Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.7.10

ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΥΒΟΥΖΕΛΑ ΣΤΙΣ ΠΥΘΙΕΣ: ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Ναι, ναι, η Ισπανία εστέφθη πρωταθλήτρια! 
Θα σκύψω με συγκατάβαση στις γεμάτες με ξηρούς καρπούς χούφτες που με μια γρήγορη κι επιδέξια κίνηση ωθούνται στο χάσκον στόμα, την ώρα που σχολιάζει μπουκωμένο μια απόφαση του διαιτητή, ή μια αποτυχημένη ενέργεια παίκτου, με κοινό παρονομαστή την επίκληση στο εσώτατο χαρακτηριστικό του νέου Έλληνα: "Μαλάκα!". Θα σκύψω επίσης με συγκατάβαση και στα κουτάκια της μπύρας πάνω στο τραπέζι, στην αντροπαρέα που κρίνει με περγαμηνές προπονητή τα ματς, στα τηλεοπτικά παράθυρα με τις πολύωρες αναλύσεις, ποιος, γιατί, πώς κλπ, στις κόκα κόλες, τους ντελιβεράδες, στις  καφετέριες τη βραδιά του τελικού, στα αχ! του παρά τρίχα, στον οργασμό του γκολ. Και, μολονότι αυτό είναι πράγματι ένα καινούργιο επιχείρημα, θα σκύψω με συγκατάβαση και σε τούτο: ότι εμείς οι Έλληνες υποστηρίζουμε, λέει, την Ισπανία, γιατί είναι κι αυτή σαν και μας χρεωμένη και φτωχή. Κοινωνική αλληλεγγύη μέσω ποδοσφαίρου.
Αυτά όλα είναι γνωστά πραγματάκια του ποδοσφαιρόφιλου  εθνικού, και όχι μόνο,  βίου. Δεν κομίζω γλαύκας εις Αθήνας περιγράφοντας τα φίλαθλα ποδοσφαιρικά ήθη, ούτε τη ζέση που καταλαμβάνει τους πάντες όταν πρόκειται για αγώνες παγκοσμίου κυπέλλου. 
Εδώ όμως, φέτος, εισήχθη στο λεξιλόγιό μας μια καινούργια λέξη: η βουβουζέλα. Μου πήρε αρκετή ώρα να καταλάβω τι σημαίνει αυτή η λέξη και το εννόησα πλήρως μόνον όταν μου επεδείχθη από έναν αμετανόητο αγαπημένο  σαρκαστή η ανωτέρω εικονιζόμενη παρτιτούρα. Όθεν, με τους δικούς μου μουσικούς και ελάχιστα ποδοσφαιρικούς όρους, κατάλαβα καλά ότι βουβουζέλα ονομάζεται η καραμούζα εκείνη την οποία οι φίλαθλοι φυσάν από την αρχή μέχρι το τέλος του αγώνα και κάνει συνέχεια βου βου (αλλά όταν λέμε συνέχεια, εννοούμε συνέχεια!). Μετά αυτός ο σαρκαστής άνοιξε την τηλεόραση που έδειχνε κάποιο ματς και την άκουσα κιόλας τη βουβουζέλα αυτή. Μάλιστα εκείνη τη μέρα, επειδή είχαν απεργία οι δημοσιογράφοι και δεν υπήρχε σχολιασμός των εκφωνητών, ακουγόταν πολύ καθαρά, χωρίς παρεμβολές λόγου: ένα συνεχές εκνευριστικότατο διακρότημα. 
Ο σαρκαστής μου κάγχασε με γέλιο δηλητήριο. "Η αρχαιολογία του μέλλοντος", είπε, "θα επιδεικνύει στους φοιτητές της Ιστορίας αυτό το βίντεο ως υπόδειγμα από την Εποχή της Βαρβαρότητας. Και θα κρατάνε τις κοιλιές τους απ' τα γέλια.".
Μα γιατί; Σκέφτηκα προς στιγμήν. Όλη η συλλογική ανθρώπινη ζωή καθρεφτίζει, συνειδητά και ασυνείδητα το πρόσωπό της στην σε κοινωνία ύπαρξη.  Ο μελετητής του μέλλοντος θα το λάβει αυτό υπ' όψιν.
Εξ άλλου η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη πάντα να λατρεύει. Γι' αυτό εκκλησιάζεται το ποίμνιο που όταν αλαλάζει μες στο γήπεδο το λέμε όχλο. Σε κάτι προσπαθεί να προσπλεύσει. Σ'  ένα κρυμμένο Μυστικό ίσως που μέσα Του κάποτε θα δοξαστεί ή στην αγκαλιά μιας μητέρας, μετά το πρώτο περπάτημα. Γιατί θεωρούμε ότι αυτή η ανθρωπότητα είναι "προοδευμένη";  Αφού δεν είναι. Είναι μια ανθρωπότητα βάρβαρη, που δεν ξέρει το θεό της να τον κάνει άνθρωπο, ούτε τις ιδέες να τις κάνει πράξη. Στο πρώτο της περπάτημα επάνω είναι ακόμα. Γι' αυτό κλωτσάει αυτό το έρημο το τόπι με τέτοια λύσσα. Όχι, όχι, η αρχαιολογία του μέλλοντος θα το λάβει υπ' όψιν της κι αυτό και δεν θα καγχάζει με το εν λόγω βίντεο, όπως ο σαρκαστής μου. 
