αισθανθούν. Να συμμετέχει το αυτί, η ακοή, ο αφουγκρασμός, εξ ίσου με το λόγο, με την ομιλία. Να αναπτύσσεται η αναγνωστική ικανότητα με την από στήθους ανάγνωση και μέσα σ' αυτήν την προσπάθεια να δίνονται τα απαραίτητα γνωστικά στοιχεία με σκοπό την έκφρασή τους μέσω της ανάγνωσης αυτής καθ' αυτής. Να αποκατασταθεί το παραμύθι που τόσο βάναυσα έχει εξορισθεί από τη ζωή των παιδιών, το παραμύθι που πηγαίνει από στόμα σε αυτί κι όχι από τυπωμένο χαρτί σε μάτι.  Να δημιουργηθεί μια από την αρχή σχέση προφορικότητας με τα αντικείμενα της γνώσης. 
Στα πλαίσια αυτής της προσωπικής "χίμαιρας" (άλλωστε, το λέει κι ο ποιητής, είναι δικαίωμά μου) ετοιμάζω  ένα αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη με παιδιά πρώτης, δευτέρας και τρίτης Γυμνασίου, σε συνδυασμό με τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Τα παιδιά διαβάζουν τρία πεζά κείμενα από τα "Πάθη" του "Άξιον Εστί" και μαθαίνουν απ' έξω αρκετά ποιήματα, πάλι από τα "Πάθη", με σκοπό να τα απευθύνουν στους συμμαθητές και τους γονείς τους, κι έχοντας κατανοήσει το νόημά τους (προς Θεού, όχι απαγγελία!). Για μένα αυτή είναι η βασική αρχή του ΑΜΕΣΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ στην εκπαιδευτική διαδικασία. Να μιληθεί ο ποιητικός λόγος, αφού έχει κατανοηθεί ο ειρμός του. Δε μ' ενδιαφέρει να μου πουν τα παιδιά τι καταλαβαίνουν. Μ΄ ενδιαφέρει να νιώσουν, να συγκινηθούν  και να συγκινήσουν. Να καταφέρουν να αναπνεύσουν ευχάριστα μέσα στο ποιητικό περιβάλλον του "Άξιον Εστί". Και δεν θα τα ρωτήσω ποτέ τι "πήραν". Προτιμώ να μην το μάθω. Ό,τι κι αν είναι προτιμότερο να παραμείνει στη μυστικιστική σφαίρα του αισθήματος που έμμεσα και μεθοδικά διαμορφώνει τη συνείδηση.
Προσπαθώ να βρω διέξοδο στο από παντού αδιέξοδο. Επινοώ προσευχητάρια, το ομολογώ.

7.1.11

Παίζοντας, συντροφιά με τον Παπαδιαμάντη στο Χριστό στο Κάστρο...

