17.10.18

Παυλίνα Παμπούδη, Το Γούρι

ΤΟ ΓΟΥΡΙ

Ήταν κάποτε ένας γάτος
παιχνιδιάρης και κεφάτος
νέος, κόκκινος, ωραίος
(και ολόμαλλος, βεβαίως)
που τον έλεγαν Γουργούρη
και για συντομία, Γούρι.

Και το Γούρι ένα βράδυ
βγήκε έξω, στο σκοτάδι
μες στη μέση στην αυλή
και νιαούριζε πολύ.

Το ακούσαν κι ήρθαν κι άλλοι
μικροί γάτοι και μεγάλοι
γάτοι, γάτες και γατάκια
και μωρά και γεροντάκια:
γάτοι λίγο κοιλαράδες
γάτοι μάλλον φουκαράδες
γάτοι πιο καλοντυμένοι
κι άλλοι, κάπως μαδημένοι
γάτοι με χοντρό κεφάλι
και γατιά σε μαύρο χάλι.

Άσπροι γάτοι, μαύροι γάτοι
Ήρθαν όλοι τους τρεχάτοι
από αυλές και κεραμίδια
από μπάζα και σκουπίδια.

Ήρθε ο Πούκι και το Τζίνι
και η Ψίψη με τη Μίνι
και η Τζίλντα και η Σίλκα
το Τσικό και η Ριρίκα.

Να ο Ψιτ, ο Ρον κι ο Κάρι
με τη Σούσι και τον Άρη.
Να και το Γατσατσονάκι
Ο Μπελάς, το Καρβουνάκι.
Να κι η Τσίου κι η Παπάρα
να κι η Σάρα και η Μάρα!

Ήταν δώδεκα και κάτι
ήταν είκοσι οι γάτοι.
Νιαρρ! το Γούρι τριγυρίσαν
«τι συμβαίνει;» το ρωτήσαν.

Κι αυτό είπε: «γεια σας γάτες
γάτοι, φίλοι, συνεργάτες!
Πήγα βόλτα ως τη Χαλκίδα
κι ήρθα να σας πω τι είδα…»

«Πες μας γρήγορα, τι είδες;
Είδες ψάρια και γαρίδες;»

«Είδα έξι -εφτά μερίδες
καραβίδες και γαρίδες
μπαρμπουνάκια και μαρίδες
συναγρίδες και σφυρίδες!»

«Νιάου νιάου, είδες κι άλλα
κι άλλα ψάρια πιο μεγάλα;
Νιάου, πες μας!» κι όλοι οι γάτοι
νιαουρίζαν ορεξάτοι.
Νιαρρ, κακό και φασαρία
και ξυπνήσαν μια κυρία
-τη χοντρή κυρά Μαρία
που την έπιασε υστερία

κι άρχισε να ξεφωνίζει
να τσιρίζει και να βρίζει:

«Ουστ! Δεν τις μπορώ τις γάτες
ουστ και ξου, πανάθεμά τες!
Ουστ και ξου, που να σας βράσω!
Θα σας γδάρω αν σας πιάσω!»

(Ευτυχώς, γάτες και γάτοι
ήταν πια όλοι φευγάτοι!)

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...