8.3.10

ENΔΟΝ ΣΚΑΠΤΕ

Σκάπτε, σκάπτε, εκσκαφέα εσύ του αττικού μυρωδάτου χώματος. Σκάπτε Λαϊμ, σκάπτε Γιάρεκ, σκάπτε Καστριότ,  σκάπτε να βρεις όχι νερό, όχι χρυσό, μόνο χρόνο, αυτόν του μεροκάματου, και  βάθος, να θεμελιωθεί η καινούργια Ελλάδα, αυτή που είκοσι τόσα χρόνια στις ωδίνες της μέσα γεννιάει μπετόν . 
Εδώ γίνονται έργα.
Έχω περάσει σχεδόν όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή πενθώντας για τον τόπο μου που χάνω. Το "χάνω" είναι ένας Ενεστώτας διαρκής απλώνεται σαν τουλπάνι σ'  όλη την επικράτεια των ματιών μου, σ'  όλη την επικράτεια της μικρής ζωής μου. Και την απώλεια τη βιώνω στην πλήρη δράση της, ως ταχύτατη μεταβολή της γύρω μου πραγματικότητας. Τίποτα δε μένει, τίποτα δε στέκει, το έδαφός μου, οι εικόνες των ματιών μου, η Πεντέλη μου στο δεξί μου πλευρό, η Πάρνηθα μου στο αριστερό, ο Υμηττός στην πλάτη, όλα χάνονται κρύβονται, μεταμορφώνονται σε άλλες υπάρξεις, αλλότριες, μέχρι που  νιώθω μετέωρη, χωρίς μπροστά, χωρίς πίσω, χωρίς πάνω και κάτω, χωρίς στηρίγματα.. 
Ο τόπος μου κινούμενη άμμος πενήντα χρόνια τώρα.
Η ιδέα της ανάπτυξης, της "αξιοποίησης" λέγαμε παλιότερα,  γέμιζε  τότε - από τη δεκαετία του πενήντα και μετά, μέχρι αυτό το οριακό σήμερα - τους περισσότερους συνέλληνες με προσδοκίες φουτουριστικής αισιοδοξίας: -η περιοχή εδώ θα μπει στο σχέδιο πόλεως,
-εδώ θα χτιστεί  το Ολυμπιακό Στάδιο,
 -εδώ είχε μαντριά προτού χτιστούν οι πολυκατοικίες,
-εδώ είχε αμπέλια,
-εδώ ήταν ρέμα κι έζεχνε ο τόπος, κτλ, κτλ.
Ο φουτουρισμός αυτός νομίζω ότι δεν ήταν ιδεολογημένος, ήταν μία - αψυχολόγητη ίσως και σπασμωδική ενδεχομένως -  αυθόρμητη πάντως αποστροφή του συλλογικού προσώπου από την κακοφορμισμένη πληγή του Εμφύλιου: ήταν μια ανάγκη επιβίωσης να επενδύσεις στο  αστικό μέλλον, γιατί το παρόν είχε μόνο μετανάστευση, ξερονήσια και μια πνιγηρή επαρχιακή μιζέρια που σ'  έκανε να μην αγαπάς καθόλου αυτό που έχεις κι αυτό που σε περιβάλλει, να το αντιπαθείς σ'' έκανε και να θες να ξεφύγεις.
Και ξέφυγες, ξέφυγα, ξεφύγαμε. Ένα ντόμινο φυγής .
Ποιος είναι ο αθώος, ποιος ο ένοχος δύσκολο να πεις. Η λογική των προβάτων (του αθώου λαού) και των εριφίων (των κακού συστήματος)   πάντως δε με βρίσκει σύμφωνη. Μια πολύ μεγάλη, πάρα πολύ μεγάλη μερίδα των Ελλήνων σύρθηκε πρόθυμα σ'  αυτή  τη φυγή προς το καλύτερο -υλικό - μέλλον. Δελεάστηκε γενναία στη δικτατορία από τη φαντασίωση των καινούργιων ανέσεων, εκμαυλίστηκε, πολιτικά, κοινωνικά και ψυχολογικά, από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, πολλών παραγόντων συνηγορούντων (σημαντικότεροι εκ των οποίων ήταν η άνοδος των μικρομεσαίων στα "πράγματα", η πολιτική πριμοδότηση του φιλοτομαρισμού και ο καταναλωτισμός  μέσα στον οποίο ο μικροαστός αναβαθμισμένος λούφαξε σαν γουρουνάκι.).
Ο τόπος ο ελληνικός του σήμερα είναι ένας μη τόπος. Δεν υπάρχει περιβάλλον. Πολιτικό, φυσικό, πολιτισμικό. Το πολύ σκάψιμο δεν τον ωφέλησε ιδιαίτερα, παρά τη νουθεσία του στωικού  βασιλέα. Κι ας άνοιξαν παντού χιλιάδες τρύπες, κι ας γέμισε ο τόπος  πισίνες. όμως ο ψυχισμός του συνέλληνα μπαζώθηκε και πρέπει επειγόντως να ξεμπαζωθεί, να ακουστεί το φουρφούρισμα του υπόγειου ποταμού, να μεστώσει  στο βλέμμα η απαντοχή του  μέλλοντος, να εκτιμηθούν απ'  την αρχή με ταπείνωση τα συστατικά στοιχεία της ιδιοπροσωπίας, ο δεσμός με τον τόπο, η σχέση του με τους γύρω.
Εδώ που βρίσκομαι δεν πενθώ πια. Τώρα πια δεν έχω να φοβηθώ ότι θα χάσω τίποτα άλλο. Έχουμε πιάσει πάτο. Κι αυτό το ακραίο σκάψιμο,  ο συλλογικός συγκλονισμός  που ζούμε αυτές τις μέρες  δεν με εμποδίζει  να ορμίζω προς τον ήλιο,  τον ελληνικό τον έμμετρο.
Τον ευγενή κι  εύκρατο.
Σε μη τόπο πατώντας αποζητώ τον τόπο μου.
jiagogina
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...