Ένας απολογισμός για την παράσταση που κάναμε  τα Χριστούγεννα με τα "Πευκόπουλα" στο 2ο Γυμνάσιο της Πεύκης
Οι πρόβες μας άρχισαν στις 24 Νοεμβρίου του 2010, με την ανάγνωση του διηγήματος "Ο Χριστός Στο Κάστρο", του Παπαδιαμάντη - προσαρμοσμένο για σκηνική παρουσίαση -  και η παράσταση δόθηκε, όπως είχε προγραμματιστεί, στις 22 Δεκεμβρίου. Είχαμε στη διάθεσή μας λοιπόν ένα μήνα για παρουσιάσουμε το "Χριστό Στο Κάστρο", όχι σε θεατρικό αναλόγιο, αλλά ως κανονική θεατρική παράσταση! 
Όρος απαράβατος - όχι μόνο για λόγους θεατρικούς, αλλά και για λόγους ψυχοπαιδαγωγικούς - ήταν τα παιδιά να μάθουν το κείμενο απ'  έξω. Εξαιρετικά δύσκολο το εγχείρημα, νομίζω είναι προφανές το γιατί. Ωστόσο, η προσπάθεια ξεκίνησε με πολλές επιπλέον πρόβες και συναντήσεις εκτός σχολείου στην αρχή, στον δικό μου χώρο,  κατά τις οποίες αρχικά γινόταν η ανάγνωση του κειμένου. Σκοπός μου σε αυτή τη φάση της δουλειάς ήταν τα υπέροχα παιδιά της ομάδας μας να αντιληφθούν ότι ένα κείμενο, όποιο κι αν είναι αυτό,  όταν παύει να υφίσταται ως ακολουθία φωνηέντων και συμφώνων στο χαρτί, αλλά το επεξεργάζεται η ανθρώπινη γλώσσα, αποκτά μια άλλη δύναμη. Είναι διαφορετικό το να διαβάζω ένα κείμενο  από το να κάνω ένα κείμενο να μιληθεί. Αυτό που μιλώ δεν είναι κείμενο πλέον, είναι λόγος! Έπρεπε λοιπόν τα παιδιά τον παπαδιαμάντειο λόγο να τον μιλήσουν κι όχι να τον διαβάσουν! 
Στη σχολική τάξη κατά κανόνα αυτό το απλό πραγματάκι είναι άγνωστο. Όταν τα παιδιά καλούνται να διαβάσουν κάτι στην τάξη - ένα ποίημα, ένα πεζό, μια περιγραφή, μιαν αφήγηση, οτιδήποτε - αποκτούν ως διά μαγείας μια ολωσδιόλου αλλοτριωμένη σχέση με αυτό που διαβάζουν απεμπολώντας το νόημα του κειμένου και δίνοντας έμφαση μόνο στη ρέουσα ανάγνωση. "Καλή" είναι η ανάγνωση που δε σκαλώνει πουθενά και χαρακτηρίζεται από μια παγιωμένη μανιέρα τονισμών, ηχοχρωμάτων και πόζας. Ο μαθητής διαβάζοντας επιδεικνύει την καλή αναγνωστική του διαγωγή και εισπράττει, ή όχι,  τα ανάλογα μπράβο. Χρειάστηκε λοιπόν να πειστούν τα παιδιά να εγκαταλείψουν τη μανιέρα ανάγνωσης που μέχρι τώρα είχαν αποκτήσει και να δοκιμάσουν έναν άλλο τρόπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από τα εξής στοιχεία:
1. αυτό που λέω το καταλαβαίνω (όσο πιο αυθεντικά μπορώ)
2. αυτό που λέω το νιώθω (όσο πιο βαθιά μπορώ)
3. αυτό που λέω ξέρω γιατί το λέω (όσο μπορώ να ξέρω)
4. αυτό που λέω ξέρω πού το λέω (δηλαδή πού το απευθύνω) 
5. όλοι αυτοί οι λόγοι διαμορφώνουν το πώς το απευθύνω (δηλαδή την προσωδία που έχουν τα λεγόμενά μου, την εναλλαγή των ρυθμών, το άνοιγμα των φωνηέντων και το σωστό τσάκισμα των συμφώνων μου). Κι εδώ εμφανίζεται η ανάγκη για τεχνική.
Με άλλα λόγια, η διαδικασία του να γίνει το κείμενο ομιλία είναι διεργασία σύνθετη και πολυσήμαντη,  μια ουσιαστικότατη παράμετρος παιδείας, με την έννοια της πνευματικής  και της αισθητικής καλλιέργειας.  Δεν ενδιαφέρει να κατανοήσουμε εγκεφαλικά "εδώ τι μας λέει ο ποιητής". Αυτή η αγωγή κατανόησης είναι μια πολύ στείρα μαθησιακή μέθοδος που αδικεί τόσο τους πνευματικούς δημιουργούς όσο και τη συναισθηματική νοημοσύνη των μαθητών (θυμηθείτε την υγιέστατη άρνηση της Κικής Δημουλά να γίνουν τα ποιήματά της αντικείμενο εξέτασης στις τότε πρωτοεφαρμοζόμενες Πανελλήνιες εξετάσεις).  Το να γίνουν τα γραπτά νοήματα ομιλία είναι μια σύνθετη συναισθηματική και εγκεφαλική διεργασία που δημιουργεί μέσα μας υποδοχείς ήχων, εννοιών και συναισθημάτων που σχηματίζουν βαθιά βιώματα, ένα ψυχικό μόρφωμα που φέρει  κανείς σε ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή του και που μόνο μέσω της προφορικότητας μπορεί να καλλιεργηθεί.
Με βάση αυτήν τη θέση δούλεψα με τα παιδιά τον παπαδιαμάντειο λόγο. Τι ακριβώς έχει συμβεί μέσα τους δεν ξέρω, και μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ. Το να μετέχεις του λόγου είναι μια προίκα που ο καθένας την αξιοποιεί μεγαλώνοντας με το δικό του τρόπο.
Εκτός αυτού τα παιδιά "έπαιξαν": Υποδύθηκαν τους ήρωες της απλής τούτης σκιαθίτικης ιστορίας, με τη ντοπιολαλιά τους και όσα από τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα μπόρεσαν ή πρόλαβαν να ανιχνεύσουν. Μπήκαν στο γρίφο του πώς το παιχνίδι μεταμορφώνει τη ζωή σε θέατρο, πώς από ένα "τίποτα" προκύπτει ένα "κάτι", πώς το μη πράγμα γίνεται πραγματικό, πώς, ας πούμε, ένα τραπέζι γίνεται βάρκα, πώς μια ιδέα ή ένα νιώσιμο αποκτά εκτόπισμα. Οσφράνθηκαν το θεατρικό θαύμα και το αίσθημα προσωπικής και ομαδικής ευθύνης.
Το μόνο αρνητικό, δεν έπαιξαν όσο θα τους άξιζε, όσο θα το ήθελαν. Η πίεση του χρόνου ήταν πολύ μεγάλη και συχνά η ένταση των φωνών που επιπλήττουν ή μαλώνουν ή απειλούν ή προσπαθούν να επαναφέρουν την τάξη ήταν μεγαλύτερη από τη χαρά του παιχνιδιού. Το ζητούμενο είναι η χαρά, η ευφροσύνη, κι αυτό κατά τη διάρκεια των προβών το χάσαμε πολλές φορές δυστυχώς, εν ονόματι του αποτελέσματος. Δεν έχω την άποψη, όμως, ότι το αποτέλεσμα είναι αυτοσκοπός, ότι μόνο αυτό δικαιώνει το ταξίδι. Το ταξίδι από μόνον του είναι αξία, γι'  αυτό δεν πρέπει ποτέ να χάνεται η χαρά του παιχνιδιού. Πρέπει, ακόμα και μέσα στις μεγάλες πιέσεις της πρόβας η χαρά και η έμπνευση να κυριαρχούν, για να μαλακώνει η στυγερή απειλή της έκθεσης που ελλοχεύει μέσα στη θεατρική πράξη, η μάχη του να παίξεις καλά το ρόλο σου και να αρέσεις στο κοινό σου.
Ωστόσο, τα παιδιά εκτεθήκανε με θάρρος. Τρεις μάλιστα τραγούδησαν σόλο. Και το φχαριστήθηκαν με την ψυχή τους. Όλοι κοίταξαν το κοινό τους στα μάτια. Και μόλις τέλειωσε η παραστασούλα μας γεύτηκαν τη μελαγχολία του τέλους, ανάμεσα σε χειροκροτήματα, αγκαλιές, μελομακάρονα και  άχνη από κουραμπιέ στη μπλούζα, αυτή τη μελαγχολία του κενού που αφήνει πίσω το κάτι όταν ξαναγίνεται τίποτα.

