Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοτικό τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοτικό τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5.9.17

Ο ΔΙΕΝΗΣ: έτερα κυπριακή παραλλαγή

Ο ΔΙΕΝΗΣ
Πάνω 'ς βουνίν, κατώ 'ς βουνίν, κάτω δευτερογούνιν,
τζει πάνω ήτουν άρκοντες τραπεζοκαθισμένοι.
Χάροντας μαύρα φόρησεν, μαύρα καβαλλιτζεύκει,
μαύρον σπαθίν εζώστηκεν, στους άρκοντες τζιαί πάει.
Από τον δουν οι άρκοντες επροσηκώθηκάν του·
- Καλώς ήρτεν ο Χάροντας να φα' να πκη μιτά μας,
να φάη άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκη γλυκόποτο κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοάτ' ο Χάροντας τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Έν ήρτα γιώ ο Χάροντας να φα', να πκιώ μιτά σας,
να φάω άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκιώ γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρτα γιώ ο Χάροντας τον κάλλιον σας να πάρω.
Τζιαί πολοούντ' οι άρκοντες του Χάροντα τζιαί λέουν·
- Παρακαλούμεν Χάροντα πκοιός ένι ο καλός μας;
Τζιαί πολοάτ' ο Χόροντας τους άρκοντες τζιαί λέει:
- 'Εναν κοντόν κοντούλλικον τζιαί χαμηλοβρακάτον,
κάτω η σέλλα χώννει τον, πάνω ξηκουρτουλλά τον,
ένι τζ' αναρκοδόντικον τζιαί μαυρομουστακάτον.
Απού τ' ακούει Διενής επροσηκώθηκέν του.
- Ά! Θκεός σ' αφίννω Χάροντα, να πάμε στην παλλιώστραν,
αν με νιτζιήσης, Χάροντα να πάρεις την ψυσιήν μου.
Σιερκές-σιερκές επκιάσασιν τζιαί πάσιν στην παλλιώστραν.
Τζιαί τζείνοι επαλλιώννασιν τρία ημερονύχτιά.
Τζεί πο' πκιάννεν ο Διενής τα κόκκαλα ελιούσαν,
τζεί πο' πκιάννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν.
Τζεί πο' νωσεν ο Χάροντας ο Διενής νικά τον,
επολοήθην τζιαί λαλεί τζιαί λέει τζιαί λαλεί του·
-Τζιαί χάμνα-χάμνα, Διενή, για να ξαναπκιαστούμεν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν στους ουρανούς εξέην.
- Δοξάζω σε καλέ Θεέ, που 'σαι στα ψιλωμένα,
την δύναμιν που έδωκες τζ' ενίτζησέν μ' εμέναν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν πάνω στην τζεφαλήν του,
τζ' έσγαφφεν με τα νύσια του να βκάλη την ψυσιήν του.
Τζιαί πολοάται ο Διενής του Χάροντα τζιαί λέει:
- Κατέβα που την τζεφαλήν τζιαί πκιάσ' με που το σσέριν
τζιαί δείξε μου την τέντα σου να πά' να μπούμεν μέσα.
Τζιαί πολοάται ο Χάροντας του Διενή τζιαί λέει:
- Όταν την δης την τέντα μου να κουτσαροθυμήσης,
αππέξω τέντα πράσινη, αππέσσω τέντα μαύρη,
τζι' αππέσσω τα τεντόξυλα ένι ματζελλωμένα.
Ο Διενής ψυχομασσιεί τζιαί τρέμει το παλάτιν,
χαρκωματένον πάπλωμαν τζιαί προύντζενον κρεβάττιν.
Αππεξωθκιόν εστέκασιν τρακόσσιοι δκυό νομάτοι,
τζι' ακόμα εφοούντον τον, να παν' να μπούσιν έσσω.
Ένας που τους παρκατώττερους, τέλεια που τους παρκάτους,
άνοιξεν τζ' ενέηκεν τζ' έκατσεν κοντά του.
Τζι' επολοήθην ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Καλώς ήρταν οι φίλοι μας να φαν' να πκιούν μιτά μου
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοούντ' οι φίλοι του τζιαί λέουν τζιαί λαλούν του:
- Εν ήρτασιν οι φίλοι σου να φαν' να πκιούν μιτά σου,
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρταμεν οι φίλοι σου να πης τες αντρεικές σου,
αν ίχως τζιαί πεθάνης, νά έχουμεν τες ξηές σου.
Τζι' επολοήθ' ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
-Κάτσετε τρώτε άρκοντες τζ' εγιώ να εξηούμαι·
Κάτω στο όρος των ορών, τον αρκοκαλαμιώναν,
φίδιν εφανερώθηκεν που μέσ' τον καλαμιώναν,
έγυρεν τζ' εσσαΐττεψεν δεκαοχτώ καμάρες,
έδειξεν τζι' εφανέρωσεν τριάντα τζεφαλάδες·
τζείνον εγιώ το έκαμα αφέλλια στο τηάνιν.
Εφτά βουρκούδκια γέμωσα ούλλον μούττες τζιαί γλώσσες,
οι μούττες εν τους δράκοντες, οι γλώσσες εν τους λιόντες.
Άησ' το που διψώ εγιώ, εδίψασεν τζ' ο μάυρος,
εις τον Αβρίτην ποταμόν Σαρατζηνός ηστέκει.
Στέκουμαι, συλλοΐζουμαι πώς να τον σσαιρετήσω·
εάν του πω, Σαρατζηνέ, εν αντροπή δική μου,
εάν του πω αφέντη μου, εν αντροπή δική του·
άτ' ας τον σσαιρετήσουμε σγιόν πρέπει, σγοιόν τερκάζει.
Γειά σου, γειά σου Σαρατζηνέ, φως τους αντρεικωμένους.
- Καλώς, ήρτεν ο Διενής, το γέλιος τους αθθρώπους.
Ο Διενής καλολοά, τζείνος ξυλιές τον λάμνει.
Τζεί 'πο 'νωσεν ο Διενής, κάτι πικρά θυμώθην.
Τζιαί σούζει το μανίτζιν τζιαί ππέφτει το ραβτάτζιν,
τρεις πιθαμάες σίερον ξύλον όσον εκράτει,
μιάν ττόππουζιά του έδωκεν τζεί πάνω πον' οι νώμοι,
τζ' εξέηκεν η ττοππουζιά, εξηνταπέντε μίλια.
Τρώαν τζ' επίνναν άρκοντες τζ' εππέσαν τα ποτήρκα.
Πολοηθήκαν άρκοντες τζιαί τζα χαμαί που ήταν:
Κάπου στραφτεί, καπού βροντά, κάπου χαλάζι ρίβκει,
κάπου ο Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση.
Επολοήθην ο Θεός που τζεί χαμαί που ήταν.
Μήτε στραφτεί, μήτε βροντά, μήτε χαλάζι ρίβκει,
μίτε Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση·
εν' ττοππουτζιά του Διενή τζι' εξέην τόσον κόσμον.
Τζιαί πολοΰνται άρκοντες που τζει χαμαί που ήταν:
Χαράς τον που την έδωκεν, αλλί τον που την έφαν.
Τζι' ο λόος εν επόσωσεν, μήτε η ομιλία
τζιαί νάσου τον Σαρατζινόν του κάμπου τζι' αναιφαίνει.
Τζει πάνω πον' οι νώμοι του νερόμυλοι γυρίζαν,
πάνω στην τζεφαλλούλαν του περτίτζια κακκαρίζαν
πάνω εις τες μασκάλες του σσύλλοι λαόν βουρούσαν,
πάνω εις τες ραχούλλες του ζευκάρκα αλωνεύκαν
τζεί μέσα στα ρουθούνια του, ζευκάρκα ξησταυλίζαν.


