30.11.10

Ο ΓΑΤΟΣ Ο ΧΟΥ: θέμα για ένα παραμύθι

Ας υποθέσουμε ότι αυτό είναι παραμύθι. 
Σε κάθε παραμύθι όλοι κατά βάθος ξέρουμε το τέλος του, αυτό που βρίσκεται πέρα από τα αποσιωπητικά του "κι εμείς καλύτερα", πέρα κι απ'  τον απόηχο του άλφα του τέλους που δονείται ακόμα για λίγο στο αυτί σαν ενοχλητικό ζουζούνισμα. Δεν υπαινίσσομαι ότι όλα τα παραμύθια έχουν κακό τέλος. Όχι, καθόλου. Όλα τα παραμύθια,  όπως και η ζωή, διαθέτουν μία αρχή, το Κενό, κι ένα τέλος, το Κενό, που είναι ο χώρος της δημιουργίας τους. Δε λέμε παραμύθια για να γεμίσουμε το Κενό, αλλά για να το λατρέψουμε, να το αναδείξουμε, βαθύτατα διδακτικά, ως την ύψιστη όψη της ύπαρξης: εκεί όπου εκκολάπτεται κάθε ίνα της αφήγησής μας, ακόμα κι όταν δεν είμαστε εμείς οι αφηγητές, αλλά το αφήγημα.


Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ζούσε ένας γάτος. Αυτό τον γάτο τον λέγανε Χου, γιατί μόλις έβλεπε τον οποιοδήποτε, άνοιγε το στόμα του, άνοιγε και τις κόρες των ματιών του, κι έλεγε "Χου!" δείχνοντας τα - πράγματι - μυτερά του δόντια. Μια φορά, την ίδια αυτή φορά που υπήρχε ο γάτος, υπήρξε κι ένα κορίτσι, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, μεσαίο, θα λέγαμε, που συνάντησε τυχαία τον Χου και προσπάθησε να αδιαφορήσει για το άτομό του. Αυτός όμως "Χου!" και "Χου!", δεν την άφηνε σε ησυχία. Στεκόταν μπροστά της και δεν την άφηνε να προχωρήσει. Στεκόταν πίσω της και δεν την άφηνε ούτε να πισωπατήσει. Είδε κι απόειδε το κορίτσι και σκέφτηκε: "Ας ταΐσω αυτόν τον τρομαγμένο γάτο, μπας και σταματήσει να χουχίζει!" Κι άρχισε να τον ταϊζει, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή ο Χου θα σταμάταγε να κάνει "Χου!" και θα γινόταν ένας ευτυχισμένος χουρχουριστός γάτος, σαν κάτι άλλους που ήξερε εκεί τριγύρω. Κάθε μέρα, πρωί-πρωί, το κορίτσι γέμιζε το πιάτο του  Χου φαγητό, ενώ ο Χου την υποδεχόταν με ένα "Χου!".΄Μόλις έφευγε εκείνη, πλησίαζε αυτός στο φαΐ κι έτρωγε. 
Πέρασαν οι μέρες, πέρασαν οι μήνες και εγώ νιώθω τώρα τον υποψιασμένο αναγνώστη ότι έχει αρχίσει να αδημονεί να μάθει πότε και πώς ο Χου ημέρεψε κι άρχισε να χουρχουρίζει. Θα μπορούσε να είναι πράγματι αυτό το τέλος της ιστορίας: το ημέρεμα του Χου. Προειδοποιώ  βέβαια τον αναγνώστη ότι το τέλος της ιστορίας δεν είναι αυτό. Θα του ικανοποιήσω όμως την περιέργεια.  Χρειάστηκαν μόλις εβδομήντα μέρες, δύο εβδομάδες, δώδεκα ώρες, τριάντα λεπτά και είκοσι οκτώ δευτερόλεπτα για να ημερέψει ο Χου. Για να μάθει να περιμένει το πρωινό του γεύμα με τα αυτιά όρθια, ακίνητος σαν γλυπτό, μέχρι να ανοίξει η πόρτα και να ακούσει τον ήχο του κουταλιού στο γυάλινο πιατάκι. Με το άνοιγμα της πόρτας άρχιζε να κινείται, δείχνοντας τα δόντια του και κάνοντας πάντα "Χου!" - οι συνήθειες δεν κόβονται εύκολα - αλλά κάτι είχε αλλάξει. Η ουρά κυμάτιζε όρθια και τα μπροστινά του πόδια ζύμωναν το πάτωμα, ενώ, αν έσκυβες λίγο το αυτί σου, θα άκουγες αυτό το υπέροχο μηχάνημα, άγνωστης ακόμα τεχνολογίας, τον χουρχουρωτήρα, να δονεί το λαιμουδάκι του εν πλήρει λειτουργία.
Τα βράδια ο Χου κοιμόταν κάτω από το παράθυρο του κοριτσιού και το πρωί ξύπναγε μαζί του. Με την ευαίσθητη όσφρηση και την ακοή του μπορούσε να ξέρει πότε ακριβώς ξυπνάει το κορίτσι, πότε απομακρύνεται, πότε τον πλησιάζει, πότε του ετοιμάζει φαΐ, ποια στιγμή θα ανοίξει την πόρτα και θα φανεί μπροστά του για να τη χαιρετήσει μ'  ένα "Χου!".
Πέρασε ο καιρός και το κορίτσι του έβαλε  ένα μαξιλαράκι κάτω από το  παράθυρό της, στην αυλή,  γιατί κατάλαβε πως ο γάτος αυτός είχε αποφασίσει  ότι εδώ θα ήταν από δω κι εμπρός το σπίτι του κι ότι , παρ' όλο τον ακοινώνητο χαρακτήρα του, είχε νιώσει κάπως προστατευμένος μέσα στον πανταχόθεν εχθρικό κόσμο.

