Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.10.16

Ιβύκου και Οδυσσέα Ελύτη αντάμωμα

Να ένα εξαίσιο ποίημα του Ιβύκου... Το ανακάλυψα χάρις στον Ελύτη.


Ο Κήπος με τις Αυταπάτες, ποιητική υποθήκη του ποιητή για τους μελλούμενος κι αν όχι το τελευταίο, ένα από τ; τελευταία γραπτά του, κρύπτει, μεταξύ άλλων, έναν στίχο του Ιβύκου του Ρηγίνου, από αυτό το ποίημα. Διαβάζοντας τον και προφέροντάς τον, και μέσα στον λόγο του Ελύτη αλλά και μέσα στο σώμα του ίδιου του ποίηματος, ένιωσα τον 6ο π.Χ. αιώνα να συναντά το τέλος του δικού μας εικοστού κι εμάς τους πορευόμενους στον άδηλο εικοστό πρώτο, σ' ένα πνευματικό τρίστρατο που αλλοιώνει τον χρόνο...
Απολαύστε το...
Κι ένα έστω δικτυακό, ευχαριστώ στο ARS POETIKA και τον Χ.Ν. Κουβέλη...
http://artpoeticacouvelis.blogspot.gr


Ήρι μεν αι τε Κυδώνιαι

μηλίδες αρδόμεναι ροάν

εκ ποταμών, ίνα Παρθένων

κήπος ακήρατος, αι τ’ οινανθίδες

αυξόμεναι σκιεροίσιν υφ’ έρνεσιν 5

οιναρέοις θαλέθοισιν· εμοί δ’ έρος

ουδεμίαν κατάκοιτος ώραν.

=τε= υπό στεροπάς φλέγων

Θρηΐκιος Βορέας

αίσσων παρά Κύπριδος αζαλέαις μανί- 10

αισιν ερεμνός αθαμβής

εγκρατέως πεδόθεν =φυλάσσει=

ημετέρας φρένας.

[μεταφραση-χ.ν.κουβελης]
Ανοιξη κι οι κυδωνιες τα δεντρακια
ποτιζονται απ'τα νερα που κυλουν
των ποταμων,μεσα στων Παρθενων
τον απειραχτο κηπο,και του κληματος τα μπουμπουκακια
μεγαλωνουν κατω απ'τα σκιερα φυλλωματα
της κληματαριας και ζωηρευουν,για μενα ο ερωτας
ουτε μια ωρα ησυχαζει,
[και]με λαμψεις αστραπων φλογερος
σαν Θρακισιος Βορηας
φυσσα ορμητικος απ'τη Κυπριδα με λυσσαλεα
μανια ζοφερος σκοτεινος
αναστατωνει μεσ'απ'τα βαθη
τα μυαλα μου

.................................................
Να και το ελύτειο απόσπασμα με το μπουμπούκι αυτού του στίχου:
Όλα τ’ αντιφωνήματα των ωκεανών δεν θα καταφέρουν ποτέ ν’ αντισταθμίσουν το μειδίαμα ενός μικρού ιδιωτικού Σεπτεμβρίου που περιμένει πότε θα τον αιφνιδιάσουν τα καινούργια κυκλάμινα.
Τι σημαίνει στ’ αλήθεια ο χρόνος θα το καταλάβουμε όταν ο ίδιος μας αποστερήσει απ’ τη δυνατότητα να τον προσμετρούμε.
Αλλά εκεί ακριβώς κείται το καθημερινόν αειθαλές.
Ας βγουν οι λέξεις λυγαριές και τα μπουμπούκια κρήνες.
Ίνα παρθένων κήπος ακήρατος.

27.12.15

.... από τ ο έργο του Οδυσσέα Ελύτη

.... που πάλι τον βρήκα μπροστά μου.... Και μοιράζομαι τα διαμάντια του... Καλή χρονιά... Με πνεύμα!


απόσπασμα από το Αἰῶνος εἴδωλον

Τί  σβηστήρας ἄραγες  νὰ ὑπάρχει
Γιὰ τὴν μέσα μας ἀσκήμια  τί νὰ μετα-
Στοιχειώνει τόσων χρόνων σκλαβιά; Καίσαρες  ἐσεῖς
Ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο, μετανοημένοι, πέστε μας
Ποιὸ φύλλο, ποιὸ πουλί, ποιὸς κῆπος μὲς στὴ θάλασσα
Σπῶντας τοῦ Μαΐου τὰ κύματα, νὰ ἰσοσταθμίσει γίνεται
Τὸν πόνο
Τὸν σωματικό
Ποὺ ἆν ἕνας μόνος τὸν ὑφίσταται, ὅλοι μας φωνάζουμε:
Ὡς πότε, ὡςπότε
(….)

 .-.-.-.-.