Εν Άγιω Θεόδωρω (Καρπασίας) 1 Αυγ. 1918
Αγαθάγγελος Χ'' Γεώρκι, ετών 45, γεωργός, αγράμματος
Από το βιβλίο που Ξενοφών Π. Φαρμακίδη «Κύπρια Έπη» εν Λευκωσία, 1926
Μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο διαδύκτιο από NOCTOC, 5.09. 2017

ευχαριστώ το ιστολόγιο  NOCTOC για το δάνειο!



11.3.12

Δόμνα Σαμίου, θεματοφύλακας της λαϊκής παράδοσης



ανανέωσε τη λαϊκή παράδοση, μπόλιασε το σύγχρονο μουσικό ελληνικό άκουσμα με καθαρή φωνή, τη δική της, αυτό το αδρό, δωρικό και γεμάτο αίσθημα τραγούδισμά της, διάδωσε προσηλωμένα το δημοτικό τραγούδι, σιγανά και ταπεινά, την ίδια στιγμή που με ξέφρενους ρυθμούς παραδόσεις χάνονταν, μουσικά ιδιώματα αλλοιώνονταν και ξέφτιζαν και το τσιφτετελοσκυλάδικο γκλάμουρ ενέσκυπτε σαν λαίλαπα στα πανηγύρια και στις λαϊκές γιορτές. Μια στιγμή που διήρκεσε σχεδόν σαράντα χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια η κυρία Σαμίου αρχειοθετούσε και έδινε στον κόσμο μουσικά και ποιητικά διαμάντια.
Τεράστια η προσφορά της, τεράστια και η απώλεια. 
Το ευτύχημα είναι ότι έχει αφήσει παρακαταθήκη, εκτός από τα τραγούδια που συνέλεξε και έσωσε, και δυο γενιές μαθητών, λαϊκών μουσικών που αγαπούν και υπηρετούν τη  λαϊκή παράδοση.Έχει δώσει τη σκυτάλη.
Κι ας πλεονάζει  το τσιφτετελομπαρόκ με μεγάφωνα στο διαπασών.

για περισσότερα:
http://n-tomaras.blogspot.com/2012/03/blog-post_11.html

26.2.11

ΧΟΡΕΨΕΤΕ, ΧΟΡΕΨΕΤΕ...



από το cd "Tα Αποκριάτικα"  της Δόμνας Σαμίου
Tούτες οι μέρες το ’χουνε, τούτες οι εβδομάδες
για να χορεύουν τα παιδιά να χαίροντ’ οι μανάδες.
Δώστε του χορού να πάει,
τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Τούτ’ η γης που την πατούμε,
όλοι μέσα θε να μπούμε.
Xορέψετε, χορέψετε, τα νιάτα να χαρείτε,
γιατί σε τούτο το ντουνιά δε θα τα ξαναβρείτε.
Tούτ’ η γης με τα χορτάρια
τρώει νιές και παλικάρια.
Τούτ’ η γης με τα λουλούδια
τρώει νιούς και κοπελούδια.
Xαρείτε νιοί, χαρείτε νιές, χαρείτε παλικάρια,
κι εγώ του Xάρου τού ’βαλα σίδερα στα ποδάρια.
Δώστε του χορού να πάει
τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Τούτ’ η γης που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε
.
Xορέψετε, χορέψετε, παπούτσια μη λυπάστε
μα κείνα ξεκουράζονται τη νύχτα που κοιμάστε.
Bάρ’ τε την με το ποδάρι,
τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Καταμεσής των Απόκρεω μού ήρθε η όρεξη  να κεράσω τους φίλους του μπλογκ αυτό το πασίγνωστο τραγούδι και να τους ευχηθώ με όλη μου την καρδιά να το χορέψουν.
Πρέπει να σας πω ότι όταν το πρωτοάκουσα - και το άκουσα μεγάλη, στα περασμένα μου τριάντα - έπαθα μεγάλο σοκ. Πρώτον γιατί  μέχρι τότε  το  αγνοούσα, και άρα δεν το είχα χορέψει ποτέ, δεύτερον γιατί οι στίχοι του, μέσα στον παροξυσμό του γλεντιού, ένιωθα να με χτυπάν σαν μαχαιριές.
Τι περίεργο, σπάνιο βίωμα! Σαφώς με διονυσιακό άρωμα! Να χορεύεις και να γλεντάς και συγχρόνως να εκστομίζεις μανικά την πιο βαριά αλήθεια που μπορεί να χωρέσει ανθρώπου νους: τη θνητότητα.
Η ιδιότητα της θνητότητας δεν αφορά τόσο τον θνήσκοντα, γιατί εκείνος είναι πια κατειλημμένος από  το βίωμά της αλλά δεν θα μπορέσει να το μοιραστεί ποτέ με τους ζωντανούς. Αφορά τον "θανούμενον", αυτή τη ζωντανή ύπαρξη που ξέρει ότι πορεύεται προς το τέλος της. Δεν ξέρει πώς, δεν ξέρει πότε, δεν ξέρει γιατί. Ξέρει μόνο  πού: στο χώμα, στη γης. 
Η λέξη "θνητός", που χρησιμοποιούμε όλοι εμείς σήμερα για να προσδιορίσουμε ότι είμαστε περαστικοί και προσωρινοί στον κόσμο, είναι παρ'  όλα αυτά μια λέξη ελαφρώς ευπρεπισμένη. Ο αρχαίος, όχι επειδή ήταν λιγότερο ευπρεπής, αλλά προφανώς γιατί διέθετε ακριβέστερες εκφράσεις στη γλώσσα του, και πιθανόν και διαυγέστερη αντίληψη στα περί του θανάτου, τον θανούμενο τον αποκαλεί "βροτό":           ("αυτός στον οποίον ενυπάρχει το να πεθαίνει") εκ του βιβρώσκω που σημαίνει τρώγω. Μ'  αυτή την έννοια υπάρχει σαφώς παθητική σημασία στη λέξη, γιατί δηλώνει το πεπρωμένο του σώματος που θα φαγωθεί. Από τι; Μα από τη γη, το λέει και το τραγούδι.
Σε αντίθεση όμως με τον βαρύ πεσιμισμό του ανατολίτη, που παραδίδεται στο 'γραμμένο"(το κισμέτ του μουσουλμάνου, αλλά και το κάρμα του ινδουιστή), ο Έλληνας υπέροχα όσο και τραγικά, διαλέγει μια άλλη στάση: ορθώνεται στα δυο του πόδια και χορεύει πάνω στο μεγάλο δέος που θα τον καταπιεί. Κι ενώ χορεύει, αντιστεκόμενος στη βαρύτητα, αναγνωρίζει τη θνητότητά ΤΟΥ, όχι γενικά και φιλοσοφικά, αλλά αυστηρώς προσωπικά, γνησίως υπαρξιακά.
Αυτή η έκ-σταση,  φερμένη μέσω μιας παράδοσης διονυσιακού οίστρου και χωνεμένων μέσα στο χριστιανισμό τελετουργιών, είναι από τα πολυτιμότερα στοιχεία που διαθέτουμε στο λαϊκό μας πολιτισμό και όχι μόνον. Ας την αποζητήσουμε, πέρα από τη φτήνια του τσιφτ-ευτελισμού. Και κόντρα στον περιρρέοντα ύπουλο φόβο για το μέλλον που μας στερεί κάθε ψυχική ανάταση. 
Καλούς χορούς! Βαρ' τε το χώμα!
jiagogina


