17.8.26

Μια αλλόκοτη αυγουστιάτικη μέρα στο Ιδιόμελο

 


Είναι 10 το πρωί .

Εχεις μόλις λουστεί. 

Έχεις μόλις μπανιαριστεί. 

Έχεις παραλειφτεί και με κρέμες στο κορμάκι σου για να μυρίζεις χαριτωμένα (αποκλειστικά για τη χαρά της μύτης σου, λες μέσα σου, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές)….

Έχεις  αρωματιστεί κιόλας, σημειωτέον με ένα άρωμα τριαντάφυλλου. (Για τη χαρά της μύτης σου, λες πάλι, αλλά είπαμε αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές).

Καθαρίζεις την άμμο των Κοριτσιών, τα ταΐζεις, μαζεύεις τα πλυμένα ρούχα, συγυρίζεις λίγο τα ασυγυριστα  και κατεβαίνεις στην κουζίνα για καφέ. 

Ναι, ζούμε πολυτελώς εδώ στο Ιδιόμελο, ανεβοκατεβαίνουμε καθημερινά καμιά  δεκαπενταριά φορές μια υπέροχης αρχιτεκτονικής σκάλα, κατασκευής του 1924, παρακαλώ! 

Ταΐζεις τα χρυσόψαρα, λες καλημέρα στον υπέροχο πίνακα της φίλης σου Χαράς Παρθενη, καθαρίζεις και την άλλη τουαλέτα των Κοριτσιών (αυτή κάτω από τη σκάλα) και ετοιμάζεσαι να κάνεις καφέ και να γράψεις ένα παραμύθι. Αυτό έχεις στο νου σου από το βράδυ, μη σου πως ότι το μελέταγες  και μέσα στον ύπνο σου. Τόσο αποφασισμένη είσαι.  Θες να γράψεις ένα παραμύθι για τον απήγανο, ένα παιδικό (ίσως) παραμύθι, και να μιλήσεις για το θαύμα. Θαύμα που το νιώθεις στα βάθη του αρωματισμένου σώματος σου που είναι απολύτως προετοιμασμένο για γραφή και ανάγνωση. 

Κάθεσαι. Αρχίζεις να γράφεις. Ηδονή. Όμως κάτι παρεμβαίνει. Οχι, δεν είναι η λίστα των αγορών που πρέπει να κάνεις (αυτό σου παίρνει δύο λεπτά, το τακτοποίησες), ούτε τα Παιδιά του Κάτω  Ορόφου που πρέπει να τα ταΐσεις κι αυτά, γιατί κλαίνε σαν να είναι θεονήστικα για μια εβδομάδα. Πανεύκολο κι αυτό και δεν διαταράσσει την  σκέψη σου. Τα ταΐζεις, βγαίνουν για τη βόλτα τους. Ησυχία. Γαλήνη.

Βυθίζεσαι στο γραπτό. Ομως, κάτι πάλι μεσολαβεί. Ενδοφλέβιο αυτή τη φορά. Είναι κάτι πολύ σημαντικό! Ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως πρέπει να περιγράψεις επακριβώς την απερίγραπτη ομορφιά που έχει η κάμπια της Πεταλούδας-Μονάρχης  που τη βλέπεις μέρες τώρα να ελαφροπεταει  στην αυλή. Ξέρεις το γιατί. Την περιμένεις κάθε χρόνο με λαχτάρα! Τις βλέπεις με τα περίτεχνα δαντελωτά φτερά τους στον αέρα δύο-δύο  να τρεμοπαίζουν  ζευγαρώνοντας, τις βλέπεις χορεύτριες μετά να κάθονται ανάερα πάνω στα φυλλαράκια του απήγανού σου και ξέρεις ότι εκείνη τη στιγμή αφήνουν πολύτιμα αυγά! 

Οπωσδήποτε πρέπει να περιγράψεις τις κάμπιες.  Έχει προτεραιότητα αυτό! 

Αλλά πού είναι τώρα οι κάμπιες;

Βγαίνεις φουριόζα στον κήπο με το κινητό έτοιμο για φωτογράφιση και αναζητάς παντού κάμπιες (για να είμαι πιο ακριβής όχι «παντού», μόνο στον απήγανο, οι πεταλούδες τον λατρεύουν κι αφήνουν πάντα εκεί τα αυγά τους.

Βρίσκεις μια κάμπια που σχεδόν έχει «κουκουλωθεί». Την φωτογραφίζεις. Ετοιμάζεσαι να φύγεις και να επιστρέψεις στον παράδεισο του παραμυθιού αλλά βλέπεις στην πίσω πλευρά  των μίσχων του απήγανου εστίες βαμβακαδας (Πανούργα βαμβακάδα που πας να ξεφύγεις από το φονικό σαπουνόνερο που σχεδόν καθημερινά σου ρίχνω!). Άπαπα! Κάτι πρέπει να κάνεις. Οχι όμως ψεκασμοι  τέτοια ώρα μέσα στον ήλιο. Είναι πια μεσημέρι!

