Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα painting and drawing. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα painting and drawing. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.7.15

μια συνάντηση με τον κύριο Τέρνερ

The fighting Temeraire
Πρωτογνώρισα τον Τέρνερ στην Νational Galery στο Λονδίνο, καθώς περιδιάβαινα τις αίθουσες, τις εποχές, τα ρεύματα, τα αισθητικά κινήματα και τους αιώνες. 
Όταν μετά από πολύωρη περιπλάνηση, καθόλου κουρασμένη -αντίθετα, με την ένταση που σου προσφέρει η ηδονή- έφτασα κάπου εκεί στο 19ο αιώνα, αιχμαλωτίστηκα ξάφνου από κάτι απόκοσμα φωτοβόλα και μελαγχολικά τοπία που δεν ταίριαζαν ούτε στον αιώνα της αίθουσας, ούτε στις τεχνοτροπίες των διπλανών ζωγράφων. Έμοιαζαν του δικού μου αιώνα. Δεν με αιχμαλώτισε όμως το ότι έμοιαζαν έργα μοντέρνα.  Με συνεπήρε το συναισθηματικό φορτίο που διέκρινα μέσα στην αχλή των χρωμάτων, το πόσο προσωπικά ήταν αυτά τα τοπία. Ένιωσα ακαριαία ότι ο ζωγράφος αυτός δεν απεικόνισε απλώς τα πράγματα του κόσμου. Τα ερμήνευε μέσα από το δικό του πρίσμα φωτός, γονιμοποιώντας  τα με το δικό του ψυχικό φορτίο. Μαγεύτηκα. Πλησίασα και είδα την ταμπελίτσα με το άγνωστο μέχρι τότε σε μένα όνομα: JMW Turner
Επέστρεψα τα μάτια μου στον πίνακα και τα  άφησα εκεί για πολλή ώρα...



Snow Storm
Snow Storm Hannibal and his army crossing the Alps

...Ένας ιδανικός τρόπος να γνωρίζεις "διά ζώσης' έναν ζωγράφο... Απροειδοποίητα, αναπάντεχα, απροκατάληπτα, χωρίς να έχει μεσολαβήσει ο πληροφοριοδότης νους μου, οι προκαταλήψεις μου, η φιλομάθειά μου, γνώρισα για μια στιγμή τον Τέρνερ. Και καθώς ο ταραγμένος του ουρανός, ανάκατος θύελλες και φωτιά, εισέβαλε από το οπτικό στο ψυχικό μου πεδίο, συντελέστηκε μια Συνάντηση μαζί του, από αυτές που μόνο η Τέχνη μπορεί να προσφέρει...
Rain Steam and Speed
Θυμήθηκα τη γνωριμία μου με τον Τέρνερ, παρακολουθώντας την ταινία του Μάικ Λη "Ο κύριος Τέρνερ".  Πάλι αιφνιδιάστηκε ο νους μου γιατί δεν είχα διαβάσει προηγουμένως τίποτα για το φιλμ. Μόνο ότι η ταινία είναι βραβευμένη ήξερα. Είδα λοιπόν έναν ηθοποιό που τον θυμόμουν αμυδρά από τα "Μυστικά και Ψέματα" και πιο πρόσφατα από κάποιο Χάρι Πότερ που πηγαίναμε παλιά με το γιο μου, αλλά αγνοούσα το υποκριτικό του διαμέτρημα. Είδα εγγλέζικη κοσμιότητα, υπαινικτικό σενάριο που αφήνει στον θεατή το χώρο και το χρόνο να συναρμολογήσει την ιστορία. Είδα να χτίζεται σιγά - σιγά μια προσωπικότητα γεμάτη αντιφάσεις, ένας άνθρωπος απωθητικός και ιδιοφυής, ανατριχιαστικά θελκτικός μέσα στις αποσιωπήσεις του και τα πάθη. Ένα σενάριο σοφό, που αποφεύγει να κάνει τιμητική βιογραφία και εστιάζει στο μυστήριο του ψυχικού πορτραίτου. Έμαθα μετά, διαβάζοντας για την ταινία, ότι το σενάριο χτιζόταν σιγά -σιγά κατά τα γυρίσματα - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, η σεναριακή ιδέα του Λη είναι ευφυέστατη, γιατί η ιστορία ξεκινάει από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Τέρνερ, ενώ είναι ήδη αναγνωρισμένος και τιμημένος ζωγράφος. Αρνείται από χέρι την ανοστιά της ιστορικής βιογραφίας. Χωρίς φορμαλισμό, καίρια και συνοπτικά δεικνύει τη σχέση του ζωγράφου με τον πατέρα, αφήνει κάποιες χαραμάδες για το οικογενειακό παρελθόν, με δυο τρεις σκηνές εξαιρετικών διαλόγων και ερμηνείας, δείχνει (χωρίς να ερμηνεύει) την ανύπαρκτη σχέση του ζωγράφου με τις κόρες του. Αυτά με το παρελθόν. Τον σκηνοθέτη φαίνεται όμως να τον απασχολεί το κινηματογραφικό παρόν του ζωγράφου, ο κεκτημένος χαρακτήρας,  ο δαίμονας της δημιουργίας που τον κατέτρωγε  και η έξοδος προς το θάνατο. Χωρίς να εξωραΐζει και χωρίς να επικρίνει, κινηματογραφεί με σοφή απλότητα την σύνδεση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη, την προσωπικότητα και το έργο της, σύνδεση πολλές φορές δυσανάγνωστη και γι'  αυτό πάντα μυστηριακή, 
Norham Castle Sunrise 
Οι αναφορές στα έργα του Τέρνερ έκδηλες οπτικά, Ο ρυθμός αργός, όπως ταιριάζει σε μια ταινία που ο θεατής καλείται την στιγμή που τη βλέπε να τη διαλογιστεί ταυτοχρόνως. Οι ερμηνείες εξαιρετικές, με τον Τίμοθυ Σπαλ  να φτιάχνει μια προσωπογραφία σπάνιας υποκριτικής τέχνης...
Fishermen at sea