29.1.11

το Πολύτιμο Εσύ: ΨΕΥΤΗ ΚΟΣΜΕ


ΚΟΣΜΕ ΧΡΥΣΕ

Κόσμε χρυσέ, κόσμ' αργυρέ,
κόσμε μαλαματένιε,
κόσμε και ποιος σε χάρηκε
και ποιος θα σε κερδίσει,
ψεύτη κόσμε.
Εγώ 'μαι που σε γλέντησα
και 'γω θα σε κερδίσω,
ψεύτη κόσμε.
Πεζός περπάτουν στα βουνά,
στους κάμπους καβαλάρης,
ψεύτη κόσμε.
**********************
Εδώ έχουμε ένα τραγούδι "ριζίτικο"
Θα προσπαθήσω να το πλησιάσω, ορίζοντας αρχικά τα αντικρουόμενα αισθήματα που μου γεννά, εμένα του αμύητου αναγνώστη και ακροατή, καθόλου γνώστη της ιστορίας των ριζίτικων τραγουδιών ή της ιδιοπροσωπίας των Κρητικών, και δίνοντας λέξεις στις συνεπακόλουθες σκέψεις.
Η επαφή μου με το στίχο αυτό ήταν εξ αρχής μέσω της μουσικής. Άκουσα λοιπόν μια φωνή, απ'  αυτές που σου συνταράσσουν τα σωθικά, του Νίκου Ξυλούρη εννοώ, κατά τα χρόνια της εφηβείας μου, επί δικτατορίας. Τότε κυριάρχησε μέσα μου η φωνή και η - αναλλοίωτη, μέχρι και σήμερα - γοητεία της. Ο στίχος πέρασε από μέσα μου ξώφαλτσα, συνοδευόμενος από ένα τεράστιο ερωτηματικό. Ο ψεύτης κόσμος πιθανώς, υπέθετα, συνδέεται με τα ψέματα που μας τάϊζε και μας πότιζε η δικτατόρια (;). Μέχρις εκεί.
Το τραγούδι το βρήκα μπροστά μου πριν λίγο καιρό στα πλαίσια εκπαιδευτικής εργασίας. Και στάθηκα πάλι μπρος του με το ίδιο δέος και την ίδια αμηχανία: μια "μεγάλη", "σπλαχνική", φωνή, που αποπνέει ελεύθερο ορίζοντα και ύψος - ύψος βουνίσιο - μια φωνή που δεν έχει ίχνος συναισθηματισμού, αλλά απλώς κρούει τον αέρα, μια φωνή που ακούγοντάς τη καταλαβαίνεις ότι δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά σέρνει πίσω της μια ιστορία, ιστορία ήχων και παθών, συνηθειών και τρόπων πολύ παλιών, μια φωνή τέτοια λοιπόν που απευθύνει το λόγο σε δεύτερο πρόσωπο στον Κόσμο. Το Εγώ της φωνής κοιτάει καταπρόσωπο το Εσύ του Κόσμου, ίσος προς ίσον, με απόλυτη ισοτιμία. Από μόνο του συγκλονιστικό το άκουσμα.
Ο λόγος, απόλυτα υποταγμένος στην προσωδία του μέλους, όπως σε όλα τα δημοτικά τραγούδια, τοξεύει κατ' ευθείαν, χωρίς υπεκφυγές το σκοπό του με δωρική απλότητα - κι αυτό μάλλον δεν είναι μόνον ένα σχήμα λόγου, αν δεχτούμε την άποψη ότι αυτοί οι Κρήτες των βουνών είναι μακρινοί απόγονοι των Δωριέων.
Πράγματι, στο ποίημα υπάρχει φειδώ εκφράσεων που γίνεται ακόμη πιο έντονη από τα μοτίβα των επαναλήψεων. Η μόνη "σπατάλη" είναι στα επίθετα του Κόσμου:  χρυσός, αργυρός και μαλαματένιος. Τρία επίθετα απανωτά, αξιοσημείωτο για την οικονομία ενός δημοτικού τραγουδιού!
Η σωρευτική χρήση των επιθέτων όμως έχει το σκοπό της. Είναι ο δείκτης πολυτιμότητας του Κόσμου. Του Ενός Κόσμου, που όμως ο ποιητής τον επικαλείται τρεις φορές με τα επίθετά του, ως τρισυπόστατη οντότητα. Χρυσός, αργυρός και μαλαματένιος. Γίνεται εδώ άραγε υπαινιγμός για τον υλικό πλούτο ή μήπως πρόκειται για μια μεταφορά της πολυτιμότητας της ζωής;
Στο ερώτημα το δικό μου προστίθεται και το σκοτεινό ερώτημα του τραγουδιστή: "ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει;", όπου γίνεται, με την προσωποποίηση του Κόσμου, μια πύκνωση λόγου στο συμβολικό επίπεδο. Γιατί πώς "χαίρεται" ή "κερδίζει" κανείς τον Κόσμο; Τη στιγμή μάλιστα που ο ποιητής τον αποκαλεί "ψεύτη" στην κορύφωση του μέλους, αμφισβητώντας την αρχική του αποστροφή προς την πολυτιμότητά του;