Ανεβαίνεις στο σπίτι, στον Πάνω Όροφο, γιατί έχεις αφήσει εκεί το ψαλίδι (χτες κλαδεψες το  τριών μέτρων αλμυρίκι σου που κι αυτό δυστυχώς γέμισε βαμβακάδα), κατεβαίνεις κι αρχίζεις προσεκτικά να κλαδεύεις τον μολυσμένο απήγανο χωρίς να ενοχλήσεις την καλλονή -κάμπια. 

Τέλεια. 

Ετοιμάζεσαι να φύγεις αλλά δεν κάνεις πρώτα μια βόλτα και στους άλλους  απήγανους (ναι, είναι πολλοί), μήπως βρεις κι άλλες κάμπιες να φωτογραφίσεις;

Κάμπιες δεν βρίσκεις. (Μόνο βαμβακάδα,  φέτος έχουμε επιδρομή)…

Κλαδεύεις προσεκτικά τους μολυσμένους μίσχους. Παίρνεις μια μεγάλη σακούλα και τους βάζεις μέσα.  Η σακούλα γεμίζει. 

Τινάζεις με ευχαρίστηση τα χέρια σου που μυρίζουν βαμβακάδα και απήγανο μαζί και στρέφεις να φύγεις.  Να επιστρέψεις στη γραφή!  Τίποτε δεν έχει αλλάξει μέσα σου! Η ίδια επιθυμία, η ίδια έμπνευση! 

Γυρνώντας το κεφάλι πέφτει το μάτι σου στο μισοξεραμένο  χιωτικο γιασεμί. Θες καιρό να το κλαδέψεις, αλλά πάντα κάτι συμβαίνει και το αναβάλλεις. «Τώρα είναι η ευκαιρία», σκέφτεσαι και ορμάς καταπάνω του.

Κλαδεύεις αποφασιστικά και χαρούμενα. Όχι με γνώση. Με το ένστικτο  επικοινωνίας που έχεις με το γιασεμί και με τα περισσότερα φυτά (όχι με όλα, κάποια δεν τα καταλαβαίνεις καθόλου. Το γιασεμί όμως το χιώτικο το νιώθεις καλά και το κλαδεύεις εντατικά για να το σώσεις. Άλλωστε το φεγγάρι είναι στη χάση του…)

Μάντεψε! Βαμβακάδα! Α, γι’ αυτό ξεραίνεται το χρυσό μου. Του μιλάς: «Μη σε νοιάζει, το βραδάκι θα σε ψεκάσω με σαπουνόνερο».

Τινάζεις τα ξερά από τα φρεσκοπλυμένα ρούχα σου, από τα φρεσκολουσμενα  αρωματισμένα μαλλιά σου  και  από τα μπρατσάκια σου που μοσκοβολάνε ακόμα κρέμα με άρωμα βανίλιας. 

Η σακούλα γέμισε εντελώς!

Ενα γρήγορο πότισμα τώρα! 

Επιστρέφεις στην κουζίνα! 

Τα Παιδιά σε ακολουθούν κραυγάζοντας  επιδεικτικά!

Μήπως  να τα ταΐσεις; 

Μήπως να φας κι εσύ κάτι πριν κάτσεις να γράψεις; 

Μήπως να ρίξεις κι ένα λουσιματακι; Ή μαλλουρα  είναι γεμάτη ξερά φύλλα. 

Α, να και μια αραχνάρα που βολτάρει στο μπράτσο σου.  Μάλλον της χάλασες τη φωλιά με τα κλαδέματά σου!

«Φου, αραχνούλα», της  ψιθυρίζεις «Τρέχα  στον ιβίσκο!)

Η αραχνάρα αφήνεται υπάκουα στο φύσηγμά σου και γαντζώνεται σε ένα νεαρό  άνθος του ιβίσκου. Κι εσύ  αίφνης συνειδητοποιείς ότι πλύθηκες και παρφουμαρίστηκες όχι για το χατίρι σου, αλλά για το χατίρι του μωβ ιβίσκου, για το χατίρι της αράχνης, για το χατίρι της Μοναρχικής σου Πεταλούδας, των σπόρων του Απήγανου, της κάμπιας, των απολυταρχικών Παιδιών που ακόμα σκούζουν δραματικά, του γλυκού μεσημεριανού ήλιου, της αλλόκοτης σιωπής που έχει το απόθεμα αυτού του δεκαπενταύγουστου, με όλα τα πορτοπαράθυρα των πολυκατοικιών κλειστά. 

«Μέχρι το τέλος της εβδομάδας όλα θα έχουν επιστρέψει στον κανονικό ρυθμό τους», σκέφτεσαι, «πρέπει  να βιαστώ!»

«Οχι, δεν γίνεται τώρα, πρέπει να πας για ψώνια πρώτα. Εχεις  έτοιμη τη λίστα!  Βιάσου! Η ώρα  πήγε  τρεις»…


jiagogina

Και για όσους δεν ξέρουν το Ιδιόμελο:

www.idiomelon.gr




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...