4.12.10

ΞΗΜΕΡΩΣΕ Η ΑΝΑΤΟΛΗ

(αναζητώντας  κοινούς τόπους και τύπους...)
jiagogina

Ξημέ- ξημέρωσε η ανατολή και χάραξε η δύση,
παίρνει, παίρνει κι ο νιος το μαύρο του, πάει να τον ποτίσει.
Στο δρό- στο δρόμο οπού πήγαινε Θεόν παρακαλούσε:
- Αχ Θεέ, Θεέ μου να, αχ Θεέ μου να την έβρισκα,
Θεέ μου να την εύρισκα την αγαπώ στη βρύση, 
να τσ’ έδινα να μου ’πλενε και να μη με γνωρίσει.
Έτσι που παρακάλεσε, έτσι πηγαίν’ τη βρiσκει,
σαράντα τάσια έσυρε, στα μάτια δεν την είδε
κι απάνω στα σαράντα δυο τη βλέπει δακρυσμένη.
- Kόρη μου ποιος σε βούρκωσε και είσαι δακρυσμένη;
- Έχω άντρα στην ξενητειά τώρα δώδεκα χρόνια
ακόμα δυο τον καρτερώ και τρείς τον απαντέχω.
- Kόρη εγώ ’μαι ο άντρας σου, εγώ ’μαι κι ο καλός σου.

- Aν είσαι συ ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
πες μου σημάδια του σπιτιού κι έτσι να σε πιστέψω.
- Έχεις δεντρί στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου.
- Περαστικός επέρασες τα είδες και τα ξέρεις. 
Αν είσαι συ ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
πες μου σημάδια του κορμιού κι έτσι να σε πιστέψω.
- Έχεις ελιά στο πόδι σου κι ελιά στην αμασχάλη,
καταμεσίς στο στήθος σου τ’ άστρι και το φεγγάρι.
- Tότε εσύ ’σαι ο άντρας μου εσύ ’σαι ο καλός μου.