Έρχεται μια αναπάντεχη απάντηση στη συνέχεια: "Εγώ είμαι που σε γλέντησα, Εγώ θα σε κερδίσω"! Στο Εσύ αντιπαρατίθεται το Εγώ σε μια κατά πρόσωπο προκλητική αντιπαράταξη. Παρότι ο Κόσμος δεν κερδίζεται, ως ψεύτης που είναι, ο ποιητής δεσμεύεται να υπερβεί την αντίφαση αυτή με δύο δηλώσεις: α) σε γλέντησα, πολύ μεγαλύτερης βαρύτητας ρήμα από το αρχικό "χάρηκε", και β) ΘΑ σε κερδίσω. Το σχήμα της πρώτης στροφής επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα: 
αόριστος χρόνος: "χάρηκε / γλέντησα" 
και μέλλων: "θα σε κερδίσει / κερδίσω".
Ωστόσο, πάλι η κατακλείδα "Ψεύτη Κόσμε", έρχεται να σκιάσει την βαρύτητα της δήλωσης, που θα επαναληφθεί και στο τέλος της τρίτης στροφής. 
Τέλος, και ολοκληρώνω με τη δομική περιγραφή, ο ποιητής φαίνεται να εξηγεί το γιατί το παρελθόν του καθορίζει το μέλλον του, δηλαδή πώς οι εμπειρίες του παρελθόντος προοικονομούν το κέρδισμα του Κόσμου: "πεζός περπάτουν στα βουνά / στους κάμπους καβαλάρης ". Εδώ έχουμε  σχήμα χιαστό: πεζός / καβαλάρης, βουνά / κάμπους. Ο χρόνος, Παρατατικός, δείχνει την επαναλαμβανόμενη πράξη, με τη σωρευμένη εμπειρία που συνεπάγεται. Το χιαστό συνθέτει τις εικόνες, αλλά αναδεικνύει και το δρων πρόσωπο: περπάτουν (=στεκόμουν στα δύο μου πόδια, βάδιζα) ή (ήμουν) καβαλάρης (=ίππευα, ήμουν κυρίαρχος του α-λόγου).
***
Δε θα ήθελα να προχωρήσω σε "ερμηνεία" του ποιήματος, ο ποιητικός λόγος, είναι πανταχόθεν ανοιχτός σε πολλαπλές αναγνώσεις. Απλώς θα ήθελα να ανοίξω κι εγώ ένα παράθυρο ανάγνωσης, έχοντας το διαμάντι αυτό του λόγου οδηγό. 
Το κρίσιμο ερώτημα, νομίζω, είναι: ποιος, τι, είναι αυτός ο Κόσμος; Ποια τα στοιχεία, ποια η φύση του, ποια η μορφή του; Επανέρχομαι στο "πολύτιμο Εσύ" του Κόσμου. Χρυσός = ο Κόσμος της μέρας / ο ηλιακός Κόσμος, Αργυρός = ο Κόσμος της Νύχτας / ο Σεληνιακός Κόσμος, Μαλαματένιος = κατασκευασμένος πολύτιμος (γιατί το μάλαμα δεν σημειολογεί την ποιότητα του ορυκτού, αλλά την κατασκευασμένη του αξία). Άρα η πολύτιμη ύπαρξη του Κόσμου έγκειται στη συνεχή του κυκλική εναλλαγή από τη μέρα στη νύχτα, από την ηλιακή στη σεληνιακή όψη. Η φύση, λοιπόν,  του Κόσμου δεν είναι μόνο Τόπος, αλλά και Χρόνος. Ο Χρόνος όμως είναι ο μεγάλος προδότης της ζωής, καθώς εμπεριέχει τη φάση του θανάτου, της φθοράς, της λήθης. Επομένως, ο Κόσμος, ως Τόπος και Χρόνος, είναι ισοδύναμα πολύτιμος και ψεύτης, μέσα στην αντινομία του.
Όπως ο Διγενής - ο αρχέτυπος τραγικός πολεμιστής - έτσι κι εδώ ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τον Κόσμο ως εκφραστή της φθαρτότητας, του Χάρου. Η πρόθεση μάχης είναι κοινή. Και η τραγική υπόσταση επίσης. Αυτό που θέλω μόνο να επισημάνω ως διαφορά ποιητικού ήθους του ριζίτικου σε σχέση με το ακριτικό τραγούδι είναι ότι εδώ το ποιητικό πρόσωπο έχει γυρισμένη την πλάτη σ'  ένα παρελθόν ζωντανής μνήμης, βιωμένης, χορτάτης - με την έννοια του Καζαντζάκειου Ζορμπά - ζωής (έχοντας μάλιστα επιλέξει έναν προσωπικο δρόμο πορείας, που αντίκειται στην κοινή λογική: στην ανηφόρα πάει πεζός και στο ίσιωμα καβαλάρης), και δεν παζαρεύει μέρες. Έχει, παράλληλα, στραμμένο το πρόσωπο στην αναπόφευκτη ήττα του και καταφάσκει με το αυτεξούσιο που του προσφέρει το ανάστημά του στη ζωή, η όρθια στάση και το βάδισμα (περπάτουν) στον Τόπο-Κόσμο, και η αυτοκυριαρχία (καβαλάρης). Ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, σ'  αυτό το μη-χρόνο που είναι ο Ενεστώς (ο οποίος απουσιάζει σοφά από το ποίημα), στέκει και τραγουδά.
  

17.1.11

η λαχτάρα του Ανδρόγυνου: δυο εκδοχές


Πρόκειται για ένα τραγούδι από τη Μικρά Ασία.