Θρήσκος στην πλάνη του ο πολιτισμός μέχρι τώρα, λατρεύει με όποιο τρόπο δύναται τις δονήσεις που αγρεύουν μέσα του το αρχέγονο. Και σίγουρα χρειάζεται ναούς, χτίζει αιώνες τώρα ναούς - κι ο Πλάτωνας το κρίνει αυτό ως βασικό στοιχείο για τη συγκρότηση των κοινωνιών - και λατρεύει τα θεϊκά του απηχήματα. 
Κι όπως ο κάθε ναός και κάθε θρησκεία έχουν τη μουσική τους (άλλοι έχουν godspell, άλλοι έχουν badjans, άλλοι  Bach, άλλοι γρηγοριανό μέλος, άλλοι βυζαντινούς ύμνους), έτσι και ο ναός του ποδοσφαίρου έχει μια δική του λατρευτική δόνηση! Τον ισοκράτη της βουβουζέλας! Στο ποδόσφαιρο σπαρταράν πλούσια αισθήματα λαϊκής μέθεξης: θεός η μπάλα, ναός το γήπεδο, ημίθεοι οι παίκτες, λάβαρο μάχης τα εθνικά χρώματα. Και νέος Braveheart, ο μοντέρνος φίλαθλος, βάφει και τη μούρη του στα χρώματα της σημαίας του, φτιάχνοντας τοτεμικές μάσκες πολέμου (εμείς βέβαια που έχουμε και μια Ιστορία να επιδείξουμε σε ανάλογες περιπτώσεις επιλέγουμε αναφανδόν αρχαιοελληνικές στολές - προφανώς για να υπενθυμίζουμε σ'  όλους αυτούς τους κάφρους πως, όταν χτίζαμε την Ακρόπολη, εκείνοι μαζεύαν στα δέντρα βελανίδια).
Το ζήτημα εδώ βέβαια δεν είναι εθνικό, είναι παγκόσμιο. Η βουβουζέλα αντηχεί το μεταφυσικό ισοκράτημα μιας παγκόσμιας πνευματικής κρίσης, μαζί και τη συνεπαγόμενη μεταφυσική βαρηκοΐα. Είτε ως πολεμικό σάλπισμα, είτε ως πρόσκληση προς εκ-στάση,  συνενώνει το φίλαθλο αίσθημα σε μια χονδροειδή  μεν αλλά διόλου ευκαταφρόνητη συλλογική δόνηση. Κι αυτή η δόνηση είναι πέραν κάθε αμφιβολίας  θρησκευτική και λατρευτική. Το ποδόσφαιρο αποτελεί τη μοναδική παγκόσμια λαϊκή θρησκεία και φανερώνει, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άθλημα, αυτή την βαθιά ανάγκη για υπέρβαση και ολοκληρωτική νίκη επί του εκάστοτε αντιπάλου, που κάθε φορά γίνεται το πρόσωπο του πνευματικού εχθρού ο οποίος πέπρωται να κατατροπωθεί.
Αυτή μου τη σκέψη περί της αρχέγονης λατρευτικής ανάγκης που δονεί η βουβουζέλα ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο εμπαικτικό τρόπο μερικές μέρες μετά μια άλλη πληροφορία - κλειδί που έφτασε στο έκθαμβο αυτί μου: το χταπόδι - Πυθία! Το μαλάκιο που ήρθε να κλείσει όλα τα γραφεία του μουντιαλικού τζόγου! Μάντης κανονικός! Μαζί του κι ένας κροκόδειλος - Κάλχας, εξ ίσου αστέρι! 
Και ιδού, μια νέα μεταφυσική εισέβαλε στη ζωή μας, επισήμως και νομίμως! Μία νεο-μαντεία λαϊκής κατανάλωσης! Πάντα ο άνθρωπος διακαώς επιθυμούσε να έχει πρόσβαση στα μελλούμενα. Και τώρα η πρόσβαση να 'τη, στα πλοκάμια ενός μαλάκιου.  Το μέλλον πλέον δηλούται! Κι η είδηση κάνει τον κύκλο του κόσμου δορυφορικά. Δεδομένου δε ότι τόσο το χταπόδι όσο και ο κροκόδειλος ουδεμία σχέση έχουν με τις κομπογιαννίτισσες χαρτορίχτρες και άλλα κληρονομικά χαρίσματα - κι αυτό, όπως λέει ένας άλλος αγαπημένος αγνωστικιστής, κρίνεται εκ του αποτελέσματος - ο θαυμασμός είναι παγκόσμιος!  Και η διερώτηση περί του μυστηρίου! 