μαζί ένα απόσπασμα :η αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη:
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Ψ
(155-217)
..και φόρεσε χιτώνα κι όμορφη χλαμύδα, κι η Παλλάδα
απ᾿ το κεφάλι ως κάτω του 'χυνε πολλή ομορφιά, να δείχνει
σαν πιο γεμάτος, πιο αψηλόκορμος, κι από την κεφαλή του
μαλλιά κρεμούσε σαν τα ολόσγουρα του ζουμπουλιού λουλούδια.
Πως χύνει απά στο ασήμι μάλαμα καλός τεχνίτης, που 'χει
απ᾿ την Παλλάδα και τον Ήφαιστο περίσσιες τέχνες μάθει,
κι είναι ό,τι φτιάξει μαστορεύοντας όλο ομορφιά και χάρη —
όμοια κι εκείνη χάρη του 'χυνε στην κεφαλή, στους ώμους,
κι απ᾿ το λουτρό θαρρείς αθάνατος ξεπρόβαλε στην όψη.
Κι ως πίσω στο θρονί του εκάθισε, που λίγο πριν καθόταν
αντικριστά με τη γυναίκα του, κινούσε λόγια κι είπε:
«Καημένη, απ᾿ όλες όσες βρίσκουνται γυναίκες μόνο εσένα
οι αθάνατοι του Ολύμπου αμάλαγη καρδιά στα στήθη έβαλαν!
Δε βρίσκεται άλλη τόσο αλύγιστη γυναίκα, να τραβιέται
μακριά απ᾿ τον άντρα της, που ως έσυρε στα ξένα μύρια πάθη,
στα είκοσι χρόνια ξαναγύρισε στη γη την πατρική του.
Μον᾿ έλα, καλομάνα, στρώσε μου την κλίνη, να πλαγιάσω
μονάχος καν, τι τούτη σιδερή καρδιά στα στήθη κρύβει.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη του απηλογήθη κι είπε:
«Καημένε, δε μεγαλοπιάνουμαι κι ουδέ αψηφώ κανένα
κι ουδέ ξαφνίζουμαι᾿ τη θύμηση κρατώ πως ήσουν τότε,
σαν έφευγες με το μακρόκουπο καράβι απ᾿ την Ιθάκη.
Μον᾿ έλα, Ευρύκλεια, το κλινάρι του γοργά να στρώσεις όξω
απ᾿ την καλόχτιστή μας κάμαρα, που 'χε μονάχος χτίσει'
όξω τη στέρια κλίνη σύρτε του, και βάλτε και στρωσίδια,
φλοκάτες και προβιές και λιόφωτα να σκεπαστεί σεντόνια.»
Αυτά είπε εκείνη δοκιμάζοντας τον άντρα της, μα τούτος
συχύστη κι είπε στη γυναίκα του τη γνωστικιά αναμμένος:
«Γυναίκα, αλήθεια, αυτός ο λόγος σου μες στην καρδιά με αγγίζει!
Ποιος το κλινάρι μετασάλεψε; Καλός τεχνίτης να 'ταν,
και πάλε θα του 'ρχόταν δύσκολο! Μόνο θεός μπορούσε,
αν ήθελε, να 'ρθεί κι ανέκοπα να το μετασαλέψει.
Μα απ᾿ τους θνητούς που ζουν δε γίνεται τη θέση να του αλλάξει
κανείς, κι ας είναι απά στα νιάτα του᾿ το τορνευτό κλινάρι
τρανό σημάδι κρύβει᾿ τα 'φτιαξαν τα χέρια τα δικά μου.
Φύτρωνε δέντρο, ελιά στενόφυλλη, μες στον αυλόγυρο μας,
ξεπεταμένο κι ολοφούντωτο, χοντρό σα μια κολόνα.
Και πήρα κι έχτισα τρογύρα του την κάμαρα με πέτρες
πυκνές ως πάνω, και τη σκέπασα καλά καλά με στέγη'
κι αφού της πέρασα πορτόφυλλα καλαρμοσμένα, στεριά,
έκοψα απάνω της στενόφυλλης ελιάς κλαδιά και φούντα,
και τον κορμό απ᾿ τη ρίζα κλάδεψα, προσεχτικά, πιδέξια
με το σκεπάρνι πελεκώντας τον, με στάφνη ισιώνοντας τον,
κλινόποδο να γένει, κι άνοιξα με το τρυπάνι τρύπες.
Κει πάνω το κλινάρι εστήριξα, καλά πλανίζοντας το,
και με το μάλαμα το πλούμισα, το φίλντισι, το ασήμι!
τέλος λουριά από βόδι ετάνυσα, που απ᾿ την πορφύρα άστραφταν.
Το μυστικό σου το φανέρωσα σημάδι, μα δεν ξέρω
αν το κλινάρι ακόμα στέκεται, γυναίκα, για κανένας
το λιόδεντρο απ᾿ τη ρίζα του 'κοψε και του άλλαξε τη θέση.»
Αυτά είπε, κι εκείνης τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά της,
τ᾿ αλάθευτα σημάδια ως γνώρισε στα λόγια του Οδυσσέα'
και χύθη ομπρός θρηνώντας, έριξε τα δυο της χέρια γύρω
στυυ αντρός της το λαιμό, του φίλησε την κεφαλή και του 'πε:
«Μη μου κακιώνεις! Σέ όλα το 'δειξες το πιο ξύπνο πως έχεις
μυαλό, Οδυσσέα! Μα αλήθεια βάσανα πολλά οι θεοί μας δώκαν,
που ζούλεψαν και δε μας αφήκαν τη νιότη να χαρούμε
ο ένας του άλλου και να γεράσουμε μαζί συντροφεμένοι.
Όμως αλήθεια μην οργίζεσαι και μη χολιας μαζί μου,
που μόλις σ᾿ είδα, την αγάπη μου δε σου 'δειξα σαν τώρα'
ποτέ η καρδιά μαθές στα στήθη μου δεν έπαψε να τρέμει,
μην έρθει κάποιος με τα λόγια του θνητός και με πλανέσει'
τι άνομα κέρδη να σοφίζουνται πολλούς θα βρεις στον κόσμο.