Το θέμα  τυπικό στη λαϊκή παράδοση (και όχι μόνο): η αποπλάνηση, η γητεία, η αρχέγονη ερωτική διεκδίκηση - σε κάθε εποχή με διαφορετικά σύμβολα και  σκηνοθεσία. Η σκηνοθεσία εδώ απλή: το νέο κορίτσι, ο άντρας κι ανάμεσά τους ένα παράθυρο. Λαογραφικά και κοινωνιολογικά ερμηνεύεται αυτή η εμμονή του λαϊκού ποιητή να καλεί το κλειστό παράθυρο ν'  ανοίξει ή την αγαπημένη μορφή να βγει έξω για να τη δει: η νεαρή κοπέλα είναι μέσα στο σπίτι και εκεί θα παραμείνει μέχρι το γάμο της, "κρυμμένη" ως μυστικιστικό δώρο. Η συμβολική τουπαραθύρου όντως εμπεριέχει μια τέτοια μυστικιστική αίγλη, είτε με την απόκρυψη, είτε με την αποκάλυψη της ομορφιάς και την εκπλήρωση του πόθου. Κι αυτό ας το συσχετίσουμε με το δισυπόστατο της ανθρώπινης οντότητας, το κατά Γιουγκ animus-anima.
Εν πάση περιπτώσει στο συγκεκριμένο ποίημα θα ήθελα να επισημάνω δυο - τρία πραγματάκια που νομίζω πως ξεκλειδώνουν λίγο το "παράθυρό" του. Το πρώτο είναι ότι πρόκειται για έναν διάλογο, λιτό και ιδιαίτερα αφαιρετικό, επαναλαμβανόμενο στο ίδιο μοτίβο, όπως συμβαίνει πάντα στη λαϊκή ποίηση, διάλογος που σε πρώτη ματιά φαίνεται ατελέσφορος και στατικός: ο άντρας καλεί την κοπέλα να βγει στο παράθυρο, ώστε να δει α) τα μαλλιά της, β) τα φρύδια της και γ) τα μάτια της (την στροφή με τα μάτια τη βρήκα μόνο στην καταγραφή του Σίμωνα Καρά). 
Το δεύτερο είναι ότι η κοπέλα συναγωνίζεται τον επίδοξο εραστή σε παρρησία και τόλμη. Στην κάθε ερώτηση απαντά πανομοιότυπα, με ερώτηση ρητορική κι αυτό καθιστά την απάντησή της ιδιαίτερα κρυπτογραφημένη. Στην απάντηση - ερώτησή συνυπάρχουν ταυτόχρονα η έλξη και η άπωση, η άρνηση και η κατάφαση,  δεν προσφέρεται αμαχητί ως Ιουλιέτα στον Ρωμαίο της, αλλά παίζει με μαεστρία το ερωτικό κρυφτό. 
Πώς προκύπτει ότι η anima ενδίδει σταδιακά, αλλά κατά τρόπο κατακτητικό;  
Η έκκληση είναι "να δει¨" ο ερωτευμένος μέσα από το παράθυρο το κρυμμένο πρόσωπο. Κάθε φορά καλεί την αγαπημένη να φανερώσει όλο και πιο πολύτιμα μυστικά του προσώπου. Από τα μαλλιά και τα φρύδια αναζητά τη θέαση των ματιών που σηματοδοτούν και την ολοκλήρωση της ερωτικής παράδοσης. Η κοπέλα - anima προφανώς ανταποκρίνεται στο σταδιακό αίτημα, αλλα΄όχι παθητικά: αντεπιτίθεται ερωτικά, υποδαυλίζοντας την ερωτική λαχτάρα και  υπογραμμίζοντας τις ιδιαίτερες ποιότητες της ομορφιάς της και την αυτάρκειά της: με χρήση μεταφοράς τα μαλλιά γίνονται "μετάξι της Προύσας" (αναφορά στην αίσθηση της αφής, εκτός από αυτή της όρασης), τα φρύδια "σπαθιά ξεγυμνωμένα" (ιδιαίτερης ποιητικής τόλμης μεταφορά που σχετίζεται με τη συνολική διέγερση του θυμικού και των αισθήσεων, ακόμα και του φόβου, και υποδηλώνει την κρυμμένη αρρενοθήλεια ύπαρξη) και τα μάτια "αρτακιανές ελίτσες (μεταφορά που παραπέμπει πλέον στη γεύση, στο στόμα δηλαδή και, άρα,  δολίως στο φιλί). Η ομορφιά της anima είναι ένα σύμπαν αισθήσεων και αισθημάτων και το προσφέρει κρυπτόμενο στο animus. 
Σκοπός και τελούμενο: η ευωχία της Ένωσης του Ανδρόγυνου.
Χάρμα ώτων και οφθαλμών: η επίτευξη του μέτρου, η ισορροπία των αναλογιών και η γεωμετρία του λαϊκού λόγου, που απετέλεσε για αιώνες  δημιουργικό άξονα του Ελληνισμού.
=============


===========================
KΥΡΑ Μ’ ΚΙ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΑ
Κυρά μ' κι αρχοντόπουλα μ',
συ είσ' αρχόντισσα.
'Έβγα στο παραθύρι
τα μαλλάκια σου να διώ,
να διώ γιατί θα τρελαθώ.
-Τί θες απ' τα μαλλάκια μ',
βρε διαβολ'γιέ
της Προύσας το μετάξι
δεν είδες, διαβολ'γιέ ;
-Μα δεν είδα, κυρά μ' ποτέ.
-Κυρά μ' κι αρχοντόπουλα μ',
συ είσ' αρχόντισσα.
'Έβγα στο παραθύρι
τα φρυδάκια σου να διώ,
γιατί γιατί θα τρελαθώ
-Τί θες απ' τα φρυδάκια μ',
βρε μαργιολογιέ,
σπαθιά ξεγυμνωμένα
δεν είδες διαβολ'γιέ;
-Μα δεν είδα, κυρά μ' ποτέ.

-Κυρά μ' κι αρχοντόπουλα μ',
συ είσ' αρχόντισσα.
'Έβγα στο παραθύρι
τα ματάκια σου να διώ,
γιατί γιατί θα τρελαθώ
-Τί θες απ' τα ματάκια μ',
βρε μαργιολογιέ,
αρτακιανές ελίτσες
δεν είδες διαβολ'γιέ;
-Μα δεν είδα, κυρά μ' ποτέ.

΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄
Να κι ένα λαϊκό γερμανικό ποιήμα, μελοποιημένο από τον Μπραμς με  

ενδιαφέρουσες αντιστοιχίες. Το μεταφράζω αυτοσχέδια:

Vergebliches Standchen”: μάταιη καντάδα

Εκείνος:

Καλησπέρα, θησαυρέ μου,


μικρούλα μου, καλησπέρα!


Σ’ αγαπώ κι ήρθα κοντά σου,


άνοιξέ μου για να μπω!



Εκείνη:

Ειν’ η πόρτα κλειδωμένη


δε σ’  αφήνω για να μπεις.


η μαμά μου μ’  ορμηνεύει


αν σ’  αφήσω για να μπεις


τότε θα ‘μαι πια χαμένη



Εκείνος:

Κάνει κρύο κι είναι νύχτα


κι ο αέρας παγερός


θα παγώσει η καρδιά μου


η αγάπη μου θα σβήσει


άνοιξε όσο είναι καιρός!        



Εκείνη:

Η αγάπη σου ας σβήσει,


άφησέ τη κι ας σβηστεί!