VILLA NATACHA

Ἄνθρωπε, ἄθελά σου,
Κακέ – παρ’ ὀλίγο ἡ τύχη σου ἄλλη.
Σ’ ἕνα, ἔστω, λουλούδι ἀντίκρυ ἆν ἤξερες
Νὰ πολιτεύεσαι
Σωστά, θὰ τὰ ΄χες ὅλα. Ἐπειδὴ ‘απ’  τὰ λὶγα, μερικὲς φορὲς
Κι ἀπὸ τὸ ἕνα - ἔτσι ὁ ἔρωτας –
Γνωρίζουμε τὰ ὑπόλοιπα. Μόνο τὸ πλῆθος να:
Στὸ χεῖλος τῶν πραγμάτων στέκει
ὅλα τὰ θέλει καὶ τα παίρνει καὶ δὲν τοῦ μένει τίποτα
(…)
Λέω, ναί, πρέπει νὰ ἔχουν φτάσει
Ὁ πόλεμος στὸ τέρμα του, καὶ ὁ Τύραννος στὴν πτώση του
Καὶ ὁ φόβος τοῦ ἔρωτα μπρὸς στὴ γυμνὴ γυναίκα.
Ἔχουνε φτάσει, ἔχουνε φτάσει καὶ μόνο ἐμεῖς δὲ βλέπουμε
Παρὰ ψαύοντας ὁλοένα πέφτουμε στὰ φαντάσματα πόνου
Ἄγγελε, σὒ ποὺ κάπου ἐδῶ γύρω πετᾶς
Πολυπαθὴς κι ἀόρατος, πιάσε μου τὸ χέρι
Χρυσωμένες ἔχουν τὶς παγίδες οἱ ἄνθρωποι
κι ἔχω ἀνάγκη νὰ μείνω ἀπ’ ἔξω
(…)

 .-.-.-.-.
ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ
(…)
Κι ἂς μὴν ἔνιωσε ποτὲ κανεὶς
Τοῦ  μέλλοντος ἀρχαιολόγος
Καὶ τῶν ἐπουρανίων
Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Ὅμως μάταια ὄχι!
Ἐπειδὴ τὰ δάκρυα εἶναι κι αὐτὰ
Πατρίδα ποὺ δὲ χάνεται
Κεῖ ποὺ γυαλίσαν κάποτε

ὕστερα ἡ ἀλήθεια ἦρθε.

7.5.15

Σεφέρης - Ελύτης, μια αιφνίδια συνάντηση

....Τι ενδιαφέρουσα ποιητική συνάντηση....  Δουλεύοντας με τον Ήλιο τον Ηλιάτορα, ξανασυνάντησα σήμερα το Φως, από την Κίχλη του Σεφέρη...
Το αλαφροϊσκιωτο "Κορίτσι" συνομιλεί ποιητικά με τη "μικρή Αντιγόνη"....
Κι οι δύο ποιητές, τόσο αποκλίνοντες στις φωτοσκιάσεις τους, εδώ συναντιώνται, δύο γνήσια τέκνα του Ηράκλειτου...

ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
Παράπονα κι αθιβολές
    γύρισε ο κόσμος τρεις φορές

Γιόμα βραδύ μεσάνυχτα
    κι όλα τα δώματα ανοιχτά

Στ' αλώνια και στις εμπατές
    ξυπνούν οι ελαφροΐσκιωτες

σύρνουν ανάβουνε μαλλί στων αστεριών τη χόβολη
και τους μικρούς αγγέλους σταμ
    ατάν και παίζουν αμ στραμ νταμ

Καημέ που πάρα εβάρυνες
    τον κόσμο δεν εμάρανες

Τα μαύρα λεν και τ' άσπρα σου
    οι άνεμοι κι όλο τα φυσούν

Κι ένα κορίτσι εννιά χρονώ

    για λόγου τραγουδά ολονώ.


ΤΟ ΦΩΣ από την ΚΙΧΛΗ, του Γ. ΣΕΦΕΡΗ
(...)
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε ...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη•
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα•
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης•
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως• και είσαι
σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

8.8.14

Με τον Ελύτη στις Πετριές

 Ορίζοντας Αιγαίου... 

Ατενίζοντας το διαρκώς Αιγαίο, στη γενναιόδωρη Εύβοια, μοιράζομαι  τη χαρά της  ανάγνωσης του Άξιον Εστί. Όπως διαβάζεις προσευχητάρι... Κάπως έτσι το ξαναδιαβάζω... Για το Ένα του Κόσμου, την Αναδημιουργία μέσα στον κατακερματισμό, το Δημιουργό  Ποιητή...
Αγαπημένα  ποιητικά θραύσματα: 
"Γένεσις".
Ολόκληρο το ποίημα  ΕΔΩ


.......

«ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις
το δικό σου νόημα» είπε
«Πριν από την καρδιά σου θα 'ναι αυτή
και μετά πάλι αυτή θ' ακολουθήσει
Τούτο μόνο να ξέρεις:
Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»


«Η αγνότητα» είπε «είναι αυτή
στις πλαγιές το ίδιο και στα σπλάχνα σου»
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
γέροντας γνωστικός Θεός για να πλάσει μαζί πηλό και ουρανοσύνη


Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
ψιθύρισε όταν ρώτησα:
- Τι το καλό; Τι το κακό;
-Ένα σημείο Ένα σημείο
και σ' αυτό πάνω ισορροπείς και υπάρχεις
κι απ' αυτό πιο πέρα ταραχή και σκότος
κι απ' αυτό πιο πίσω βρυγμός των αγγέλων
-Ένα σημείο Ένα σημείο
και σ' αυτό μπορείς απέραντα να προχωρήσεις
ή αλλιώς τίποτε άλλο δεν υπάρχει πια
Κι ο Ζυγός που, ανοίγοντας τα χέρια μου, έμοιαζε
να ζυγιάζει το φως και το ένστικτο ήτανε

ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

«Αλλά τώρα» είπε «η άλλη σου όψη
ανάγκη ν' ανεβεί στο φως»
και πολύ πριν με το νου μου βάλω
ή σημάδι φωτιάς ή σχήμα τάφου
Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας
τα μεγάλα ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου
Και η Νύχτα πανσές
παλιάς
πριονισμένης από νοσταλγία Σελήνης
με του έρημου μύλου τα χαλάσματα και την άκακη ευωδιά τής κόπρου
πήρε μέρος μέσα μου
Διαστάσεις άλλαξε στα πρόσωπα· μοίρασε αλλιώς τα βάρη
Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη
μέσα στους ανθρώπους
όπου ήχος άλλος κανείς
μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη
Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν 

τότε μόνο ενόησα
που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
......

23.8.13

Οδυσσέας Ελύτης, ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ



Ι                                      

Όπως όταν
                 βάζουν φωτιά σ' ένα φιτίλι τρίχινο
Τρέχοντας υστέρα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί

Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα καπέλα τους
   
Όπως όταν

                 ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει στα σκοτεινά
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της
Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και τρομερά

        δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν
Σημαίνουν


Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται χαμηλά

        και ψιθυρίζει λόγια αγάπης

Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος - δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό - κι η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου

        μοιάζουν

Juego de luna y arena - σμίγουν εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα - εκεί που ζωγραφίζεις
Το Θάνατο ή τον Ερωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ' τα τρομερά ρουθούνια

       του Βοριά
Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις.



Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας - αλλά συ γελάς


Μαύρα τείχη γύρω μας - αλλά συ μεμιάς
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα

Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρρόξανθη κραυγή
Που μ' έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τ' αέρια τα υγρά
        και τα στερεά του κόσμου ετούτου


Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον
Να μην υπάρχει εχτρός

Πλάι πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λεοντάρι
Κι η ζωή αδερφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρα της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρα μας...



                                                II

Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα — κι η άχνα του ζεστού
        ψωμιού έτσι ανεβαίνει. 
Αλλά

Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς
Στα βουνά που ο κεραυνός σεβάστηκε - αλλά και
Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντίλια κόκκινα
Πρωτομαγιά -
Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ
        λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων

Αγερομπασιά -

Τα πλατιά μαλλιαρά στήθη σου σαν θειαφισμένο αμπέλι
Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό
Πάει κι έρχεται στ' άσπρα χαρτιά στο φως και στο σκοτάδι
Πάει κι έρχεται βουίζοντας
Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα

Όχι μόνο απ' αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το Μέγα Σάββατο
       στα ράφια τους

Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους

Αλλά κι απ' τ' άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει
       ένα βαθύ μεράκι


Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών
Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων
Μέσα στ' αυγά της χελώνας
Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη φωτιά
Ή ακόμα μες στα δάση των Ηπείρων τ' απέραντα
- Πέφτοντας η νύχτα -
Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ' τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί
       το «αλληλούια» με τις φυσαρμόνικες...
Τι 'ναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται - τι 'ναι αυτό που αντέχει
Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων
Στο λειψό φεγγάρι στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο - τι 'ναι αυτό
        που δε λέγεται


Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται
Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά η μαγνητική

        βελόνα
Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια
Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης
Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας
Πικασσό: Παλόμα
Πικασσό: Ιπποκένταυρε
Πικασσό: Guernica



                                                    III

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη - και τον γόρδιο κόβει
        δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά
Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος μόνο να το σκέφτεσαι
Τα στάχυα όταν λυγίζουνε τον ουρανό


Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια τον αγαπημένο της
Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει «σ' αγαπώ»
Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες
Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονα τους
Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα
Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που στριφογυρίζουν

        το 'να μάτι τους
Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους


ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει - κι η γυναίκα
        με τη γιγαντιαία πατούσα
Στον αέρα τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της
Έτη μετά Χριστόν πικρά
Παρά λίγη καρδιά θα 'ταν ο κόσμος άλλος
θα 'τανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά

Όμως να! ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα πόδια
        του δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά



Την ώρα που εσύ θηρίο
Εσύ Παύλε Πικασσό
Πικασσό Παύλε που μες στ' αμάραντα μάτια σου
Χώρεσες όσα δεν μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ' εκατομμύρια
        στρέμματα φυτεμένης γης
Δουλεύεις το πινέλο σου σαν να τραγουδάς
Σαν να χαϊδεύεις λύκους ή σαν να καταπίνεις πυρκαγιές
Σαν να πλαγιάζεις νύχτα-μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
Σαν να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού


Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε

Πικασσό Παύλε αρπάζεις το Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις

Λουλούδια ζώα φιλιά ευωδιές κοπριές κοτρόνια και διαμάντια
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση της

        γης που μας έφερε και που θα μας πάρει

Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν και

που θα περάσουν.