28.6.10

ΑΣΚΗΣΗ ΓΙΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ


Come as you are, as you were, as I want you to be.
As a friend, as a friend, as an old Enemy.
Take your time, hurry up, choice is yours, don't be late.
Take a rest, as a friend, as an old memory.

Memory ah, Memory ah, Memory ah.


Come doused in Mud, soaked in Bleach, as I want you to be.
As a trend, as a friend, as an old Memory ahhh.

Memory ahh, Memory ahh, Memory ahh.

Chorus:
And I swear that I don't have a gun
No, I don't have a gun
No, I don't have a gun

Memory ahh, Memory ahh, Memory ahh, Memory ahh. (Don't have a Gun.)

Chorus:
And I swear that I don't have a gun
No, I don't have a gun
No, I don't have a gun
No, I don't have a gun
No, I don't have a gun
(Memory ahh, Memory ahh)



Έλα όπως είσαι, έλα όπως είσαι,
μη μου χαλάς τα γούστα μου και τη φωτιά μου σβήσε.
Την κούρσα σου 'χω αγκαζέ μ' όλα τα μεγαλεία,
θυμάρι θέλεις κούκλα μου ή μήπως παραλία;
Έλα, μάνα μου, όπως είσαι,
έλα όπως είσαι!

Η νύχτα είναι δική μας, η νύχτα είναι δική μας
και πρέπει να γλεντήσουμε με όλη την ψυχή μας.
Στα κέφια πάνω, κούκλα μου, θα κάνουμε στραπάτσα,
για γούστο θα το κάψουμε, λεφτά υπάρχουν μάτσα!
Έλα, μάνα μου, όπως είσαι,
έλα όπως είσαι!

Μες στην αγκαλιά σου, μες στην αγκαλιά σου,
με ζάλισαν τα χάδια σου, με κάψαν τα φιλιά σου.
Όπου κι αν σε περπάτησα, φωνάξαν «Μπράβο, μάγκα,
η κοπελάρα που γλεντάς πολλά αξίζει φράγκα!».
Έλα, μάνα μου, όπως είσαι,
έλα όπως είσαι!

Άσκηση:
Να βρεθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές των δύο ποιημάτων (ή τραγουδιών, εν πάση περιπτώσει)
Ευχαριστώ!


Υ.Γ.: οι απαντήσεις να σταλούν γραπτώς με κούριερ στην Courtney Love, όχι σε μένα.
Ξανά ευχαριστώ.

27.6.10

ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ; ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ

Σε συνέχεια προηγούμενου ποστ σχετικά με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο γυμνάσιο και το λύκειο, έχω να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:
Όλα τα βιβλία γυμνασίου και λυκείου, με εξαίρεση εκείνο της γ'  λυκείου για τη θεωρητική κατεύθυνση, που είναι πολύ πιο εξειδικευμένο και γνωστικά και μεθοδολογικά και με το οποίο θα ασχοληθώ ξεχωριστά, αποτελούν μια πλήρη και αρκετά εκτεταμένη ανθολόγηση της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Κοινό, τους χαρακτηριστικό είναι, όπως  παρατηρεί και ο Δ. Κούρτοβικ (το κείμενό του το έχω αναρτήσει σε προηγούμενο ποστ),  ότι απευθύνονται όχι στους μαθητές αλλά στους δασκάλους της λογοτεχνίας.  Είναι βιβλία "δημοκρατικά" και μεγαλεπίβολα, καθότι περιέχουν πάρα πολύ υλικό, διατρέχουν με συνέπεια όλη τη σύγχρονη ιστορία της λογοτεχνίας, τα ρεύματα, τα κινήματα, τους εκπροσώπους, και με τα ερμηνευτικά σχόλια και τις ερωτήσεις προς τους μαθητές,(συν τα βοηθήματα, το "Λεξικό λογοτεχνικών όρων" και την "Ιστορία της Λογοτεχνίας") αναπαράγουν με πιστότητα την έρευνα που έχει γίνει από σημαντικούς ιστορικούς, κριτικούς και θεωρητικούς της λογοτεχνίας, οδηγώντας έμμεσα και προσεκτικά την προσοχή των διδασκόντων πρώτα, και έπειτα των μαθητών, σε ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.  
Δεν αμφισβητώ ότι οι φιλόλογοι που τα συνέταξαν και καλοί ανθολόγοι είναι και βαθιά γνώση διαθέτουν. Το ερώτημα είναι όμως ποιος είναι ο σκοπός αυτών των βιβλίων. Αν είναι να ποδηγετηθούν οι διδάσκοντες σε μία ασφαλή διαδικασία ανάλυσης (ιστορικής, αισθητικής, κλπ), οπότε  το βιβλίο παίζει το ρόλο συμβούλου-  καθοδηγητή -  ίσως επειδή δεν υπάρχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο γνωστικό εύρος ή στη διδακτική ικανότητα ή στην έμπνευση των διδασκόντων - έχει καλώς. Τα βιβλία πετυχαίνουν το στόχο τους. Είναι ένας χρήσιμος οδηγός.   Αν είναι να προσφέρουν μέθοδο προσέγγισης, και σ'  αυτό πετυχαίνουν το στόχο τους, γιατί με τα σχόλια και τις ερμηνευτικές ερωτήσεις δίνουν εργαλεία μεθόδου, πάντα στον καθηγητή. 
Κατά τις εγκυκλίους του Υπουργείου"σκοπός της μελέτης είναι η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας των μαθητών".  Κι εδώ μπαίνει μια  παράμετρος που δεν έχει σχέση ούτε με τη μέθοδο, ούτε με τη γνωστική πληθώρα, μια παράμετρος  ποιότητας:  Φιλαναγνωσία σημαίνει   αγάπη για την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Διδάσκεται η αγάπη; Η αγάπη δεν είναι μεθοδολογία, ούτε ποσοτικός παράγων.  Μπορεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα σαν κι αυτό  να γεννήσει  φιλαναγνωσία; 
Η αγάπη για τη γνώση, όπως και η αγάπη για την ανάγνωση γεννιέται και αναπτύσσεται σε μια μαθησιακή συνθήκη που θα την ονόμαζα μυστικιστική. Για να υπάρξει απαιτείται τουλάχιστον ένας δάσκαλος και τουλάχιστον ένας μαθητής. Κι ανάμεσά τους ένας κενός χώρος, όπου μια διερώτηση  έρχεται και στρογγυλοκάθεται και μαζί της αυτόματα ο θαυμασμός για τη μάθηση, γιατί αυτός ο χώρος είναι διάστημα και πάντα το διάστημα νιώθεται με θαυμασμό. Ο δάσκαλος πρέπει να μπορεί να δημιουργήσει αυτόν τον κενό χώρο ανάμεσα στον ίδιο και το μαθητή, για να  έλξει εκεί μέσα τη διερώτηση και το θαυμασμό του. Και να ακουμπήσει εκεί κι ο μαθητής το αίσθημά του. Όλα τα άλλα έπονται.  Ο λόγος, το κείμενο, το ποίημα.  Δεν μπορεί κανένα εκπαιδευτικό σύστημα να καλλιεργήσει την αγάπη για τη γνώση ή την αγάπη για την τέχνη χωρίς αυτήν την προϋπόθεση.  Όταν ο κενός χώρος γεμίζει προκαταβολικά με πληροφορίες, βαριά ύλη και μεθόδους, τότε ακυρώνεται εκ προοιμίου και η σχέση δασκάλου - μαθητή και κάθε δυνατότητα καλλιέργειας θαυμασμού προς το μυστήριο της γνώσης ή της τέχνης. 