Τώρα εσύ να πας στο σπίτι


να ησυχάσεις απ’  τα βάρη!


Καληνύχτα, παλικάρι!
Καλή ακρόαση!
jiagogina






1.1.11

ΚΟΡΑΣΙΝ ΕΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ: δυο εκδοχές και μια άποψη

ΚΟΡΑΣΙΝ ΕΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ
από τις "Παραλογές" της Δόμνας Σαμίου.

ΚΟΡΑΣΙΟΝ ΕΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ
από το αρχείο του Σίμωνα Καρά, "τραγούδια της Προποντίδας και της Κωνσταντινούπολης".

Τραγουδά ο ίδιος
Ιδού δυο εκδοχές αυτής της εξαίσιας παραλογής, που κατά την εκτίμησή μου πρέπει να είναι πάρα πολύ αρχαία:

Kοράσιν ετραγούδαγε σ’ ένα ψηλό παλάτι
κι επήρ’ αγέ- κι επήρ’ αγέρας τη φωνή,
κι επήρ’ αγέρας τη φωνή στα πέλαγα, στα πέλαγα την πάει.
Kι όσα καράβια τ’ άκουσαν όλα πανιά εμαϊνάραν.
Kι ένα καράβι της φιλιάς, καημένο της αγάπης,
ούτε μαϊνάρει τα πανιά ούτε τα παίρνει κάτου,
τα μπάσο μούδο1 τα ’ριξε και στη φωνή πηγαίνει.
- Kόρη μ’ άλλαξε το σκοπό και πες άλλο τραγούδι.
- Kαι πως ν’ αλλάξω το σκοπό, να πω άλλο τραγούδι,
εγώ κι αν ετραγούδησα γιά μοιρολόι το ’πα:
έχω άντρα στην ξενητειά, έχω αδελφό στα ξένα
κι ο άντρας μ’ βαριαρρώστησε και γιατρικά γυρεύει,
θέλει νερό απ’ τον τόπο του και μήλ’ απ’ τη μηλιά του,
σταφύλι από το κλήμα του οπο’ ’χει στην αυλή του.
Όσο να πάγω για νερό να φέρω και το μήλο,
ο άντρας μου ξαρρώστησε κι άλλη αγάπη πήρε.
Κάνω να τον καταραστώ και πάλι τον λυπούμαι.
Από ψηλά να γκρεμιστεί στα χαμηλά να πέσει
κι γης ξουράφια να γενεί και να τον πετσοκόψει.
Κι εγώ διαβάτης να γενώ κι από ’κει να περάσω.
Καλώς τα κάνετε γιατροί, καλώς τα πολεμάτε,
’κονίστε τα μαχαίρια σας, κόφτε και μη λυπάστε.
Έχω πανί στον αργαλειό σαράντα πέντε πήχες,
τις δέκα τ’ς έχω για ξαντό, τις δέκα για φιτίλι
και τ’ς άλλες τ’ς αποδέλοιπες να δένει τις γιαράδες.2


1. τα μπάσο μούδο τα 'ριξε: τα έδεσε χαμηλότερα
2. γιαράδες: πληγές

Και στις δύο τραγουδιστικές εκδοχές η ιστορία παραποιείται, γιατί δεν τραγουδιέται ολόκληρη η παραλογή και έτσι χάνεται το αφηγηματικό νήμα και ο ποιητικός στόχος της. Ωστόσο χάρις στη δισκογραφία σώζεται το τραγούδι  και εμείς, διά μέσου του mp3, αποκτούμε, δόξα τω θεώ, πρόσβαση στο τραγούδι. Πώς να γίνει; Δεν καθόμαστε πια σε τάβλες να τραγουδάμε, με πιοτά, φαΐ και χορό, παίρνοντας και δίνοντας τις δονήσεις των ήχων άμεσα και βιωματικά... Όσοι, όπως εγώ, δεν έχουμε αναφορές τέτοιες, είμαστε καταδικασμένοι να αποκτούμε πρόσβαση σε αυτούς τους θησαυρούς με εγκεφαλικό, λόγιο τρόπο. Για τούτο ας μου συχωρεθεί η φιλολογική προσέγγιση. 
Την παραλογή την ανακάλυψα τελευταία, στα πλαίσια εργασίας μου. Το πρώτο που με σαγήνεψε είναι η βαθιά συγκινημένη και δωρική ερμηνεία της Σαμίου. Απ'  αυτή τη θέλξη παρακινημένη άρχισα να ψηλαφώ το τραγούδι. Έμαθα και να το τραγουδώ (με πολλή προσπάθεια, πρέπει να ομολογήσω). Τα ποικίλματα αυτά δεν ήταν εύκολα προσβάσιμα από το αστικό αυτί μου. Σημασία όμως έχει ότι εργάστηκα ακουστικά. Με αυτή την έννοια ακολούθησα τον παραδοσιακό δρόμο της προφορικότητας, έστω διά ψηφιακών χειλέων. 
Το δεύτερο που με συγκίνησε είναι το τραγούδι αυτό καθ' αυτό ως σύνθεση: ένα μοιρολόϊ  με εκπληκτική εναλλαγή μελισμάτων μακρών και βραχέων φθόγγων, με υπέροχες οξείες, βαρείες και περισπωμένες, με δασείς και ψιλούς φθόγγους και εναλλαγές ρυθμικές, τέτοιες που δεν καταπίνουν τον λόγο, αντίθετα  τον αναδεικνύουν ως ποίηση. Ο απόηχος του αρχαίου μέλους είναι, νομίζω, δυνατός. Κι απόλυτη η ισοδυναμία μεταξύ μέλους και λόγου.
Το τρίτο που με συνεπήρε ήταν το ποίημα  καθ'  αυτό. Πρόκειται για ένα τραγούδι ερωτικής απιστίας και συζυγικής εγκατάλειψης που ξετυλίγεται με αφήγηση, διάλογο και μονόλογο, αλλά χωρίς περιγραφή συναισθημάτων. Γι'  αυτό και βρίσκει, μάλλον αποκαλύπτει, το στόχο του καθ' οδόν. Στην τραγουδιστική εκδοχή της Σαμίου το κέντρο του τραγουδιού και του ποιήματος φαίνεται να είναι το γεγονός του ξενιτεμού του συζύγου και της επακόλουθης δυστυχίας της συζύγου, που δεν είναι παρά ένα "κοράσι".  Το σύμπαν τριγύρω, έμψυχο, μετέχει του καημού της κοπέλας: ο άνεμος μεταφέρει το τραγούδι, τα πλοία το ακούν και φεύγουν, ένα μόνο την συμπονά και κάνει διάλογο μαζί της. Το κοράσι μιλάει: "Έχω άντρα στην ξενιτιά". Η μόνωσή της καταλύεται.  
Όμως η ιστορία  είναι  πιο περίπλοκη: ο άντρας της νεαρής κοπέλας, που ο αδερφός της λείπει,   αρρωσταίνει και ζητά  ως "φάρμακα" νερό και φρούτα (το μήλο και το σταφύλι έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική) του τόπου του. Κι εδώ γίνεται η πρώτη μεγάλη αφηγηματική ανατροπή: ενώ η σύζυγος συλλέγει τα μαγικά φάρμακα της αρρώστιας, εν τη απουσία της, ο άντρας  ερωτεύεται άλλη.
Αλλά το μοτίβο του τραγουδιού τώρα μόλις αρχίζει να ξεκαθαρίζει: δεν είναι μόνο η προδοσία του συζύγου και η εγκατάλειψη του κορασιού, αλλά και ο αντίκτυπος αυτού του γεγονότος στον ψυχικό κόσμο της, ο οποίος χαρτογραφείται με ισοδύναμες αντιθετικές εικόνες. Τα μόνα ρήματα που παραπέμπουν σε συναισθήματα είναι: "κάνω να τον καταραστώ" και "λυπάμαι". Η ιδιότητα των δύο ρημάτων αυτών δεν έχει τίποτα το λυρικό, είναι καθαρά επική και δίνει τον άξονα των αντιθέσεων που διαγράφονται παρακάτω μέσα από την αφήγηση και την περιγραφή. Χωρίς ίχνος λυρισμού και με καθαρά δραματικά μέσα εκτίθενται τα ακραία σημεία της μεγάλης ψυχικής σύγκρουσης, που δίνει στο Κοράσι  μια ολοκληρωμένη ψυχογραφική ταυτότητα. Θα τολμούσα να πω, μια και η ακραία σύγκρουση προθέσεων και αισθημάτων είναι το βασικό υλικό της σύγχρονης ψυχογραφίας, ότι εδώ έχουμε έναν ολοκληρωμένο τύπο ψυχογραφήματος,  πρώιμο, γεωμετρικό στην κατασκευή του, αλλά και εξαιρετικά μοντέρνο.
Η καταγωγή του τραγουδιού με το θέμα αυτό της απατημένης γυναίκας  νομίζω ότι θα πρέπει να συνδεθεί με σχετικούς αρχαιοελληνικούς μύθους και με ανάλογες απατημένες τραγικές ηρωίδες. Θυμίζω επιγραμματικά: Μήδεια, Διηάνειρα, αλλά και Αριάδνη...
Θαυμάστε το τραγούδι: τη λιτότητα και την οικονομία του, την πυκνότητα του λόγου που γίνεται έως αφαιρετικός, αλλά και την βαθιά συγκίνηση του μέλους.
jiagogina