Τι παραμυθία! Το μέλλον προσβάσιμο! Τώρα που αποδεδειγμένα ένα χταπόδι προέβλεψε την νικήτρια ομάδα του Μουντιάλ, έγινε η αρχή. Μπορεί σύντομα κι άλλα χταπόδια να βρεθούν με το ίδιο χάρισμα, αλλά  κι άλλα είδη της πανίδας (και της χλωρίδας, τολμώ κι εγώ ως οκτάπους να προβλέψω), που θα μπορούν να δίνουν απαντήσεις και στα υπόλοιπα καυτά ερωτήματα του προσωπικού και συλλογικού πεπρωμένου!  Κι ο καθένας θα μπορεί ίσως κάποια στιγμή να αγοράσει από ειδικευμένα pet shop τον προσωπικό του μάντη! 
Κάπου εδώ άρχισα να ακούω μέσα μου βουβουζέλες και κατέθεσα τα όπλα με ένα ρίγος ανησυχίας μπροστά στο φάσμα των μελλούμενων παραμυθιών. Ως λάτρης  του Στανισλάβ Λεμ, ωστόσο,  επηρεασμένη λίγο  από το βιβλίο του "Συνέδριο για το μέλλον", αλλά κι από τις μαντείες των τελευταίων ημερών, έπεσα ξαφνικά  και αναπάντεχα σε μαντική δίνη και, μάλλον μέσα από μια σκουλικότρυπα του χρόνου, βρέθηκα για μια στιγμή βαθιά μέσα στο μέλλον, στο τραπέζι μελέτης των εκεί αρχαιολόγων. Τους είδα με μεγεθυντικούς φακούς πάνω απ' το κεφάλι μου να σκύβουν και να με παρατηρούν με δέος. Αρχικά νόμιζα ότι με θαυμάζουν και πήγα να χαμογελάσω και να τους πιάσω την κουβέντα, με εμπόδισε όμως μια ολόκληρη ορχήστρα από βουβουζέλες μέσα στο αυτί μου. Τότε μόλις συνειδητοποίησα το εξής: οι βουβουζέλες που άκουγα δεν ήταν βουβουζέλες. Ήταν ο αντίλαλος απ'  τα τρανταχτά γέλια των αρχαιολόγων του μέλλοντος που όντως κρατούσαν τις κοιλιές τους απ΄ τα γέλια, όπως σωστά είχε μαντεύσει ο φίλος σαρκαστής, καθώς κοιτούσαν, εμένα, το δείγμα τόσων αιώνων βαρβαρότητας.
Άρον - άρον μπήκα πάλι στη σκουλικότρυπά μου και γύρισα πίσω, ρίχνοντας μαύρη πέτρα στη μαντική. 
Καλύτερα ας μην ξέρω τίποτα για το μέλλον.
Ο καγχασμός των αρχαιολόγων του μέλλοντος δεν αντέχεται. Είναι χειρότερος κι από  βουβουζέλα.
jiagogina

10.4.10

Η γραμματική του Χρόνου

Ο άνθρωπος αυτοτοποθετείται στο χρόνο χάρις στη γλώσσα. Ο χρόνος  εκφέρεται με  το λόγο,  έτσι ώστε να μπορεί να σταθεί ο νους πάνω του, ο Ενεστώς,  και, αν όχι να τον συλλάβει, τουλάχιστον να τον αντικρύσει μέσα από την προοπτική μια ανθρώπινης ζωής ή ενός πολιτισμού. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο λόγος κατασκευάζει το χρόνο. Χωρίς λόγο ο χρόνος δε γερνάει, είναι διαρκώς "ένα παιδί που παίζει πεσσούς". 
Και τι καταπληκτικό παρέχει ο λόγος; Την αίσθηση του παρόντος, δηλαδή την οπτική της ύπαρξης. Ο Ενεστώς Χρόνος δεν είναι το "τώρα". Το "τώρα" είναι το λιθρίνι που συνεχώς ξεγλιστράει απ'  το χέρι και συνεχώς το διώκεις. Ή μια πεταλούδα που ο φυσιοδίφης την κυνηγάει συνεχώς με την απόχη. Μετά πανηγυρίζει που την τσάκωσε και τη βαλσαμώνει σε καδράκι, για να βλέπει κι αυτός κι οι άλλοι με σάρκα και οστά (ό,τι σάρκα και όποια οστά μπορεί να έχει μια βαλσαμωμένη πετάλούδα) το  μνημείο της διαρκούς φυγής  μέσα στον Ενεστώτα Χρόνο.
Ο Ενεστώτας προσδιορίζει το "ίσταμαι" ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, μεγαλειώδης χειρονομία της συνείδησης και ευγνώμων, μια στάση που αυτοαναιρείται γιατί συνεχώς αλλάζει. Επειδή όμως η συνείδηση είναι αμύητη στην αλλαγή, όσο κι αν η αλλαγή είναι το ευγενές όνειρο μιας μετάβασης σε καλύτερη κατάσταση (πολιτικά -ας θυμηθούμε το '81 του Πασόκ, κοινωνικά, προσωπικά, επαγγελματικά κοκ), πάντα έχει την τάση να παγώνει, όπως μετάλλευμα λιωμένο  που αργεί να το κατεργαστεί ο τεχνίτης.
Κι αν φύγει ο τεχνίτης; Τι απέγινε ο τεχνίτης των λατομείων της Νάξου; Που άφησε πεσμένες πέτρες  καταδικασμένες από το ίδιο τους το βάρος να κείτονται πεισματικά στον Ενεστώτα τους;
Παρόμοια και τα έργα του νου. Βαριά, αμετακίνητα. Εντυπωσιακά, αλλά χωρίς μέλλον. Πολλές φορές  καταλύοντας τη σοφία του λόγου. Και επιβάλλοντάς του να γίνεται αχθοφόρος και απολογητής των βαρών...
Η σημερινή Ελλάδα  είναι ένας πεσμένος Κούρος του Απόλλωνα. Προσκολλημένη σε μνημεία χωρίς προοπτική. Αφαιμαγμένη από παρόν. Η προοπτική του μέλλοντος ζοφερή.
Προτείνω μια επιστροφή στην οικονομία που έχει η  Γραμματική του Χρόνου. Στον Ενεστώτα να αποτιμηθούν οι συμφορές και το κάλλος. Το Μέλλον χρειάζεται θρέψη εκ των ένδον. Ας ξεκινήσει  μια Επ-ανάσταση του λόγου.
Αρκετές βαλσαμωμένες πεταλούδες υπάρχουν καρφιτσωμένες στην καρδιά.
jiagogina

