7.1.11

Παίζοντας, συντροφιά με τον Παπαδιαμάντη στο Χριστό στο Κάστρο...

Ένας απολογισμός για την παράσταση που κάναμε  τα Χριστούγεννα με τα "Πευκόπουλα" στο 2ο Γυμνάσιο της Πεύκης
Οι πρόβες μας άρχισαν στις 24 Νοεμβρίου του 2010, με την ανάγνωση του διηγήματος "Ο Χριστός Στο Κάστρο", του Παπαδιαμάντη - προσαρμοσμένο για σκηνική παρουσίαση -  και η παράσταση δόθηκε, όπως είχε προγραμματιστεί, στις 22 Δεκεμβρίου. Είχαμε στη διάθεσή μας λοιπόν ένα μήνα για παρουσιάσουμε το "Χριστό Στο Κάστρο", όχι σε θεατρικό αναλόγιο, αλλά ως κανονική θεατρική παράσταση! 
Όρος απαράβατος - όχι μόνο για λόγους θεατρικούς, αλλά και για λόγους ψυχοπαιδαγωγικούς - ήταν τα παιδιά να μάθουν το κείμενο απ'  έξω. Εξαιρετικά δύσκολο το εγχείρημα, νομίζω είναι προφανές το γιατί. Ωστόσο, η προσπάθεια ξεκίνησε με πολλές επιπλέον πρόβες και συναντήσεις εκτός σχολείου στην αρχή, στον δικό μου χώρο,  κατά τις οποίες αρχικά γινόταν η ανάγνωση του κειμένου. Σκοπός μου σε αυτή τη φάση της δουλειάς ήταν τα υπέροχα παιδιά της ομάδας μας να αντιληφθούν ότι ένα κείμενο, όποιο κι αν είναι αυτό,  όταν παύει να υφίσταται ως ακολουθία φωνηέντων και συμφώνων στο χαρτί, αλλά το επεξεργάζεται η ανθρώπινη γλώσσα, αποκτά μια άλλη δύναμη. Είναι διαφορετικό το να διαβάζω ένα κείμενο  από το να κάνω ένα κείμενο να μιληθεί. Αυτό που μιλώ δεν είναι κείμενο πλέον, είναι λόγος! Έπρεπε λοιπόν τα παιδιά τον παπαδιαμάντειο λόγο να τον μιλήσουν κι όχι να τον διαβάσουν! 
Στη σχολική τάξη κατά κανόνα αυτό το απλό πραγματάκι είναι άγνωστο. Όταν τα παιδιά καλούνται να διαβάσουν κάτι στην τάξη - ένα ποίημα, ένα πεζό, μια περιγραφή, μιαν αφήγηση, οτιδήποτε - αποκτούν ως διά μαγείας μια ολωσδιόλου αλλοτριωμένη σχέση με αυτό που διαβάζουν απεμπολώντας το νόημα του κειμένου και δίνοντας έμφαση μόνο στη ρέουσα ανάγνωση. "Καλή" είναι η ανάγνωση που δε σκαλώνει πουθενά και χαρακτηρίζεται από μια παγιωμένη μανιέρα τονισμών, ηχοχρωμάτων και πόζας. Ο μαθητής διαβάζοντας επιδεικνύει την καλή αναγνωστική του διαγωγή και εισπράττει, ή όχι,  τα ανάλογα μπράβο. Χρειάστηκε λοιπόν να πειστούν τα παιδιά να εγκαταλείψουν τη μανιέρα ανάγνωσης που μέχρι τώρα είχαν αποκτήσει και να δοκιμάσουν έναν άλλο τρόπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από τα εξής στοιχεία:
1. αυτό που λέω το καταλαβαίνω (όσο πιο αυθεντικά μπορώ)
2. αυτό που λέω το νιώθω (όσο πιο βαθιά μπορώ)
3. αυτό που λέω ξέρω γιατί το λέω (όσο μπορώ να ξέρω)
4. αυτό που λέω ξέρω πού το λέω (δηλαδή πού το απευθύνω) 
5. όλοι αυτοί οι λόγοι διαμορφώνουν το πώς το απευθύνω (δηλαδή την προσωδία που έχουν τα λεγόμενά μου, την εναλλαγή των ρυθμών, το άνοιγμα των φωνηέντων και το σωστό τσάκισμα των συμφώνων μου). Κι εδώ εμφανίζεται η ανάγκη για τεχνική.