Επιστρέφω πάλι στη λογοτεχνία και τη φιλαναγνωσία: σε τούτον τον "κενό" χώρο - τον ηλεκτρισμένο ήδη από αισθήματα - ο δάσκαλος, με το δημοκρατικό και βαρύγδουπο βιβλίο στο χέρι έστω,  αναγιγνώσκει το κείμενο που επέλεξε. Μπορεί και δύο και τρεις φορές. Και το αφήνει να κάτσει. Δεν το διαμελίζει με ερωτήσεις και σχόλια. Του προσφέρει μόνο τον ενθουσιασμό του, τη δική του συγκίνηση της ανάγνωσης, δεν εκβιάζει την αρέσκεια ή την κατανόηση του μαθητή, ούτε κριτικά σχόλια. Αρχικά, κι αυτό είναι μια απλή, απλούστατη παιδευτική διαδικασία που την έχουμε απεμπολήσει, πρέπει το κείμενο να ακουστεί, να λειτουργήσει δηλαδή  η γεμάτη ηλεκτρικά φορτία προφορική σχέση, από το δάσκαλο στο μαθητή. Το τι θέλει να μας πει ο ποιητής είναι δευτερεύον και παρεπόμενο. Το πρώτιστο είναι να βρούμε, δάσκαλοι και μαθητές, την επαφή με το αίσθημά μας μέσω του κειμένου.  Χωρίς αυτό το απλό πραγματάκι δεν υπάρχει ούτε φιλαναγνωσία, ούτε καν ανάγνωση. 
Τα υπάρχοντα βιβλία λογοτεχνίας, δεδομένης της προσπάθειας των συγγραφέων  να είναι πλήρη στην ανθολόγησή τους, νομίζω πως είναι κάπως σχολαστικά και πολύ βαριά, κι όχι μόνο για τη σάκα των μαθητών. Η γνωστική πληρότητά τους για το μαθητή λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς τη μάθηση, γιατί η γνώση καταχωρείται ως "βάρος". Ο δε μέσος καθηγητής, ποδηγετούμενος μεν, απόλυτα ελεύθερος δε να διδάξει όποιο από τα κείμενα θέλει, αδυνατεί να ρυθμίσει αυτή την αντίφαση και ακολουθεί την πεπατημένη του μαθήματος "φασόν", χρησιμοποιώντας κι ο ίδιος, όπως κι όλοι οι μαθητές "¨βοηθήματα" (αυτά που παλιά τα λέγαμε απαξιωτικά "λυσάρια", αλλά που σήμερα έχουν αρθεί σε κύρος σχεδόν στο ίδιο ύψος με τα σχολικά βιβλία). Μέσα σε αυτή τη σύγχυση τα λογοτεχνικά κείμενα, παρ' ό,τι από μόνα τους είναι αυτοσκοπός, ακυρώνονται και σκοπός γίνεται η ανάλυσή τους: φληναφήματα  εγκεφαλικών κατασκευών, τα οποία καμώνονται ότι πίνουν οι απείθαρχοι μαθητές σαν μουρουνόλαδο αλλά τα φτύνουν στο διάλειμμα μαζί και με όλες τις προτροπές περί φιλαναγνωσίας.
Γι' αυτό είναι προτιμότερο, αντί η μεθοδολογία να προκαταλαμβάνει το μαθητή, ο μαθητής, ή η τάξη,  να δημιουργεί μεθοδολογία. Και αντί να θέτει ο δάσκαλος τα έτοιμα (και γι'  αυτό ήδη απαντημένα) ερωτήματα του βιβλίου ή του ιδίου, να περιμένει να τεθούν άλλα από τους μαθητές, πιθανόν όχι τόσο εύστοχα, αλλά οπωσδήποτε ακόμα αναπάντητα και πολύτιμα στη γνησιότητά τους, τα οποία έχουν αυθόρμητα αναδυθεί μέσα από τη σχέση ανάγνωσης που μόλις προηγήθηκε.
Το να περιβάλλει ο αναγνώστης το όποιο κείμενο με το θαυμασμό του είναι η προϋπόθεση για τη διαδικασία ανάλυσης. Γιατί ο θαυμασμός και  η συγκίνηση κρατάνε το έργο της τέχνης ακέραιο, ενώ η αναλυτική σκέψη το τεμαχίζει. Κάποιες φορές εξ άλλου οι σημερινοί έφηβοι συλλαμβάνουν τόσο καλά το συμβολικό λόγο της τέχνης, ώστε δε χρειάζονται καν την αποκωδικοποίησή του. Με άλλα λόγια πολλοί κώδικες ανάλυσης που ΄διαθέτουμε είναι ήδη πεπαλαιωμένοι και χρειάζεται να τους διαχειριζόμαστε με φειδώ. 