1.4.10

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ: για τον έρωτα

Ο έρωτας δεν έχει λογική - με ποια λογική προσεύχεται ο άγιος για τα ερπετά και τους δαίμονες; Λογική έχει η θρησκεία θωρακισμένη με την πανοπλία του νόμου. Η λογική και ο νόμος είναι τα όπλα της θρησκείας, όπλα θωράκισης του εγώ.

Θρησκεία είναι ο ατομικές μεταφυσικές «πεποιθήσεις», η ατομική ηθική, η ατομική προσπάθεια εξευμενισμού το θείου. Οι πεποιθήσεις πρέπει να είναι λογικά ορθές, για να προσπορίζουν βεβαιότητα. Η ηθική συμπεριφορά να κατοχυρώνεται από το νόμο, για να εξασφαλίσει αντικειμενική υπόληψη και κύρος. Η λατρεία να προσφέρει το συναισθηματικό αποκούμπι που προϋποτίθεται για την ψυχολογική ευεξία.

Ο έρωτας αρχίζει εκεί που τελειώνουν αυτές οι ατομικές διεκδικήσεις. Όταν ο Aλλος με ενδιαφέρει περισσότερο από τη δική μου σιγουριά, τη δική μου δικαίωση, τη δική μου επιβίωση. Όταν είμαι έτοιμος να δεχθώ ακόμα και την αιώνια καταδίκη μου για χάρη του αγαπημένου ή των αγαπημένων μου. Είναι το σημείο αναγνώρισης του έρωτα, δηλαδή της Εκκλησίας: «Η υχόμην αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, οιτινές εισίν Ισραηλίται» (Ρωμ. 9,3).

Μέσα στο Ευαγγέλιο της Εκκλησίας ο ερωτικός άνθρωπος σαρκώνει τον τρόπο ζωής, και ο θρησκευτικός άνθρωπος τον τρόπο του θανάτου. Μια από τις αποκαλυπτικές εικόνες της διαστολής: η αντιπαράθεση της πόρνης που πλένει με μύρα τα πόδια του Χριστού, και του θρησκευτικού περίγυρου που διαμαρτύρεται για την απώλεια του μύρου (Ματθ. 26, 6-14, Μαρκ. 14, 3-9, Λουκ. 7, 36-50). Έρως και θάνατος σε υποδειγματική αναμέτρηση.

Η μετάνοια της πόρνης είναι μια πράξη καθαρά ερωτική: Αγοράζει το πολυτιμότερο μύρο, δίχως φειδώ και μέτρο. Χύνει σπάταλα το μύρο, μαζί με τα δάκρυα της, για να πλύνει τα πόδια του Χριστού. Και λύνει ποτάμι τα μαλλιά της για να σφουγγίσει τα πόδια Του. Μπροστά σε αυτή την παραφορά του έρωτα, ο θρησκευτικός περίγυρος μετράει την πράξη με το μέτρο της ηθικής αποτελεσματικότητας : «Εις τι η απώλεια αυτή του μύρου γέγονεν; Ηδύνατο γαρ τούτο το μύρον πραθήναι επάνω τριακοσίων δηναρίων και δοθήναι τοις πτωχοίς». Η πόρνη αγαπάει σπάταλα και απερίσκεπτα, δίχως νόμο και λογική. Ο θρησκευτικός περίγυρος μετράει τη λογική σκοπιμότητα της πράξης και το ποσοστό της ηθικής ωφελιμότητας.