Με άλλα λόγια, η διαδικασία του να γίνει το κείμενο ομιλία είναι διεργασία σύνθετη και πολυσήμαντη,  μια ουσιαστικότατη παράμετρος παιδείας, με την έννοια της πνευματικής  και της αισθητικής καλλιέργειας.  Δεν ενδιαφέρει να κατανοήσουμε εγκεφαλικά "εδώ τι μας λέει ο ποιητής". Αυτή η αγωγή κατανόησης είναι μια πολύ στείρα μαθησιακή μέθοδος που αδικεί τόσο τους πνευματικούς δημιουργούς όσο και τη συναισθηματική νοημοσύνη των μαθητών (θυμηθείτε την υγιέστατη άρνηση της Κικής Δημουλά να γίνουν τα ποιήματά της αντικείμενο εξέτασης στις τότε πρωτοεφαρμοζόμενες Πανελλήνιες εξετάσεις).  Το να γίνουν τα γραπτά νοήματα ομιλία είναι μια σύνθετη συναισθηματική και εγκεφαλική διεργασία που δημιουργεί μέσα μας υποδοχείς ήχων, εννοιών και συναισθημάτων που σχηματίζουν βαθιά βιώματα, ένα ψυχικό μόρφωμα που φέρει  κανείς σε ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή του και που μόνο μέσω της προφορικότητας μπορεί να καλλιεργηθεί.
Με βάση αυτήν τη θέση δούλεψα με τα παιδιά τον παπαδιαμάντειο λόγο. Τι ακριβώς έχει συμβεί μέσα τους δεν ξέρω, και μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ. Το να μετέχεις του λόγου είναι μια προίκα που ο καθένας την αξιοποιεί μεγαλώνοντας με το δικό του τρόπο.
Εκτός αυτού τα παιδιά "έπαιξαν": Υποδύθηκαν τους ήρωες της απλής τούτης σκιαθίτικης ιστορίας, με τη ντοπιολαλιά τους και όσα από τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα μπόρεσαν ή πρόλαβαν να ανιχνεύσουν. Μπήκαν στο γρίφο του πώς το παιχνίδι μεταμορφώνει τη ζωή σε θέατρο, πώς από ένα "τίποτα" προκύπτει ένα "κάτι", πώς το μη πράγμα γίνεται πραγματικό, πώς, ας πούμε, ένα τραπέζι γίνεται βάρκα, πώς μια ιδέα ή ένα νιώσιμο αποκτά εκτόπισμα. Οσφράνθηκαν το θεατρικό θαύμα και το αίσθημα προσωπικής και ομαδικής ευθύνης.
Το μόνο αρνητικό, δεν έπαιξαν όσο θα τους άξιζε, όσο θα το ήθελαν. Η πίεση του χρόνου ήταν πολύ μεγάλη και συχνά η ένταση των φωνών που επιπλήττουν ή μαλώνουν ή απειλούν ή προσπαθούν να επαναφέρουν την τάξη ήταν μεγαλύτερη από τη χαρά του παιχνιδιού. Το ζητούμενο είναι η χαρά, η ευφροσύνη, κι αυτό κατά τη διάρκεια των προβών το χάσαμε πολλές φορές δυστυχώς, εν ονόματι του αποτελέσματος. Δεν έχω την άποψη, όμως, ότι το αποτέλεσμα είναι αυτοσκοπός, ότι μόνο αυτό δικαιώνει το ταξίδι. Το ταξίδι από μόνον του είναι αξία, γι'  αυτό δεν πρέπει ποτέ να χάνεται η χαρά του παιχνιδιού. Πρέπει, ακόμα και μέσα στις μεγάλες πιέσεις της πρόβας η χαρά και η έμπνευση να κυριαρχούν, για να μαλακώνει η στυγερή απειλή της έκθεσης που ελλοχεύει μέσα στη θεατρική πράξη, η μάχη του να παίξεις καλά το ρόλο σου και να αρέσεις στο κοινό σου.
Ωστόσο, τα παιδιά εκτεθήκανε με θάρρος. Τρεις μάλιστα τραγούδησαν σόλο. Και το φχαριστήθηκαν με την ψυχή τους. Όλοι κοίταξαν το κοινό τους στα μάτια. Και μόλις τέλειωσε η παραστασούλα μας γεύτηκαν τη μελαγχολία του τέλους, ανάμεσα σε χειροκροτήματα, αγκαλιές, μελομακάρονα και  άχνη από κουραμπιέ στη μπλούζα, αυτή τη μελαγχολία του κενού που αφήνει πίσω το κάτι όταν ξαναγίνεται τίποτα.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...