1948
Τα Ετεροθαλή

23.7.13

Ὀδυσσέας Ἐλύτης - Γιῶργος Σαραντάρης: μιά συνομιλία



Γιώργος Σαραντάρης

Πάλι ὁ οὐρανός...









Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη.
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Καὶ οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε.
 πηγή: http://users.uoa.gr
 


Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Γιῶργος Σαραντάρης









Θ’ ἀνάψω δάφνες νά φλομώσει ὁ οὐρανός
μήπως καί μυριστεῖς πατρίδα καί γυρίσεις
μέσ’ ἀπ’ τα δέντρα πού σέ γνώριζαν καί πού γι’ αὐτό
τή στιγμή τοῦ θανάτου σου ἄξαφνα τινάξανε ἄνθος
Ἐμάς τούς γύφτους ἄσε μας
τούς «οἰκούντας ἐν τοῖς κοίλοις»
τί δε νογάμε ἀπό γιορτή
Καί τά πουλιά δέ βάνουμε προσάναμμα
μά στόν ύπνο μας καθώς μᾶς εἶχες μυήσει
δῶθε ἀπό τή φθορά πλέκουμε τούς κισσούς
μακριά σου πιό κι ἀπ’ το Α τοῦ Κενταύρου
«Ὡς ἔν τινι φρουρά ἐσμέν»
μαργωμένοι μές στό χρόνο
κι ἀπό τραγούδι ἀμάθητοι
Μόνος ἐσύ ο αἱρετικός τῆς ὕλης ἀλλ’
ὁμόθρησκος τὼν ἀετών τό ὕστερο ἅλμα
τόλμησες. Κι οἱ ποιμένες σ’ εἴδανε τῆς Πρεμετῆς
μές στῆς ἄλλης χαρᾶς τό φῶς νά ὁδοιπορεῖς πιό νέος
Τί κι ἄν ὁ κόσμος μάταιος
ἔχεις μιλήσει ἑλληνικά
ὡς «εἰς τόν ἔπειτα χρόνον»
κι ἀπό τήν ὁμιλία σου ἀκόμη
βγάνουν θυμίαμα οἱ θαλασσινοί κρίνοι
καί κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σέ
μυστικά στρέφουνε τόν καθρέφτη τοῦ ἥλιου
ἀπό τα Ἑτεροθαλῆ
σύνδεσμοι για τη σχέση των δύο ποιητών και την ποιητική τους συνάντηση: 

18.7.13

από το Ερημονήσι στο Σπαλαθρονήσι

πρώτα το ποίημα... Μετά η πληροφορία.   Οι αναγωγές του αναγνώστη.... 

 

Οδυσσέα Ελύτη

ΤΟ ΕΡΗΜΟΝΗΣΙ

από τα Ρω του Έρωτα
Γεια σου Απρίλη, γεια σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή
βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δεν βρίσκεται στον χάρτη

Το κρατάνε στον αέρα
τέσσερα χρυσά πουλιά
δεν γνωρίζεις εκεί πέρα
ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα, ούτε πατέρα

Μες της ερημιάς τ’αγέρι
όλα αλλάζουνε με μιας
πιάνεις του Θεού το χέρι
και στα κύματα ακουμπάς
σαν το άγριο περιστέρι

Γεια σας έχθρες, γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ’άλλα είναι καπνός
μια φορά να το ΄χεις ζήσει


και τώρα η είδηση:

πηγή: ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Το Σπαλαθρονήσι, έναντι του Μαρμαρά, μπαίνει σε δημοπρασία από τον ελληνικό οίκο Myrό Gallery

 

Το νησί Σπαλαθρονήσι, που βρίσκεται απέναντι από τον Μαρμαρά στη Χαλκιδική, βγαίνει σε δημοπρασία!

Ο οίκος Myrό Gallery το βγάζει στο σφυρί. Στην ιστοσελίδα του -ελληνικού- οίκου (www.antiqueshouse.gr) υπάρχει ένα βίντεο με πλάνα παρμένα από το Σπαλαθρονήσι, δείχνοντας τις όμορφες παραλίες του, ενώ έχουν αναρτηθεί πολλές φωτογραφίες ώστε να γίνει πιο ελκυστικό για τους επίδοξους αγοραστές.

Στις 24 Ιουλίου θα δοθεί συνέντευξη Τύπου στα γραφεία του οίκου στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να ενημερωθεί το κοινό και οι υποψήφιοι αγοραστές, καθώς στην ιστοσελίδα του οίκου δεν γίνονται γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες.

Να σημειωθεί πως τα Σπαλαθρονήσια είναι τρία μικρά νησιά ανοιχτά των ακτών της Χαλκιδικής, στον κόλπο της Κασσάνδρας, κοντά στη δυτική ακτή της χερσονήσου της Σιθωνίας. Το μεγαλύτερο είναι το ομώνυμο νησί, ενώ οι τοπικές ονομασίες τους είναι Σπάλαθρο ή Ρώσα, Χτένι και Κολόμπαρο.

Να σημειωθεί πως είναι η πρώτη φορά που γίνεται πώληση ενός ελληνικού νησιού μέσω δημοπρασίας.