Τον θρησκευτικό περίγυρο - τον άνθρωπο της μεζούρας του νόμου - δεν τον ενδιαφέρουν οι φτωχοί. Τον ενδιαφέρει η πράξη της ελεημοσύνης που θα την εισπράξει ως ατομική αξιομισθία. Ίσως και τον ίδιο τον Θεό να τον χρειάζεται μόνο σαν έσχατο ανταποδότη για την ατομική του δικαίωση. Γι' αυτό και η παραφορά της αγάπης του είναι αδιανόητη, έτσι που ξεφεύγει από τη λογική της συναλλαγής.

Η πόρνη δεν ζητάει τίποτα. Ούτε καν τη σωτηρία της. Δεν προσφέρει μετάνοια για να εισπράξει δικαίωση. Δεν αποβλέπει στη συναλλαγή. Ούτε δίνει υποσχέσεις συμμόρφωσης με το νόμο. Μόνο προσφέρει. Αυτό που έχει και αυτό που είναι. «Ο έσχεν αυτή εποίησε» (Μάρκ. 14,8). Τολμηρά, δίχως φόβο μήπως εκτεθεί ή μήπως εκθέσει. Με την παραφορά της ολοκληρωτικής αυταπάρνησης. «Ότι ηγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47).

Η σιωπή της ευαγγελικής πόρνης είναι η κατάλυση του νόμου, η αχρήστευση της λογικής. Είναι η σιωπή του έρωτα που μιλάει μόνο με αυτό που δίνει, δίχως να νοιάζεται για τον αντίπαλο της αντιπαροχής. Η ψυχή μας, όπως και κάθε πόρνη, δεν μπορεί να ερωτευθεί όσο είναι σαγηνεμένη από τις εφήμερες αποσπασματικές ικανοποιήσεις - τη φλυαρία της λογικής, τη σιγουριά της αμοιβής που μας παρέχει ο νόμος. Ο έρωτας αρχίζει, όταν «εξαίφνης» γίνει φανερή στον άνθρωπο η ματαιότητα της πορνικής συναλλαγής. Πως ό,τι κι αν εισπράξει το άτομο μας από τον νόμο, από τις αρετές μας, από το καλό μας όνομα, από την εκτίμηση των πολλών, τίποτε από αυτά δεν αναιρεί τον θάνατο. Και τότε μοναδική προοπτική ζωής μένει Αυτός που «ανιστά τους νεκρούς». Πρέπει να περάσεις από τον θάνατο για να φτάσεις στον έρωτα.

Ο τρόπος της ζωής, όπως οι χριστιανοί τον ψηλαφούν στο πρόσωπο του Χριστού, είναι ο τρόπος του έρωτα: Η κένωση από κάθε απαίτηση ατομικής αυθυπαρξίας, η άντληση ύπαρξης και ζωής όχι από την ατομική (και θνητή) φύση, αλλά από την προσωπική σχέση, την ελεύθερη από τους φυσικούς προκαθορισμούς. Να γίνει ο άνθρωπος ύπαρξη εκκλησιαστική, δηλαδή ερωτική - όπως ο Θεός είναι η ύπαρξη τριαδική, δηλαδή ερωτική. Να μην διεκδικεί τίποτα, να τα μοιράζεται όλα, σε μια παραφορά ερωτικής αυτοπροσφοράς.

Η αγάπη, η ερωτική αλληλοπεριχώρηση της ζωής, είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού, ο τρόπος που αθανατίζει τα πρόσωπα - τρόπος της όντως ζωής.

26.3.10

ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ OIKONOMIA


Αποφάσισα να κάνω, όπως όλοι, κι εγώ οικονομία. Τέρμα τα ρυπογόνα καύσιμα. Θα λειτουργώ με ηλιακή ενέργεια!
Αρχίζω πρώτα – πρώτα από τα λόγια. Εδώ θα κάνω περιορισμό παραγωγής. Με προσοχή να φεύγουν από το έρκος των οδόντων ξεδιαλεγμένες οι λέξεις. Όσο μπορώ. Όχι μόνο για να περιορίσω την κατανάλωση του έσω ρεύματος, άλλωστε γι’ αυτό ακόμα δε φορολογούμαι, αλλά και για να ασκούμαι στον αυτοέλεγχο.