23.8.13

Οδυσσέας Ελύτης, ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ



Ι                                      

Όπως όταν
                 βάζουν φωτιά σ' ένα φιτίλι τρίχινο
Τρέχοντας υστέρα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί

Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα καπέλα τους
   
Όπως όταν

                 ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει στα σκοτεινά
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της
Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και τρομερά

        δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν
Σημαίνουν


Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται χαμηλά

        και ψιθυρίζει λόγια αγάπης

Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος - δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό - κι η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου

        μοιάζουν

Juego de luna y arena - σμίγουν εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα - εκεί που ζωγραφίζεις
Το Θάνατο ή τον Ερωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ' τα τρομερά ρουθούνια

       του Βοριά
Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις.



Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας - αλλά συ γελάς


Μαύρα τείχη γύρω μας - αλλά συ μεμιάς
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα

Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρρόξανθη κραυγή
Που μ' έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τ' αέρια τα υγρά
        και τα στερεά του κόσμου ετούτου


Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον
Να μην υπάρχει εχτρός

Πλάι πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λεοντάρι
Κι η ζωή αδερφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρα της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρα μας...



                                                II

Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα — κι η άχνα του ζεστού
        ψωμιού έτσι ανεβαίνει. 
Αλλά

Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς
Στα βουνά που ο κεραυνός σεβάστηκε - αλλά και
Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντίλια κόκκινα
Πρωτομαγιά -
Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ
        λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων

Αγερομπασιά -

Τα πλατιά μαλλιαρά στήθη σου σαν θειαφισμένο αμπέλι
Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό
Πάει κι έρχεται στ' άσπρα χαρτιά στο φως και στο σκοτάδι
Πάει κι έρχεται βουίζοντας
Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα

Όχι μόνο απ' αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το Μέγα Σάββατο
       στα ράφια τους

Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους

Αλλά κι απ' τ' άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει
       ένα βαθύ μεράκι


Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών
Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων
Μέσα στ' αυγά της χελώνας
Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη φωτιά
Ή ακόμα μες στα δάση των Ηπείρων τ' απέραντα
- Πέφτοντας η νύχτα -
Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ' τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί
       το «αλληλούια» με τις φυσαρμόνικες...
Τι 'ναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται - τι 'ναι αυτό που αντέχει
Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων
Στο λειψό φεγγάρι στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο - τι 'ναι αυτό
        που δε λέγεται


Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται
Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά η μαγνητική

        βελόνα
Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια
Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης
Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας
Πικασσό: Παλόμα
Πικασσό: Ιπποκένταυρε
Πικασσό: Guernica



                                                    III

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη - και τον γόρδιο κόβει
        δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά
Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος μόνο να το σκέφτεσαι
Τα στάχυα όταν λυγίζουνε τον ουρανό


Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια τον αγαπημένο της
Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει «σ' αγαπώ»
Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες
Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονα τους
Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα
Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που στριφογυρίζουν

        το 'να μάτι τους
Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους


ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει - κι η γυναίκα
        με τη γιγαντιαία πατούσα
Στον αέρα τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της
Έτη μετά Χριστόν πικρά
Παρά λίγη καρδιά θα 'ταν ο κόσμος άλλος
θα 'τανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά

Όμως να! ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα πόδια
        του δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά



Την ώρα που εσύ θηρίο
Εσύ Παύλε Πικασσό
Πικασσό Παύλε που μες στ' αμάραντα μάτια σου
Χώρεσες όσα δεν μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ' εκατομμύρια
        στρέμματα φυτεμένης γης
Δουλεύεις το πινέλο σου σαν να τραγουδάς
Σαν να χαϊδεύεις λύκους ή σαν να καταπίνεις πυρκαγιές
Σαν να πλαγιάζεις νύχτα-μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
Σαν να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού


Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε

Πικασσό Παύλε αρπάζεις το Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις

Λουλούδια ζώα φιλιά ευωδιές κοπριές κοτρόνια και διαμάντια
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση της

        γης που μας έφερε και που θα μας πάρει

Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν και

που θα περάσουν.


1948
Τα Ετεροθαλή

1.2.11

Πέτρος Γκολίτσης, "J.M.W. Turner"


Η μητέρα σου
έρεπε προς
την τρέλα
(κλείστηκε τελικά
στο London’s insane asylum)

Η αδερφή σου
πέθανε
στα οκτώ της χρόνια

Στέκομαι τώρα
μπροστά στο
“Typhoon coming on
(the slave ship),
slavers throwing overboard
the dead and dying”,
Oil on canvas, 91x138cm, 1840

Αυτό το dying
τα αλλάζει όλα

οι dying βουλιάζουν
στο βουβό βυθό

αδιάκοπα
το ποίημα το βρήκα
στο blog του Πέτρου Γκολίτση: poems.

20.1.11

Καταστράφηκαν 86 Θεόφιλοι από εγκατάλειψη!

Πίνακες εκτεθειμένοι στον ήλιο ή στην υγρασία, χρώματα που ξεθωριάζουν, καμβάδες που μαδάνε: Τεράστια ζημιά έχουν υποστεί τα 86 έργα του Θεόφιλου (1870-1934), τα οποία υποτίθεται ότι φυλάσσονται στο Μουσείο του ζωγράφου, στη Βαρειά της Μυτιλήνης.
 Στο Μουσείο διαπιστώθηκε η εξαφάνιση πραγματικά μεγάλου μέρους γνωστών έργων από τον ήλιο, στον οποίο εκτίθενται οι καμβάδες απροστάτευτοι. Άλλωστε, από τον ήλιο προέρχεται και ο μοναδικός φωτισμός του Μουσείου, αν εξαιρέσει κάποιος κάποια φώτα οροφής! Ακόμη, τα έργα είναι εκτεθειμένα στη σκόνη από τα παράθυρα που ανοίγουν, ως μόνη μέθοδος εξαερισμού. 

Σε ανάλογη κατάσταση βρίσκεται και το κτίριο, με τις κάσες των παραθύρων να σαπίζουν και τα κεραμίδια να στάζουν νερά πάνω στα αριστουργήματα της λαϊκής μας παρακαταθήκης. Θέρμανση δεν υπάρχει καμία. Κάποιοι θερμοσυσσωρευτές της δεκαετίας του ’80 είναι και αυτοί εκτός λειτουργίας. 