Συγκεκριμένα, στην ιστοσελίδα του οίκου, αναφέρονται τα εξής:

«Ελληνικό Νησί σε Δημοπρασία

Στο πλαίσιο νέας δραστηριότητας του Myrό Antiques House ο οίκος έχει αναλάβει την δημοπράτηση ελληνικών νησιών. Σας ενημερώνουμε ότι το πρώτο είναι το μεγαλύτερο από τα Σπαλαθρονήσια, το οποίο βρίσκεται έναντι του Μαρμαρά, στην Χαλκιδική. Δείτε φωτογραφίες του νησιού, και εφόσον ενδιαφέρεστε για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε ...». 

*****

και λίγη μουσική τώρα για να το χωνέψουμε κι αυτό: το έν λόγω ποίημα σε μελοποίηση  του Λίνου Κόκοτου:


26.4.13

όταν ο Οδυσσέας Ελύτης συναντά τον Κνουτ Χάμσουν: η κάθοδος στον Άδη

Οδυσσέας Ελύτης

Ελεγεία της Οξώπετρας


Ρήμα το σκοτεινόν

Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος
Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα


Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά
    καιρούς
Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες
Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους
    κήπους
Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης
Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη


Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να
    μεγεθύνω τα όμικρον
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
    πεθαμένους να κατατρομάξεις


Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
    κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες
Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης


Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν·
    "αιώνιο" δεν. Δεν
Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
σκοτωμού
Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου
    θηράματα
Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι
H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει
Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι


Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες
    ανοίγονται
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
    τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη


Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ'
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.



(από Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991)

*******

Κνουτ Χάμσουν 

απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Η πείνα"