Δεύτερον: θα παίρνω συναισθήματα κατευθείαν από τον ήλιο. Τέρμα τα ηλεκτρικά καλώδια και οι διαρροές. Τέρμα οι γεωπαθογόνες ζώνες. Το Κερατσίνι μου θα γίνει μουσείο!
«Και τι θα απογίνεις, μωρό μου, του χρόνου το χειμώνα; Πώς θα χεις ζεστασιά στην καρδούλα σου;», θα με ρωτήσει Κάποιος.
«Ε, δεν πειράζει! Θα φυλλοβολώ κι εγώ όπως αυτά τα ωραία δέντρα. Θα μένω στα βαθιά, στα ζωτικά ριζώματα. Όπως ο πλάτανος. Πέθανε ποτέ κανείς πλάτανος το χειμώνα από έλλειψη ηλίου;»
Τρίτον: θα δημιουργήσω το δικό μου αιολικό πάρκο στο κεφάλι μου, να παίρνει ο αέρας τις σκέψεις και να τις φουρφουρίζει και το νου να τον κάνει ρόδα.
«Είσαι τρελή;», θα ξαναπεί ο Κάποιος. «Άμα γυρίζει συνέχεια το κεφαλάκι σου θα έχεις ναυτία κι εμετούς και θα σε τρέχουμε για μαγνητικές εγκεφάλου».
«Μπα; Μήπως η γη δε γυρίζει συνέχεια; Γιατί δε διαμαρτύρεσαι για το 'γύρω - γύρω όλοι' της γης; Και στο κάτω – κάτω, εσύ, Κάποιε, τι πρόβλημα έχεις με τη ζάλη; Σου καλαρέσει όταν πίνεις το κρασάκι σου!»
«Τι άνθρωπος είσαι εσύ!», θα πει ο Κάποιος πριν ξεκουμπιστεί νευριασμένος. «Όπως σε συμφέρει τα γυρίζεις κάθε φορά. Δε θα χάσω άλλο το χρόνο μου μαζί σου! Φεύγω!»
«Στα τσακίδια!»
Αφού θα έχω ξεφορτωθεί και τις περιττές συζητήσεις, σημαντικό κεφάλαιο κι αυτό αλόγιστης σπατάλης, θα κορφολογήσω τις φασκομηλιές μου και θα μείνω να ατενίζω τ’ άστρα. Δε θα φυσάει πια κι ο νους καθαρός σαν καλοκαιρινή βραδιά θα με ξανοίγει στο στερέωμα. Μαζί μου όμως ας έχω και τον έρωτά μου τον καλό, γιατί η σοδειά είναι να τη μοιράζεσαι. Γιατί, χωρίς έρωτα, πώς να ανατριχιάσει η φιλότης;
Αρκετά με τα όνειρα.

Στον ξύπνο μου ομνύω στο νερό. Φιλώ το χώμα ακόμα, όπως τότε μικρή, κι ακολουθώ το βλέμμα του πανσέ στο φως. Δύσκολες όλες οι άλλες όψεις.
Τα χρέη.
Το κύμα της οργής.
Ο δόλος, η απάτη.
Η αδικία.
Η βλακεία.
Η εκμετάλλευση.
Παρ’ όλα αυτά ο κύκλος, επιτέλους, ολοκληρώνει την τροχιά του. Βαρύς ο κόσμος που προκύπτει, αλλά παρουσιάζει τώρα ολόκληρο ένα πρόσωπο, αποκαλύπτει εαυτόν. Κι έτσι μπορείς να τον δεις καταπρόσωπο, να μετα-νοήσεις, να εναντιωθείς, να μαχηθείς, σιγά – σιγά στο μηδέν του σπόρου να χωθείς: η οικονομία είναι μια άρση στην πραγματικότητα που πηγάζει από μέσα. Τα γεγονότα που ζούμε μας αναγκάζουν να το δούμε αυτό κι ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του. Είμαστε στο μηδέν του σπόρου κι αυτή είναι μια ελπιδοφόρα αγωνία.
Αλλαγή δεν υπάρχει έξωθεν. Αυτή την απάτη τη ζήσαμε και την καταλάβαμε βαθιά (;)...
jiagogina

25.1.10

ΤΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ

Ζύγι ανάμεσα στην άβυσσο και την άβυσσο:
ένα χαμόγελο. Μια από τις ευγενείς χειρονομίες της ψυχής.


Οι χειρονομίες της ψυχής, όλες μα όλες, απεικονίζουν την πνοή του αοράτου, αυτό το ανάλαφρο πνεύμα που έρχεται απρόβλεπτο, απρόσκλητο, ακαταμάχητο, άδολο, αυθόρμητο, απύθμενο, απαραβίαστο, αρχαίο και πάντα νεαρό, πάντα απερίγραπτο (απερινόητο θα το έλεγε κάποιος αγαπημένος στοχαστής), και δροσίζει κάπως ή θερμαίνει την ύπαρξη ανάλογα τις εποχές της αβύσσου.

Ως χειρονομία της ψυχής είναι υπαινικτικό. Είναι μυστηριώδες. Είναι μυστηριακό. Δεν δίνει και δεν παίρνει. Ισορροπεί. Ανάμεσα στη γεύση της χαράς και την επίγευση του πόνου, ή το αντίστροφο. Ανάμεσα στη μέθη και στη θύμηση, το παρελθόν και το μέλλον, τη συγκατάβαση και την περιφρόνηση, την παρουσία και την απουσία, την έλξη και την άπωση.