Στο Μουσείο υπάρχει μία έκτακτη υπάλληλος, της οποίας η σύμβαση έχει λήξει από την Πρωτοχρονιά, να ανοίγει τις πόρτες στο κατά τα άλλα «προπύργιο του λεσβιακού πολιτισμού, τον οποίο η σύγχρονη πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει έστω και στοιχειωδώς. Για την εγκληματική αδιαφορία ευθύνονται οι εκάστοτε δημοτικές αρχές της Μυτιλήνης, στη δικαιοδοσία των οποίων ήταν το Μουσείο από το ’65.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ




Ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Θεόφιλο
"Την Ανοιξη του 1935, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος και εγώ, αποβιβαζόμασταν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Μια πρόσκληση να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα σε σπίτι φιλικό, ήταν η αφορμή. Αλλά η αιτία η βαθύτερη ήταν να βαδίσουμε πάνω στα ίχνη που δεν μπορεί παρά να είχε αφήσει πεθαίνοντας εκεί ένα χρόνο πριν, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος.
Για μας ήταν ακόμη τότε μια υπόθεση γεμάτη μυστήριο. "Ενας γυρολόγος μισότρελος, ντυμένος τσολιάς, που είχε τη μανία να γεμίζει τους τοίχους στα καφενεία και στα χάνια, με αλλόκοτες παραστάσεις" λέγανε, χαμογελώντας συγκαταβατικά οι ντόπιοι. "Ενας μεγάλος ζωγράφος" έλεγε ορθά - κοφτά ο Ε. Theriade, αυτός που χρόνια τώρα από το Παρίσι κρατούσε τις τύχες της μοντέρνας τέχνης στα χέρια του.
Περαστικός αυτός, το καλοκαίρι του 1933 από την Αθήνα είχε φωνάξει μια μέρα τον Εμπειρίκο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο, είχε ξετυλίξει μπροστά του μερικά ρολά από κάμποτ όπου μέσα σ' ένα φως ειρηνικό, έβλεπες αλήθεια ν' απλώνεται σαν ξανακαμωμένος από την αρχή, με παρθένα, δροσερά χρώματα ο κόσμος. Αυτό ήτανε όλο.
Υπήρχανε ακόμη δύο-τρεις που γνωρίζανε την περίπτωση, θέλω να πω που την έπαιρναν στα σοβαρά. Ο Γιώργος Γουναρόπουλος, ο πρώτος όπως μάθαμε αργότερα, που πληροφορήθηκε την ύπαρξη του άγνωστου εικονογράφου. Ο αισθητικός Δ. Ευαγγελίδης, που έγραψε τα πρώτα άρθρα για το Θεόφιλο σε αθηναϊκή εφημερίδα και οι ζωγράφοι Ορέστης Κανέλλης και Τάκης Ελευθεριάδης. Μυτιληνιοί και οι δύο τους, που προθυμοποιήθηκαν άλλωστε μόλις φθάσαμε να μας παρασταθούν στις εξερευνήσεις μας. Γιατί πραγματικά, είχε κάτι από τη γοητεία της εξερεύνησης η επιχείρησή μας αυτή.
Επρεπε, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, να φτάσουμε ως τους πιο στενούς συγγενείς του ζωγράφου να μάθουμε όσο γίνεται περισσότερα πράγματα γι' αυτόν και, θυμάμαι ότι με το χτυποκάρδι που δίνει σε κάθε συλλέκτη το προαίσθημε ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο,κινούσαμε κάθε πρωΐ για την αποστολή μας. Από δρόμους άφτιαχτους, κακοτράχαλους, μισοπατημένους απ' το βλαστομάνημα του Μαγιού, προωθηθήκαμε ως τις πιο ξεμοναχιασμένες άκριες του νησιού, ως τα πιο λιγοσύχναστα χωριά και δεν αφήσαμε καφενείο για καφενείο που να μη σταματήσουμε. Οσο που να 'ρθεί ο καφές ή η λεμονάδα, το μάτι μας είχε κιόλας φέρει βόλτα εκατό φορές τους τέσσερις τοίχους του μαγαζιού. Κι όταν, όπως μας έλαχε μερικές φορές, σπάνιες είναι η αλήθεια, επισημαίναμε αναρτημένο έργο του Θεόφιλου, με τρόπο φέρναμε την κουβέντα, ζητούσαμε πληροφορίες, αρχινούσαμε τα παζάρια, τέλος, φορτώναμε στο αυτοκίνητό μας το λάφυρο και φεύγαμε.