Όσον αφορά την τέχνη της ανάγνωσης, έχω την άποψη ότι είναι πολύ καλύτερος δάσκαλος αυτός που, παρ' ό,τι μπορεί να μην παίζει στα δάχτυλα, π.χ., τις αραιώσεις και τις πυκνώσεις του αφηγηματικού χρόνου (που, παρεμπιπτόντως, οι μαθητές οφείλουν να τις διδαχτούν στην Α' Λυκείου στο βιβλίο της Γλώσσας, λίγο πριν το ξεσκίσουν ή το κάψουν με αλαλαγμούς),  μπορεί όμως να διαβάζει ένα κείμενο, μπολιάζοντάς το με την προσωπική του συγκίνηση και αρθρώνοντας με γνώση το λόγο, και να ωθεί και τους μαθητές στην από στήθους ανάγνωση μέσα στην τάξη. 
Ιδιαίτερα, όσον αφορά την ποίηση, η από στήθους ανάγνωση, που τόσο άδικα γελοιοποιείται στις σχολικές γιορτές, θα πρέπει  κάποτε να αποκατασταθεί, αρκεί  να εκπαιδευτούν οι δάσκαλοι να τη διδάσκουν στους μαθητές, ώστε να την εντάξουν μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τα σημερινά παιδιά δεν έχουν πολλές ευκαιρίες να ακούν ή  να αρθρώνουν όμορφα ελληνικά. Το έχω ξαναπεί, η φωνολογία της γλώσσας μας αλλάζει, ο λόγος πιέζεται μέσα στις ρινικές κόγχες, τα ελληνικά που κυριαρχούν στο αυτί είναι τα "τηλελληνικά",  εκτός του ότι η συν-ομιλία παραμερίζεται από τα γκρίκλις των τσατ, στα οποία μυούνται τα πιτσιρίκια απ΄τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. 
Με την  από στήθους ανάγνωση ο μαθητής δεν μαθαίνει νοητικά, βιώνει ακέραιο τον ποιητικό λόγο, το ρυθμό, το μέτρο, τη μουσική του λόγου, γίνεται για τον εαυτό του και αναγνώστης και ακροατής.  Και επιστρέφει σε μια προφορική σχέση με την τέχνη και με τον κόσμο, που σε άλλες εποχές ήταν  αυτονόητη στις κοινωνίες (από την εποχή των αοιδών, μέχρι το δημοτικό τραγούδι, μέχρι  τον Ερωτόκριτο).  Με άλλα λόγια εισέρχεται ολόκληρος στον κραδασμό της ποίησης - ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιεί εκείνη τη στιγμή  -  και μετέχει ουσιαστικά της παιδείας.  Είναι δε σίγουρο ότι, εάν ερωτηθεί, θα μπορεί να εξαγάγει από το βίωμα του απαντήσεις και συμπεράσματα για το κείμενο που μόλις απήγγειλε.
Μπορεί η πρότασή μου να φαίνεται σε κάποιους παλαιομοδίτικη. Δεν είναι, σας βεβαιώ. Απόδειξη, η αναπτυσσόμενη τάση στους κύκλους των ποιητών και των εκδοτικών οίκων, αλλά και κάποιων βιβλιοπωλείων, να οργανώνουν λέσχες ανάγνωσης, ή θεατρικά αναλόγια ή αφηγήσεις παραμυθιού. Θέλω να πω, αυτή η ανάγκη για μια βιωματική σχέση με το λόγο είναι ήδη ορατή σε ένα κομμάτι της κοινωνίας. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι δάσκαλοι είναι απαίδευτοι σ'  αυτό τον τομέα: θα πρέπει να εκπαιδευτούν οι ίδιο στην από στήθους ανάγνωση, για να μπορέσουν να τη διδάξουν  και για να λειτουργούν σαν πρότυπα για τους μαθητές τους. Δε θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι ακατόρθωτο. Δεν απαιτείται σχολικός σύμβουλος να στο διδάξει και να σε κατευθύνει, ούτε χρήματα. Μεράκι μόνο χρειάζεται και λίγη προσωπική δουλειά, ερήμην του κυρίαρχου εκπαιδευτικού μηχανισμού: αυτεκπαίδευση, διά βίου μάθησις, που λέει και το όνομα του Υπουργείου...
Υπάρχει κι άλλη μια παράμετρος που συνηγορεί στην πρότασή μου: πάρα πολλά παιδιά παρουσιάζουν διαφόρων τύπων δυσχέρειες λόγου. Η εξάσκηση στην ομιλία - και μάλιστα όχι κατ'  ιδίαν αλλά σε ομάδα - λειτουργεί θεραπευτικά, αρκεί να έχει δημιουργηθεί το κατάλληλο ψυχοπαιδαγωγικό περιβάλλον στην τάξη. 
Μεταβατική η εποχή που ζούμε και οι μέρες στην τάξη δύσκολες. 
Ένας λόγος παραπάνω...
Θερμότητα ανάσας χρειάζεται η τάξη. Και λόγο.


jiagogina
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...