4.12.10

ΞΗΜΕΡΩΣΕ Η ΑΝΑΤΟΛΗ

(αναζητώντας  κοινούς τόπους και τύπους...)
jiagogina

Ξημέ- ξημέρωσε η ανατολή και χάραξε η δύση,
παίρνει, παίρνει κι ο νιος το μαύρο του, πάει να τον ποτίσει.
Στο δρό- στο δρόμο οπού πήγαινε Θεόν παρακαλούσε:
- Αχ Θεέ, Θεέ μου να, αχ Θεέ μου να την έβρισκα,
Θεέ μου να την εύρισκα την αγαπώ στη βρύση, 
να τσ’ έδινα να μου ’πλενε και να μη με γνωρίσει.
Έτσι που παρακάλεσε, έτσι πηγαίν’ τη βρiσκει,
σαράντα τάσια έσυρε, στα μάτια δεν την είδε
κι απάνω στα σαράντα δυο τη βλέπει δακρυσμένη.
- Kόρη μου ποιος σε βούρκωσε και είσαι δακρυσμένη;
- Έχω άντρα στην ξενητειά τώρα δώδεκα χρόνια
ακόμα δυο τον καρτερώ και τρείς τον απαντέχω.
- Kόρη εγώ ’μαι ο άντρας σου, εγώ ’μαι κι ο καλός σου.

- Aν είσαι συ ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
πες μου σημάδια του σπιτιού κι έτσι να σε πιστέψω.
- Έχεις δεντρί στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου.
- Περαστικός επέρασες τα είδες και τα ξέρεις. 
Αν είσαι συ ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
πες μου σημάδια του κορμιού κι έτσι να σε πιστέψω.
- Έχεις ελιά στο πόδι σου κι ελιά στην αμασχάλη,
καταμεσίς στο στήθος σου τ’ άστρι και το φεγγάρι.
- Tότε εσύ ’σαι ο άντρας μου εσύ ’σαι ο καλός μου.