Δεν θυμάμαι πια καθόλου πώς έγινε κι ένα απογεματάκι στην έπαυλη που μας φιλοξενούσε, παρουσιάστηκε ο Παναγιώτης Κεφάλας. Ηταν ο αδερφός του Θεόφιλου. Ενας φτωχός, κακογερασμένος μαραγκός, με πέντε παιδιά που δεν ήξερε αν άνοιξε η τύχη του ή αν οι δύο Αθηναίοι που έδειχναν τόσο πολύ να ενδιαφέρονται για τα καμώματα του "αχμάκη" του αδερφού του, τον κοροϊδεύανε. Οσο μας μιλούσε, τα πονηρά ματάκια του παίζανε και μας μετρούσανε από τα νύχια ως την κορφή λες και ζητούσανε από μια χειρονομία, από 'να ξαστόχισμα στην έκφρασή μας, να συλλάβουνε την αλήθεια. Ωστόσο, δεν αργήσαμε να τον εξημερώσουμε. Και πιο αργά, την ώρα που άρχισε να σουρουπώνει, περπατήσαμε μαζί του ως τη Βαρειά, την εξοχική τοποθεσία όπου είχε ζήσει η οικογένεια του ζωγράφου, ανάμεσα σε μαλακές κατηγοριές γεμάτες λιόδεντρα και ανοίγματα απ' όπου ξαφνικά έβλεπες τη θάλασσα και πιο βαθιά καθαρογραμμένα τα βουνά της Ανατολής.
Αρκετές γερόντισες επιμένανε ακόμη να φορούν τις μακριές απανωτές βράκες. Βαδίζανε αργά και γυρίζανε κατά μας τα ηλιοκαμένα τους πρόσωπα. Οταν πετύχαινες ανοιχτή καμιάν αυλόπορτα, το μάτι σου έπαιρνε γλάστρες, πιθάρια, παιδιά, γατιά, μιαν εικόνα ειρηνική σαν το λάδι και σταματημένη κάπου εκεί, γύρω στο Μεσαίωνα. Ητανε κιόλας ολ' αυτά, Θεόφιλος. Θέλω να πω, ένιωθες την ανταπόκριση που υπήρχε ανάμεσα στα λιόδεντρα και στα ρυτιδιασμένα πρόσωπα στα περιβολάκια με τις ροδιές και στις ακρογιαλιές που μυρίζανε φρεσκοανοιγμένο καρπούζι στα πιθάρια και στις βράκες, στα τριανταφυλλένια βουνά και στα αρχέγονα σιωπηλά καϊκια. Κι αμέσως την ίδια στιγμή, την ανταπόκριση που υπήρχε ανάμεσα σ' όλ' αυτά και στις ζωγραφιές του Θεόφιλου. αληθινοί ελαιώνες επί τέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα.
Εκείνα τα χρώματα και τα σχήματα που βλέπαμε κάθε μέρα γύρω μας και που τα κουβαλούσαμε στην ομαδική μας μνήμη από αιώνες, τα γνώριμα, τα οικεία, που τόσα χρόνια τώρα οι ακαδημαϊκοί μας ζωγράφοι - μερικοί με αξιόλογο ταλέντο, δεν αντιλέγω- μας είχανε στερήσει από τη χαρά να τ' αναγνωρίζουμε. Το πιο απλό πράγμα του κόσμου, ένα δέντρο η ελιά, η καθημερινή μας σύντροφος, δεν είχε αξιωθεί ποτέ ν' ανεβεί στο καβαλέτο. Ναι ήταν η πρώτη φορά που την απαντούσαμε στις ζωγραφιές του Θεόφιλου.
Την άλλη μέρα ο Παναγιώτης Κεφάλας μας έφερε μερικές. Την παράλλη κι άλλες. Στο τέλος κουβάλησε όλα τα προσωπικά αντικείμενα του αδερφού του, τα πινέλα του, τα τεφτέρια του, τα πιο ασήμαντα μικροπράγματά του. Ηθελε βέβαια να μας ευχαριστήσει. Αλλά είχε σχεδόν αρχίσει, θα 'λεγες, να συγκινείται κι ο ίδιος από την περίπτωση του "αχμάκη" που , σίγουρα σ' όλη την ως τότε ζωή του θα ελεεινολογούσε. Η φωνή του έτρεμε, θυμάμαι, το βράδι που τον παρακαλέσαμε να μας μιλήσει για τη φαμίλια του, για τη ζωή του κοντά στο Θεόφιλο, για τα περιστατικά των παιδικών τους χρόνων. Ισως να' ταν που ένιωθε άξαφνα πολύ σπουδαίο πρόσωπο καθώς μας έβλεπε να ετοιμάζουμε σημειωματάρια και μολύβια. Ισως και να' ταν μονάχα η νοσταλγία".