Μια μέρα το κορίτσι γύρισε σπίτι της αργά τη νύχτα, πολύ αργά, πάρα πολύ αργά. Τόσο αργά που ήταν πια σχεδόν νωρίς το πρωί. Κανείς δεν ήταν στο δρόμο, μόνο σιωπή και τα φώτα του δήμου αναμμένα. Είδε στην άκρη του δρόμου τον Χου ξαπλωμένο κι ακίνητο. Πλησίασε κρατώντας την αναπνοή της και διαπίστωσε ότι ο γάτος ήταν νεκρός. Το χέρι του λίγο ανασηκωμένο, το κεφάλι του κάτω με τα μάτια ανοιχτά, ακόμα σχεδόν λαμπερά. Μόλις θα είχε πεθάνει. Προσπάθησε, κρατώντας την ψυχραιμία της, να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Η γούνα του έμοιαζε βρεμμένη και λαμπύριζε κάτω από τα φώτα του δρόμου. Δεν ήταν νερό όμως η υγρασία αυτή, ήταν αίμα. Το είδε να γλιστράει από το στόμα του και κάπου από την κοιλιά του. Έκανε αυλάκια το αίμα και κυλούσε αργά στην κατηφοριά του δρόμου. Το κορίτσι λυπήθηκε πολύ και θύμωσε. Ποιος το 'κανε αυτό; Γιατί; Έπρεπε να μάθει, να καταλάβει. Ανασήκωσε το κουφάρι του γάτου κι είδε ότι το κορμάκι του  ήταν κατατρυπημένο. Στην κοιλιά, στα πλευρά, παντού. Κάπου μακριά άκουσε γαυγίσματα. Γύρισε κι είδε δυο σκύλους να κυνηγιώνται τρέχοντας στον αντικρινό δρόμο. Αδέσποτα; Μπα! Είχαν περιλαίμιο και τα δυο. Κάποιοι ιδιοκτήτες τα αφήνουν έξω τα σκυλιά τους τα βράδια, είχε ακούσει να λένε τις προάλλες δυο περαστικοί.

"Ώστε αυτή ήταν όλη η μικρή ζωή του Χου;", αναρωτιόταν το πρωί καθώς τον έθαβε. Έσκαβε ένα λαγούμι. Μοσχομυριστό το χώμα κέντρισε μια ηδονή ανεξήγητη μέσα της. Βάθαινε το σκάμμα κι η ηδονή της βάθαινε κι αυτή μέσα σε  σιωπή. Δεν άκουγε την τσάπα, δεν άκουγε τα πουλιά στα δέντρα, δεν άκουγε τα μαρσαρίσματα στο δρόμο. Άκουγε μόνο το "Χου!" που της έλεγε ο Χου τόσον καιρό. Τότε, μόλις τον απόθεσε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα κι έριξε από πάνω την πρώτη φτυαριά, κατάλαβε:
"Αχ, Χου, καημενούλη", σκέφτηκε. "Δεν έλεγες 'Χου' τόσον καιρό. 'Χους!' έλεγες, καλέ μου Χου! 'Χους!'. Αυτό το κουβερτάκι, το χωματάκι που σε σκεπάζει ονομάτιζες!"
Σκέπασε με χώμα το γάτο και μπήκε μέσα να γυρίσει τον τροχό της καθημερινής ρουτίνας.
jiagogina
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...