Κάθισα στο κρεβάτι και τον άκουσα που κλείδωνε. Το ανοιχτόχρωμο κελί φαινόταν άνετο. Ένοιωθα ασφάλεια κι άκουγα, με  ένα   αίσθημα ευτυχίας, τη βροχή που έπεφτε έξω. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να έχω εκείνη τη στιγμή. 
(...)
Ξαφνικά, το γκάζι σβύνει. Πολύ απότομα, δίχως να χαμηλώσει πριν. Βρίσκομαι στο απόλυτο σκοτάδι, δεν βλέπω ούτε καν το χέρι μου, ούτε τους άσπρους τοίχους γύρω μου, τίποτα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ξαπλώσω. Και ξεντύθηκα.
Αλλά δεν νύσταζα, και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Έμεινα ξαπλωμένος για λίγο, κοιτάζοντας το σκοτάδι, αυτή την πυκνή και ογκώδη άβυσσο που δεν είχε τέλος, και που δεν μπορούσα να συλλάβω στο σύνολό της. η σκέψη μου ήταν ανίκανη να χωρέσει. Για πρώτη φορά αντίκρυζα τέτοιο σκοτάδι, ένοιωθα το βάρος του να με πιέζει. Έκλεισα τα μάτια, άρχισα να σιγοτραγουδώ και στριφογύριζα στο στρώμα, για ν'  απασχολώ τη σκέψη μου, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Το σκοτάδι είχε κυριέψει το μυαλό μου, και δε μ'  άφηνε ήσυχο ούτε λεπτό. Κι αν διαλυόμουν μέσα σε αυτή την άβυσσο, αν ενωνόμουν μαζί της;  Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι, κι αρχίζω να κουνάω τα χέρια μου στο μαύρο κενό.
Ο εκνευρισμός με είχε κυριέψει εντελώς, και παρ' όλο που προσπαθούσα να τον πολεμήσω, δεν το κατόρθωνα. Με πολιορκούσαν οι πιο παράξενςς φαντασιώσεις, επέβαλα στον εαυτό μου τη σιωπή, ύστερα σιγοτραγουδούσα νανουρίσματα, ιδρωμένος από τις προσπάθειες που έκανα για να ηρεμήσω. Είχα τα μάτια καρφωμένα στο σκοτάδι, ένα σκοτάδι που έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία, είχα να κάνω εδώ με ένα μοναδικό φαινόμενο που κανείς δεν είχε παρατηρήσει. Οι πιο γελοίες σκέψεις έρχονταν στο νο μου, όλα τα πράγματα με φόβιζαν. (...) Ξαναπλάγιασα, προσπαθώντας να κοιμηθώ, αλλά στην πραγματικότητα ξανάρχισα να παλεύω με το σκοτάδι. Έξω η βροχή είχε σταματήσει, και δεν ακουγόταν τίποτα. Για αρκετή ώρα άρχισα ν'  αφουγκράζομαι τα βήματα  στο δρόμο, και δεν ηύχαζα πριν ακούσω κάποιον περαστικό ή κάποιον αστυνομικό, που αναγνώριζα απ'  τον βηματισμό. Ξαφνικά άρχισα να χτπώ τα δάχτυλα και να γελώ. Ήταν φοβερά αστείο! Χα! Νόμιζα ότι είχα εφεύρει μια καινούργια λέξη. Ανασηκώνομαι και λέω:  "Δεν υπάρχει στη γλωσσα μας, εγώ την επινόησα:  κούμποα. Έχει γράμματα, όπως οι λέξεις. Μεγαλοδύναμε Θεέ, αγόρι μου, έχεις εφεύρει μια λέξη:  κούμποα.... μεγάλης γραμματικής σημασίας".
(...)
Με τις πιο  παράξενες μεταπτώσεις λογικών συλλογισμών, προσπαθώ ν;α εμβαθύνω στο νόημα της νέας μου λέξης. Τίποτα δεν την υποχρέωνε  να σημαίνει "Θεός" ή "Τίβολι", και ποιος είπε ότι σήμαινε "έκθεση ζώων";  Έκλεισα δυνατά τη γροθιά μου κι επανέλαβα:  ποιος είπε ότι σημαίνει "έκθεση ζώων";
(...)
Όχι, στην πραγματικότητα, η λέξη ήταν κατάλληλη για κάποια έννοια ψυχική, για κάποιο συναίσθημα, για κάποια εσωτερική κατάσταση... δεν μπορούσα επιτέλους να το καταλάβω; Και στίβω το μυαλό μου, για να βρω κάποιο ψυχικό νόημα. Μου φαίνεται ότι κάποιος άλλος μιλάει, ότι μπερδεύεται στη συζήτησή μου, και απαντώ έξαλλος:  Παρακαλώ; Όχι, είστε ένας ηλίθιος που δεν έχει όμοιό του! "Μαλλί για πλέξιμο";  Άει στο διάβολο! Και γιατί να της έδινα την έννοια "μαλλί για πλέξιμο"¨, τη στιγμή που μ'  ενοχλούσε  ιδιαίτερα να την κάνω να σημαίνει "μαλλί για πλέξιμο"; Ήμουν εγώ που είχα επινοήσει εκείνη τη λέξη και, γι' αυτό ακριβώς, είχα το απόλυτο δικααίωμα να της δώσω οποιοδήποτε νόημα. Και δεν είχα καταλήξει ακόμη, απ'  όσο ήξερα...
(...)
Έμεινα ξαπλωμένος, για αρκετά λεεπτά, δίχως να κινούμαι καθόλου, άρχισα να ιδρώνω κι ένιωθα το αίμα να χτυπάει βίαια στις αρτηρίες μου.
(...)
Άνοιξα τα μάτια. Τι ωφελούσε να τα έχω κλειστά, αφού δεν μπορούσα να κοιμηθώ;  Και το ίδιο σκότος βασίλευε τριγύρω μου, η ίδια απροσμέτρητη και μαύρη αιωνιότητα, ενάντια στην οποία μαχόταν η σκέψη μου, δίχως να μπορεί να τη συλλάβει. Με τι θα μπορούσε να συγκριθεί; Έκανα απελπισμένες προσπάθειες για να βρω μια λέξη, που θα ήταν αρκετά μαύρη για να περιγράψει εκείνο το σκοτάδι, μια λέξη τόσο φρικτά μαύρη, που θα μπορούσε να μου μαυρίσει το στόμα, μόλις θα την πρόφερα. Μεγαλοδύναμε Θεέ! Τι σκοτάδι ήταν αυτό!
(...)
"Έτσι πρέπει να είναι όταν πεθαίνουμε", σκέφτηκα, "θα πεθάνω!" Έμεινα για λίγο με τη σκέψη αυτή κολλημένη στο μυαλό μου: θα πέθαινα. Κάθομαι τότε στο κρεβάτι μου και ρωτώ τον εαυτό μου αυστηρά:  "Ποιος είπε ότι θα πέθαινα; Εγώ ανακάλυψα αυτή τη λέξη, γι'  αυτό είχα και το απόλυτο δικααίωμα ν'  αποφασίσω για τη σημασία της..."

μετάφραση Δημ. Χορόσκελη (εκδόσεις Ζήτρος)

2.11.12

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Δῆλος

σὰν σήμερα γεννήθηκε ὁ Ἐλύτης.... 

με τη Μαρίνα Καραγάτση
 

ΔΗΛΟΣ

Ὅπως  βουτώντας    ἄνοιγε τὰ μάτια κάτω ἀπ' το νερὸ    νὰ φέρει σ' ἐπαφὴ τὸ δέρμα του μ' ἐκεῖνο τὸ λευκὸ τῆς μνήμης ποὺ τὸν κυνηγοῦσε (ἀπὸ κάποιο χωρίο τοῦ Πλάτωνα)

Ὁλοΐσια μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἥλιου    μὲ τὴν ἴδια κίνηση περνοῦσε κι ἄκουγε    νὰ ὀρθώνει πέτρινο λαιμὸ καὶ νὰ βρυχιέται ὁ ἀθῶος του ἑαυτὸς  ψηλὰ πάνω ἀπ' τὰ κύματα

Κι ὅσο νὰ βγεῖ στὴν ἐπιφάνεια πάλι    τοῦ ἄφηνε καιρὸ ἡ δροσιὰ νὰ σύρει κάτι ἀπὸ τὰ σωθικά του ἀνίατο στὰ φύκια καὶ τὶς ἄλλες ὀμορφιὲς ἀπ' τὰ ὕφαλα

Ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσει τέλος νὰ γυαλίσει μέσα στὸ ἀγαπῶ  καθὼς ποὺ γυάλιζε τὸ φῶς τὸ θεϊκὸ μέσα στὸ κλάμα τοῦ νεογέννητου

Καὶ αὐτὸ θρυλοῦσε ἡ θάλασσα.