(Οδ. Ελύτης: "Ανοιχτά Χαρτιά")

4.11.10

Χαρά Παρθένη / Ρευστοί όγκοι



16.11.10 - 04.12.10
galerie ASTRA
Κάποτε, ήταν ένα ξενοδοχείο-θρύλος∙ σήμερα στοιχειώνει την Αθήνα, στη γωνία Πατησίων και Αβέρωφ,  όπως τόσα φασματικά κτίρια της αμνήμονος πρωτεύουσας. Τυλιγμένο, θαρρείς, σε γάζες, υποστηλωμένο με σκαλωσιές, φωλιά περιστεριών, μαρτυρία μιας απουσίας. Το παλιό Acropole-Palace, ελληνική εκδοχή του γαλλικούart-nouveau, τόπος αστικής ευδαιμονίας και πολιτικής μνήμης, αφού από τα μπαλκόνια του κινηματογραφήθηκε το 1973 η εξέγερση του Πολυτεχνείου,  μεταμορφώνεται στους πίνακες της Χαράς Παρθένη σε εικόνα συμβολική. Είναι η εικόνα που κραυγάζει την εγκατάλειψη, την παραίτηση, την ακηδία∙ η εικόνα που αναδιπλώνεται στον εαυτό της και μετεωρίζεται στο χρόνο, ξεδιπλώνοντας τις ελλείψεις, τις υπερβολές και τις ασύμμετρες γραμμές της σαν υπόμνηση ενός άλλοτε που ήταν πιο πλούσιο, πιο αισιόδοξο και πιο υποσχετικό...
website: 


23.10.10

XAΡΑ ΠΑΡΘΕΝΗ


Κάποτε, ήταν ένα ξενοδοχείο-θρύλος∙ σήμερα στοιχειώνει την Αθήνα, στη γωνία Πατησίων και Αβέρωφ,  όπως τόσα φασματικά κτίρια της αμνήμονος πρωτεύουσας. Τυλιγμένο, θαρρείς, σε γάζες, υποστηλωμένο με σκαλωσιές, φωλιά περιστεριών, μαρτυρία μιας απουσίας. Το παλιό Acropol-Palace, ελληνική εκδοχή του γαλλικού art-nouveau, τόπος αστικής ευδαιμονίας και πολιτικής μνήμης, αφού από τα μπαλκόνια του κινηματογραφήθηκε το 1973 η εξέγερση του Πολυτεχνείου,  μεταμορφώνεται στους πίνακες της Χαράς Παρθένη σε εικόνα συμβολική. Είναι η εικόνα που κραυγάζει την εγκατάλειψη, την παραίτηση, την ακηδία∙ η εικόνα που αναδιπλώνεται στον εαυτό της και μετεωρίζεται στο χρόνο, ξεδιπλώνοντας τις ελλείψεις, τις υπερβολές και τις ασύμμετρες γραμμές της σαν υπόμνηση ενός άλλοτε που ήταν πιο πλούσιο, πιο αισιόδοξο και πιο υποσχετικό.