μαζί ένα απόσπασμα :η αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη:
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Ψ
(155-217)
..και φόρεσε χιτώνα κι όμορφη χλαμύδα, κι η Παλλάδα
απ᾿ το κεφάλι ως κάτω του 'χυνε πολλή ομορφιά, να δείχνει
σαν πιο γεμάτος, πιο αψηλόκορμος, κι από την κεφαλή του
μαλλιά κρεμούσε σαν τα ολόσγουρα του ζουμπουλιού λουλούδια.
Πως χύνει απά στο ασήμι μάλαμα καλός τεχνίτης, που 'χει
απ᾿ την Παλλάδα και τον Ήφαιστο περίσσιες τέχνες μάθει,
κι είναι ό,τι φτιάξει μαστορεύοντας όλο ομορφιά και χάρη —
όμοια κι εκείνη χάρη του 'χυνε στην κεφαλή, στους ώμους,
κι απ᾿ το λουτρό θαρρείς αθάνατος ξεπρόβαλε στην όψη.
Κι ως πίσω στο θρονί του εκάθισε, που λίγο πριν καθόταν
αντικριστά με τη γυναίκα του, κινούσε λόγια κι είπε:
«Καημένη, απ᾿ όλες όσες βρίσκουνται γυναίκες μόνο εσένα
οι αθάνατοι του Ολύμπου αμάλαγη καρδιά στα στήθη έβαλαν!
Δε βρίσκεται άλλη τόσο αλύγιστη γυναίκα, να τραβιέται
μακριά απ᾿ τον άντρα της, που ως έσυρε στα ξένα μύρια πάθη,
στα είκοσι χρόνια ξαναγύρισε στη γη την πατρική του.
Μον᾿ έλα, καλομάνα, στρώσε μου την κλίνη, να πλαγιάσω
μονάχος καν, τι τούτη σιδερή καρδιά στα στήθη κρύβει.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη του απηλογήθη κι είπε:
«Καημένε, δε μεγαλοπιάνουμαι κι ουδέ αψηφώ κανένα
κι ουδέ ξαφνίζουμαι᾿ τη θύμηση κρατώ πως ήσουν τότε,
σαν έφευγες με το μακρόκουπο καράβι απ᾿ την Ιθάκη.
Μον᾿ έλα, Ευρύκλεια, το κλινάρι του γοργά να στρώσεις όξω
απ᾿ την καλόχτιστή μας κάμαρα, που 'χε μονάχος χτίσει'
όξω τη στέρια κλίνη σύρτε του, και βάλτε και στρωσίδια,
φλοκάτες και προβιές και λιόφωτα να σκεπαστεί σεντόνια.»
Αυτά είπε εκείνη δοκιμάζοντας τον άντρα της, μα τούτος
συχύστη κι είπε στη γυναίκα του τη γνωστικιά αναμμένος:
«Γυναίκα, αλήθεια, αυτός ο λόγος σου μες στην καρδιά με αγγίζει!
Ποιος το κλινάρι μετασάλεψε; Καλός τεχνίτης να 'ταν,
και πάλε θα του 'ρχόταν δύσκολο! Μόνο θεός μπορούσε,
αν ήθελε, να 'ρθεί κι ανέκοπα να το μετασαλέψει.
Μα απ᾿ τους θνητούς που ζουν δε γίνεται τη θέση να του αλλάξει
κανείς, κι ας είναι απά στα νιάτα του᾿ το τορνευτό κλινάρι
τρανό σημάδι κρύβει᾿ τα 'φτιαξαν τα χέρια τα δικά μου.
Φύτρωνε δέντρο, ελιά στενόφυλλη, μες στον αυλόγυρο μας,
ξεπεταμένο κι ολοφούντωτο, χοντρό σα μια κολόνα.
Και πήρα κι έχτισα τρογύρα του την κάμαρα με πέτρες
πυκνές ως πάνω, και τη σκέπασα καλά καλά με στέγη'
κι αφού της πέρασα πορτόφυλλα καλαρμοσμένα, στεριά,
έκοψα απάνω της στενόφυλλης ελιάς κλαδιά και φούντα,
και τον κορμό απ᾿ τη ρίζα κλάδεψα, προσεχτικά, πιδέξια
με το σκεπάρνι πελεκώντας τον, με στάφνη ισιώνοντας τον,
κλινόποδο να γένει, κι άνοιξα με το τρυπάνι τρύπες.
Κει πάνω το κλινάρι εστήριξα, καλά πλανίζοντας το,
και με το μάλαμα το πλούμισα, το φίλντισι, το ασήμι!
τέλος λουριά από βόδι ετάνυσα, που απ᾿ την πορφύρα άστραφταν.
Το μυστικό σου το φανέρωσα σημάδι, μα δεν ξέρω
αν το κλινάρι ακόμα στέκεται, γυναίκα, για κανένας
το λιόδεντρο απ᾿ τη ρίζα του 'κοψε και του άλλαξε τη θέση.»
Αυτά είπε, κι εκείνης τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά της,
τ᾿ αλάθευτα σημάδια ως γνώρισε στα λόγια του Οδυσσέα'
και χύθη ομπρός θρηνώντας, έριξε τα δυο της χέρια γύρω
στυυ αντρός της το λαιμό, του φίλησε την κεφαλή και του 'πε:
«Μη μου κακιώνεις! Σέ όλα το 'δειξες το πιο ξύπνο πως έχεις
μυαλό, Οδυσσέα! Μα αλήθεια βάσανα πολλά οι θεοί μας δώκαν,
που ζούλεψαν και δε μας αφήκαν τη νιότη να χαρούμε
ο ένας του άλλου και να γεράσουμε μαζί συντροφεμένοι.
Όμως αλήθεια μην οργίζεσαι και μη χολιας μαζί μου,
που μόλις σ᾿ είδα, την αγάπη μου δε σου 'δειξα σαν τώρα'
ποτέ η καρδιά μαθές στα στήθη μου δεν έπαψε να τρέμει,
μην έρθει κάποιος με τα λόγια του θνητός και με πλανέσει'
τι άνομα κέρδη να σοφίζουνται πολλούς θα βρεις στον κόσμο.

30.11.10

ΑΧ, ΜΑΡΟΥΛΙ: δύο ερμηνείες


και μια άλλη εκδοχή:



ΑΧ. ΜΑΡΟΥΛΙ
Αχ, ο μισεμός είναι καημός,
το κατευόδιο ζάλη
Αχ, και το «καλωσορίσατε», Μαρούλι,
είναι χαρά μεγάλη…


Αναστενάζω και πονώ,
θυμούμαι και δακρύζω,
Αχ, αλί από σένανε αγάπη μου, Μαρούλι,
στον κόσμο δεν ελπίζω…


Αχ, μαραίνομαι, μαραίνεται
και μένα η καρδιά μου,
Αχ, και δεν θα ζήσω να σε δω, Μαρούλι,
ξανά στην αγκαλιά μου…
...........................


Αχ, ο μισεμός είναι καημός,
το κατευόδιο ζάλη
Αχ, και το «καλωσορίσατε», Μαρούλι,
είναι χαρά μεγάλη…

Αχ, η μηχανή ειν’ η μάνα μου,
η ρόδα (ειν’) η αδερφή μου,
Αχ, και στο κολαουζέρη μου, Μαρούλι,
κρέμεται η ζωή μου…

Για σένα βάζω φόρεμα,
για σε τραβώ μαρκούτσα,
Αχ, για σένα μου φορέσανε, Μαρούλι,
Τα σιδερέ παπούτσια…

5.2.10

ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ: ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ




TO ΓΙΑΣΕΜΙ
(δημοτικό Κύπρου)

Το γιασεμί στην πόρτα σου,  γιασεμί μου,
Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου,

ήρτα να το κλαδέψω, αχ, γιαβρί μου

Τσ' ενόμισεν η μάνα σου, γιασεμί μου,
Τσ' ενόμισεν η μάνα σου, γιασεμί μου,

πως ήρτα να σε κλέψω, αχ γιαβρί μου

Τα μαύρα μάθια τα γλυτσά, γιασεμί μου,
Τα μαύρα μάθια τα γλυτσά, γιασεμί μου,
τα φρύθκια τα μεγάλα, αχ, γιαβρί μου

Με κάμαμε τσ' αρνήθηκα, γιασεμί μου,
Με κάμαμε τσ' αρνήθηκα, γιασεμί μου,

της μάνας μου το γάλα, αχ γιαβρί μου

Σαβίνα Γιαννάτου και Primavera en Salonico
το τραγούδι είναι από το άλμπουμ
"Τραγούδια της Μεσογείου"
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...