"Φωτόδεντρο καὶ ἡ Δέκατη Τέταρτη Ὀμορφιά" 

15.9.12

περί Ἀγγέλων β΄: ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη στὸ Μάνο Χατζιδάκη


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Ἡ καλωσύνη στὶς λυκοποριές

 ΙΙΙ

 Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας μέσα στὴ μαύρη πολιτεία
Δοῦλοι παζαρεύουν τὴ βροχή, τὰ δέντρα
Τὸν ἥλιο παραλυτικὸ μέσα στὸ καροτσάκι
Στοὺς στενοὺς βρώμικους δρόμους
Πυροβολοῦν μὲ τὸ μυαλό τους οἱ ἄνθρωποι
Ματώνοντας τὰ σύρματα
Κρυφὰ ἀπ᾿ τὰ τσομπανόσκυλα τοῦ φεγγαριοῦ
Τὰ πόδια σου γλυστροῦν
Στὰ βοῦρλα
Μὲς στὶς καλαμιές καὶ τὰ φαρμακερὰ νερά
Ἐκεῖ ποὺ μάχεται ὁ φονηάς τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς του
Κι ἡ σκέψη παγωμένη στέκεται στὸν ἀέρα
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
Ὅταν τὰ δέντρα μοιάζουν στῶν ἀρρώστων
Τὴ στερνὴ χαροπαλαιματιά
Κι ἕνας ἄγγελος μόνος του ὀνειρεύεται
Σὰν γκιώνης
Μὲς στὸν ἔρημο κάμπο
Ἡ ζωὴ ἀχνὰ μὴ στενάξει πιά
 Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
- Ἂχ ἡ ζωὴ νὰ μὴ στενάξει πιά
Τὰ χέρια σου
Τὰ βασανισμένα χέρια σου
Ποὺ δίνουν ξάφνου μιὰ τῆς σκοτεινιᾶς
Ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου
Νὰ χλιμιντρήσει κορωμένος ὁ ἄνεμος
Ν᾿ ἀστράψει ὁ πόθος Λουμπαρδιάρης
Νὰ ροβολήσει ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ βουνά
Ψάλλοντας τὴν ἀγάπη
Ἕνα ἔθνος ὀξιές
Μὲ τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας στὶς σημαῖες του.

 ********
Μάνος Χατζιδάκις -Μιχάλης Μπουρμπούλης: Νυχτερινός Ἄγγελος

3.9.12

Η Λαμπέτη διαβάζει Μαρία Νεφέλη

Έλλη Λαμπέτη... Σαν σήμερα πέθανε

...την είδα τρεις φορές να παίζει, αλησμόνητες: στη δεσποινίδα Μαργαρίτα, στα 7 Μονόπρακτα και, τελευταία φόρα, πάνω, Θεσσαλονίκη, στη Φιλουμένα Μαρτουράνο, σ' ένα ρόλο κόντρα, όπως λέγαμε τότε, για εκείνη. Τον σκεπτικισμό μας ότι δεν της ταίριαζε ο ρόλος τον επισκίασε η σκηνή του τέλους, όπου η Φιλουμένα ανακαλύπτει ότι κλαίει με αληθινά δάκρυα. Συγκαταλέγω τις στιγμές που απόλαυσα την υποκριτική της στόφα, στις υψηλότερες στιγμές θεατρικής χαράς που έχω νιώσει.

9.6.12

Όδυσσέας Έλύτης, Ὁ φυλλομάντης

                  Ἀπόψε βράδυ Αὐγούστου ὀχτὼ
Ναυαγισμένο στὰ ρηχὰ τῶν ἄστρων
Τὸ παλιό μου σπίτι μὲ τὰ σαμιαμίθια
Καὶ τὸ χυμένο τὸ κερὶ στὸ κομοδίνο ἐπάνω
Πόρτες παράθυρα ἀνοιχτὰ
Τὸ παλιό μου σπίτι ἀδειάζοντας
Φορτίο τῆς ἐρημιᾶς μέσα στὴ νύχτα.


Σαστισμένες φωνὲς κι ἄλλες ποὺ ἀκόμη
Τρέχοντας μες στὶς φυλλωσιὲς ἀστράφτουν σὰν
Μυστικὰ περάσματα πυγολαμπίδας
Ἀπὸ βάθη ζωῆς ἀναστραμμένης
Μὲς στὸ κρύο ἀσπράδι τῶν ματιῶν
Ἐκεῖ ποὺ ἀκινητεῖ ὁ Καιρὸς
Κι ἡ Σελήνη μὲ τ' ἀλλοιωμένο μάγουλο


Ἀπελπιστικὰ σιμώνει τὸ δικό μου.
Ἕνα θρόισμα σὰν ἀπὸ χαμένης
Ποὺ ξανάρχεται ἀγάπης σκοτεινὸ ἀρχινοῦν:
«Μή». Κι ὕστερα πάλι "Μή". "Μωρό μου".
«Τί σοῦ' μελλε". "Μιὰ μέρα θά τό θυμηθεῖς".
"Παιδὶ παιδάκι μὲ τὰ καστανὰ μαλλιά".
"Ἐγὼ ποὺ σ' ἀγαπῶ". "Πὲς πάντα". "Πάντα".