Αποτυπώνει δε το ζητούμενο του προσώπου: το μέτρο το άριστο της ύπαρξης στη συνάντηση με το άλλο πρόσωπο. Που αφήνει να φτερουγίζει ανάμεσά τους το πτέρωμα της ζωής, η ζωογόνα πνοή του Καλού. Πριν, είναι η σιωπή, ο μη λόγος. Μετά, είναι το τσάκισμα της πνοής μέσα στον θόλο του στόματος. Η εκπληκτική συνεύρεση των φθόγγων που καθιστούν την πνοή υπαρκτή ως λόγο. Το χαμόγελο είναι ο βατήρας του λόγου. Η συσπειρωτική κίνηση του αθλητή στις δυνάμεις του πριν εκτιναχθεί στον αέρα. Είναι ο βατήρας της κοινωνίας των προσώπων.

Δεδομένου ότι η άβυσσος είναι άβυσσος και δεν κατανοείται από την καρδιά, την πληγώνει, την κομματιάζει, την αφήνει πανταχόθεν τρωτή, την δίνει στο πένθος, όπως η Αγαύη το γιο της, το χαμόγελο είναι εκείνη η επινόηση της καρδιάς που αντιμάχεται την άβυσσο και το σπαραγμό. Αν μπορεί κανείς να οσφρανθεί το άρωμα του Ακέραιου, θα το κάνει χαμογελώντας. Αν προσπαθήσει κάποιος να τραγουδήσει την άβυσσο θα την τραγουδήσει χαμογελώντας. Το μάταιο το χωρίζει μια τρίχα από το νοηματοδοτούμενο. Το χαμόγελο είναι μια κίνηση από το μάταιο στο νόημα. Και εμπεριέχει την επέκταση της ύπαρξης προς τη γενναιότητα.

Και τη γενναιοδωρία.

Και το κάλλος.

Και τη σοφία.

Και το πάντα κρυμμένο ανθοφόρο μυστικό.

jiagogina

1.12.09

ο αιώνιος αντίπαλος

Στα μεθεόρτια τής περιφανούς νίκης του Ολυμπιακού επί του Παναθηναϊκού στο ποδόσφαιρο,  ιδού κάποιες σκέψεις περί του αιωνίου και του αντιπάλου.
Έχω την πεποίθηση πως η τρέλα που καταλαμβάνει σύσσωμο το έθνος, παραμονές τέτοιου τύπου αγώνων, με το συνεπακόλουθο φανατισμό, το μπάχαλο, τον τσαμπουκά και τα δακρυγόνα,  συνδέεται με βαθιά, αρχέγονα στοιχεία μέσα στην ανθρώπινη δομή. Και δεν εννοώ την εκτόνωση της κοινωνικής ή προσωπικής επιθετικότητας, που μονωμένη εκτονώνεται μέσα στο γήπεδο κι έτσι, βρίσκοντας μια τέτοια νόμιμη και κοινωνικά αποδεκτή δίοδο, δεν βλάπτει το ευρύτερο κοινωνικό σώμα (όσο κι αν η ιδεολογία του μπάχαλου αρέσκεται να πετάει καρέκλες, αναπτήρες και να σπάει αυτοκίνητα ή κεφάλια). Εννοώ εκείνη την προβολή του "αιώνιου αντιπάλου",  που υπόσχεται μια ηρωική αναμέτρηση από την οποία ο συλλογικός μαχητής μπαλαδόρος (η ενδεκάδα, ο προπονητής, αλλά και ο οπαδός που ιδρώνει και ξελαρυγγιάζεται στις εξέδρες, όπως και ο πάσχων τηλεθεατής με το φραπέ ή τη μπυρίτσα στον καναπέ του σπιτιού του) θα βγει απόλυτος κυρίαρχος, έχοντας κατατροπώσει τον εχθρό.
Κάθε χρόνο, κάθε σαιζόν, με την ίδια τελετουργική ρουτίνα  η ελληνική κοινωνία, και όχι μόνο αυτή,  ζει ξανά και ξανά το ίδιο θέατρο, το βιώνει και συμμετέχει ολόψυχα σ'  αυτό. Και κάθε φορά η ίδια ένταση, το ίδιο πάθος.
Μολονότι στοιχεία παθογένειας μπορεί να εντοπίσει κανείς πολλά ερευνώντας τα τοπία των γηπέδων, εγώ δε θέλω να εστιάσω σε αυτά. Θέλω να εστιάσω στην απλή διαπίστωση ότι ο άνθρωπος, συλλογικά και ατομικά, αρέσκεται να καθρεφτίζεται, να βλέπει απέναντί του κάτι που του μοιάζει και να το βλέπει συνεχώς σε μορφή, με σάρκα και οστά, γιατί έτσι κάνει μέσα στους κύκλους των ετών και της σαιζόν επάναληψη του μαθήματος της ύπαρξής του, μπας και δώσει εξετάσεις στο μάθημα και περάσει τελικά την τάξη, αλλάξει κατηγορία.
Ο αθλητισμός, η μάχη μέσω του σώματος και η μάχη σώμα με σώμα, η μάχη ομάδας με ομάδα, αποτελεί έναν ακριβέστατο καθρέφτη των διεργασιών αλλά και της διαμόρφωσης του ψυχισμού. Παραθέτω επ'  αυτού το έξοχο απόσπασμα του Καζαντζάκη από τα Ταξιδιωτικά ("Αγγλία"):