Όμως η Χαρά Παρθένη δεν επιδιώκει να αποτίσει φόρο τιμής στο Ακροπόλ, ούτε η προσέγγισή της διελαύνεται από νοσταλγία. Απλώς συμπυκνώνει τις σημασίες του, αισθητικές αλλά και εννοιακές , σε πίνακες που επικυρώνουν την δυνατότητα της ζωγραφικής να στοχάζεται. Με πλαίσιο δραματικούς ουρανούς σχεδόν υπερβατικής υποβλητικότητας, η ζωγράφος στήνει τους κτηριακούς όγκους, εμφαίνοντας στην λεπτομέρεια και στην εύθραυστη ισορροπία των λεπτοφυών αρχιτεκτονικών του στοιχείων, σαν να σχολιάζει την ουσία της φθοράς, της περατότητας, της αιώρησης στην αοριστία: το άδηλο μέλλον αυτού του ιστορικού (και διατηρητέου) κτηρίου, η καθήλωσή του στη μονιμότητα της επισφάλειας,  μεταφέρουν στον θεατή ένα σχεδόν μεταφυσικό ρίγος.
Αλλά πλάι στον στοχασμό, υπάρχει και ο ρεμβασμός: το διάφανο αττικό λυκόφως, τα χρωματισμένα σύννεφα στη δύση, οι στιλπνές αντανακλάσεις στις επιφάνειες, και, στους αντίποδες, η θαμπή υποσκίαση των όγκων, μεταμορφώνουν το σύνολο και ανακαλούν τον δυναμισμό ενός ωστικού κύματος, που απελευθερώνει την κινητική εικόνα από την οικοδομική μάζα και την βαρύτητα των υλικών: κι έτσι το Ακροπόλ μοιάζει να ίπταται, να καλπάζει καβάλα στα κύματα του ονείρου, να αιθερολάμνει διασχίζοντας τον αττικό ουρανό, σαν ένα «υπερωκεάνιο που τραγουδά και πλέχει», με τα περιστέρια «στα σύρματα των καταρτιών, με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κανοκιάλια»[1].

Κατερίνα Σχινά




[1] Ανδρέας Εμπειρίκος, «Στροφές στροφάλων».

4.7.10

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ στο ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ: από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ
Εξαίρετο!
Σταχυολογώ μια φράση  με τη  φωνή του, όπως ακούγεται στο ντοκυμανταίρ:

Η παράδοση είναι βάθρο και δύναμη για τον τεχνίτη. Μάλιστα τέτοια παράδοση σαν τη δική μας. 
Όσο για την παγκόσμια συνείδηση είναι ένα πράγμα και μια λέξη που μαγεύει τους νέους, γιατί  κολακεύει την αισιοδοξία τους. Μα όταν ένας συγγραφέας, ή γενικά ένας τεχνίτης, βρει πνευματική τροφή στην δική του την παράδοση και μπορέσει και την κάνει αυτή την παράδοση αίμα και δύναμη, ε, τότε, είτε θέλει, είτε δε θέλει, γίνεται εργάτης γνήσιος και όχι κούφιος της παγκόσμιας συνείδησης.
Φώτης Κόντογλου

3.6.10

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ


Στο Γαλαξείδι Φωκίδας, στην Εστία "Άγιος Νικόλαος" η Μπάρμπαρα Γκάμπερμαν οργανώνει σεμινάριο  ζωγραφικής:

από τις 18 έως τις 20 Ιουνίου 2010, 
Παρασκευή και Σάββατο, ώρα 09:00 έως 20:00, 
Κυριακή 09:00 με 14:00.


Θα διδαχτεί μια συγκεκριμένη τεχνική με κάρβουνο, βάσει της μεθόδου που εισήγαγε η Liane Collot d' Herbois,  η οποία πρώτη ανέπτυξε την καλλιτεχνική θεραπεία στη ζωγραφική.
Το θέμα είναι: 

"Τι είναι το φως και το σκοτάδι και πώς αντιδρούν μεταξύ τους;"  

Θα διδαχτούν πολλές διαφορετικές ασκήσεις, με εστίαση στο πώς επιδρά το φως και το σκοτάδι στον άνθρωπο και με γνώμονα την αυτογνωσία.
Τιμή συμμετοχής: 90 ευρώ.


Δηλώσεις συμμετοχής: 
Heiko  Feilerτηλ: 6933098523





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...