Κι ὅπως μέσα στὴν ἀπληστία τοῦ μαύρου
Πού ἀνοίγεται στὰ δύο περιβολιοῦ
Σβηστὸ ἀπανθρακωμένο
Πάει καὶ καταποντίζεται ὄλο τὸ ἔχει σου
Ἀνεβαίνει ἀπ' τῆς ψυχῆς τ' ἀπόνερα ἕνα
Κῦμα θολὸ ποὺ οἱ φυσαλίδες του εἶναι
Ἄλλα τόσα παλιὰ ἡλιοβασιλέματα


Παράθυρα τρεμάμενα στὸ φῶς τοῦ ἑσπερινοῦ
Μιὰ στιγμὴ ποὺ προσπέρασες τὴν εὐτυχία
Σὰν τραγούδι ὅπου κρύφτηκε μήπως τὸ δεῖς
Δακρυσμένο γιὰ σένα ἕνα κορίτσι --
Ὅλα τῆς ἀγκαλιᾶς τὰ ἱερὰ καὶ τοῦ ὅρκου
Τίποτα τίποτα δὲν πῆε χαμένο
Ἀπόψε βράδυ Αὐγούστου ὀχτὼ


Μέσ' ἀπ' τὴ χλώρη τοῦ βυθοῦ καὶ πάλι
Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο ἀτέρμονο ἀνατρίχιασμα
Μονοθροεῖ καὶ συνθροεῖ τὰ φύλλα
Μονολογεῖ στὴν ἀραμαϊκὴ τοῦ ἀπόκοσμου:
"Παιδὶ παιδάκι μὲ τὰ καστανὰ μαλλιὰ
Σοῦ 'μελλε νὰ χαθεῖς ἐδῶ γιὰ νὰ σωθεῖς μακριά".
"Σοῦ 'μελλε νὰ χαθεῖς ἐδῶ γιὰ νὰ σωθεῖς μακριά".


Κι ἄξαφνα σὰν τὰ πρὶν καὶ τὰ μετὰ ἰδωμένα.
Βατὲς ὅλες οἱ θάλασσες μὲ τὰ λουλούδια
Μόνος ἀλλ' ὄχι μόνος. Ὅπως πάντα.
Ὅπως τότε νέος ποὺ προχωροῦσα
Μὲ κενὴ τὴ θέση στὰ δεξιά μου
Καὶ ψηλὰ μ' ἀκολουθοῦσε ὁ Βέγας
Τῶν ἐρώτων μου ὅλων ὁ Πολιοῦχος.
1965._


 "Τα Ἑτεροθαλῆ", ΙΚΑΡΟΣ, Αθήνα 1980.
το πήρα από τον ομώνυμο διαδικτυακὸ περιοδικὸ : filomantis.gr

17.2.12

Ο Οδυσσέας Ελύτης συναντά ΞΑΝΑ το Διονύσιο Σολωμό:

Ο Μικρός Ναυτίλος 

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [1-7]
                                                     1
Έστρεψα καταπάνω μου το θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Φάνηκε ο κόλπος ο Αδραμυττηνός με τη σγουρή στρωσιά του
        μαΐστρου
Ακινητοποιημένο ένα πουλί ανάμεσα ουρανού και γης και τα βουνά
Ελαφρά βαλμένα, το 'να μέσα στο άλλο. Φάνηκε το παιδί που ανάβει
Γράμματα και τρέχει να γυρίσει πίσω το άδικο στο στήθος μου
Στο στήθος μου όπου φάνηκε η Ελλάδα η δεύτερη του επάνω
        κόσμου.

Αυτά που λέω και γράφω για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς
Όπως ένα φυτό που αρκείται στο φαρμάκι του εωσότου ο άνεμος
Του το γυρίσει σ' ευωδιά ναν τη σκορπίσει και στα τέσσερα σημεία
        του κόσμου
Θα φάνουν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας ένα γαλάζιο
Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος και στάζει με τεράστιους
Διασκελισμούς διαβαίνοντας την Ελλάδα τη δεύτερη του επάνω
        κόσμου.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
 
στοχασμοί του ποιητή:  

Ο θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ως το τέλος, το Κοινό και το Κύριο (Ρroprio), συρριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα. Ας εργάζεται (το ποίημα) αδιάκοπα για την αληθινή ουσία, αλλ' εις τρόπον ώστε να μην το καταλάβουν ειμή οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς. Εις τούτο θα φθάση τινάς με τρόπον απλό, πλούσιον όμως από δεσίματα, θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς·  λ.χ. ετοιμοθάνατος, -χρυσοπηγή, -χρυσοπράσινα, κ.α.
Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθή εις το κέντρον της Εθνικότητος, και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα, από το οποίο πηγάζει η Ποίησι, και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...