"Έτσι που κοίταζα στο ήσυχο τούτο δειλινό τους ωραίους έφηβους του Ήτον, άλλους στα γαλάζια, άλλους με τ'  άσπρα κασκέτα τους να πολεμούν λυγεροί, συγκεντρωμένοι, έτοιμοι, με τον αλαφρό κραδασμό του λιγνού ατσαλένιου σπαθιού, προσπαθούσα να βρω τους θεμελιακούς νόμους της άσκησης·  βρήκα τέσσερις:
1) ν' ασκείς το σώμα και την ψυχή ως άτομο, ανεξάρτητα από την ομάδα·
2) ν' ασκείς το σώμα και την ψυχή ως άτομο μέσα στην ομάδα τη δική σου·
3) ν' ασκείς το σώμα και την ψυχή, αναφορικά με την αντίπαλη ομάδα·
4) ν' ασκείται αλάκερη  η ομάδα αναφορικά με αλάκερη την άλλη ομάδα ."

"Αιώνιος αντίπαλος" είναι για μένα εκείνη η στιγμή που συσπειρωμένες και καλά προπονημένες όλες οι δυνάμεις που εκπροσωπούν το αντίπαλο δέος στη ζωή ενός ανθρώπου συναντώνται και αναμετρώνται. Για κάθε άνθρωπο ο αντίπαλος αυτός έχει ένα διαφορετικό πρόσωπο και ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν όμως κοινά στοιχεία  σε όλες  τις περιπτώσεις τέτοιων συναντήσεων, κι αυτό είναι που καθιστά τον αντίπαλο "αιώνιο": ο φόβος της αλλαγής, η προσκόλληση στην κεκτημένη προσωπικότητα μέσα στην οποία αναπτύσσεται αλλά και περιορίζεται η ψυχική ζωή, η υπερβολική εμπιστοσύνη στην πραγματικότητα που ο καθείς έχει δομήσει, αλλά και το αντίθετο, η  απαξίωση της, ανάλογα με τη στιγμή και τα συμβάντα, και άλλα πολλά στα οποία δεν επιθυμώ τώρα να επεκταθώ. Θέλω μόνο να επισημάνω αυτό, ότι υπάρχουν στιγμές στην  ζωή μας, που ο κάθε ένας καλείται να δώσει μια μάχη με τις συντεταγμένες δυνάμεις του ίδιου του εαυτού του για να προβεί σε μία αυθυπέρβαση, σε μία πράξη ελευθερίας και σε μία αυτοδημιουργία, δηλαδή μια αναδημιουργία του εαυτού, αλλιώς θα μπορούσαμε να το πούμε "μεταμόρφωση". Κι η στιγμή αυτή των συναντήσεων έχει κι αυτή την περιοδικότητά της, τους κανόνες της, την ώρα της εν τέλει. Μπορεί ένας άνθρωπος να δώσει πολλούς αγώνες, να παίξει μπάλλα με πολλούς, μέχρι να έρθει η στιγμή να αντιμετωπίσει τον "αιώνιο". Κι εκείνος θα 'ναι  ετοιμοπόλεμος, άριστα προετοιμασμένος, κι ίσως πάντα ένα βήμα μπροστά  στην τακτική.
Πώς νικάει ο άνθρωπος τον "αιώνιο αντίπαλο"; Όπως νικάει ο Ολυμπιακός τον Παναθηναϊκό, ή το αντίστροφο. Με άριστη προετοιμασία, εξυπνάδα και ψυχή. Και γνώση. Τα μυστικά του προπονητή όμως εμείς οι άλλοι δε θα τα μάθουμε.  Ο κάθε ένας από μας συνεχώς θα βρίσκει το δικό του τρόπο να ενσωματώνεται στον εαυτό του, ο τρόπος δεν είναι μεταβιβάσιμος, είναι δρόμος προσωπικός.
Και το ποδόσφαιρο;
Θα παίζεται. Πίσω από τις γκαρίκλες και τις ζητωκραυγές θα υποφώσκει αυτός ο καημός της αυθυπέρβασης, κι οι κύκλοι των εποχών, στην επανάληψη της κάθε σαιζόν, στη στέψη των πρωταθλητών, θα καθρεφτίζουν πάντα με τον τρόπο τους αυτό το  συλλογικό άθλημα, που είναι η ζωή με συνείδηση.
Μέχρι τότε, παίξτε μπάλλα!
jiagogina
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...