Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός Διονύσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός Διονύσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.12.25

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

Ας ονειρευτούμε....


ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ: ΤΡΙΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

VII.

- «Κρυφὴ χαρά ῾στραψε σ᾿ ἐσέ· κάτι καλό ῾χει ὁ νοῦς σου
πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ᾿ ἀδελφοποιτοῦ σου;».

-«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω.

Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα.

Ἀπόψε, ἐνῷ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου· ἄφησε νὰ ῾μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά· εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε».

Κι ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο.

Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μας πολεμάει».

Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της.

Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθεῖ καθεμία τ᾿ ὄνειρό της.

Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαινότουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή».

Καὶ μία δεύτερη εἶπε:

Ἐγώ ῾δα δάφνες. - Κι ἐγὼ φῶς ..............................

- Κι ἐγὼ σ᾿ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π᾿ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της.

Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποὖχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ᾿ ἄλλα ἔργα». Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι ἐτριγυρίσαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδί της πού ῾χε ξεψυχήσει.

Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά· αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπὸ μᾶς· δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερη ὥρα.

Πές μου καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῷ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος·

Νὰ μοῦ τὸ πῇς νὰ τὄχω ῾γὼ γκολφισταυρὸ στὸν ἅδη.

Ἐχαμογέλασε πικρά, κι᾿ ὁλούθενε κοιτάζει·
Κι᾿ ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν.


...----...


ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ


Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να είναι οι τελευταίοι

οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γένηκαν άγριοι ποταμοί που τρέχουνε στη θάλασσα  

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι


...........................................................

...Κοινός τόπος και στα δύο ποιήματα το όραμα των μικρών ποταμών που καταλήγουν στη θάλασσα κι εκεί συγχωνεύονται...

 

9.2.21

Στοχασμοί του σιόρ Διονυσίου Σολωμού για την ουσία και τη μορφή του Ποιήματος



Τις σκέψεις αυτές του Σολωμού, που - αυθαίρετα - σταχυολογώ εγώ εδώ,  μετέφρασε  ο Ι. Πολυλάς και τις ενέταξε σαν εισαγωγή σε αυτό το ιδιοφυές ψηφιδωτό θραυσμάτων που ονομάστηκε μετά ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ.  Άρχισα να σκύβω σε αυτές τις σκέψεις ξανά, ίσως γιατί και εγώ σαν άτομο και σαν κοινωνική μονάδα βιώνω μια μορφή πολιορκίας. Αναζητώντας απαντοχή λοιπόν στο Σολωμό ανιχνεύω και προσπαθώ να ψηλαφήσω τα πολύτιμα  της ιδιοφυίας του... Και βλέπουμε πού θα μας βγάλει το άγγιγμα...


ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ἐφάρμοσε εἰς τήν πνευματικήν  μορφήν τήν ἱστορία τοῦ φυτοῦ, τό ὁποῖον ἀρχινάει ἀπό τόν σπόρο, καί γυρίζει εἰς αὐτόν, αφοῦ περιέλθη,  εἰς βαθμούς ξετυλιγμοῦ, ὅλες τές φυτικές μορφές, δηλαδή τή ῥίζα, τόν κορμό, τά φύλλα, τ᾽ἄνθη καί τούς καρπούς. Ἐφάρμοσέ την, καί σκέψου βαθιά τήν ὑπόστασι τοῦ ὑποκειμένου καί τή μορφή τῆς τέχνης. Πρόσεξε ὅμως τοῦτο τό ἔργο νά γένεται δίχως ποσῶς να διακόπτεται.

Μία μεστή καί ὡραία δημοκρατία ἰδεῶν, οἱ ὁποῖες νά παρασταίνουν οὐσιαστικά τόν εἰς τές αἴσθησες ἀόρατο Μονάρχη. Τότε εἶναι ἀληθινό ποίημα. Ὁ Μονάρχης, ὁπού μένει κρυμμένος γιά τίς αἴσθησες, καί γνωρίζεται μόνον ἀπό τό πνεῦμα, μέσα εἰς τό ὁποῖον γεννήθηκε, εἶναι ἔξω ἀπό τήν περιφέρεια τοῦ Καιροῦ· ἀλλά μία δημοκρατία ἰδεῶν ἐνεργεῖ αἰσθητά μέσα εἰς τά ὅρια τοῦ Καιροῦ.Σκέψου βαθιά καί σταθερά, (μία φορά γιά πάντα) τή φύσι τῆς Ἰδέας, πρίν πραγματοποιήσης τό ποίημα. Εἰς αὐτό θά ἐνσαρκωθῆ τό οὐσιαστικότερο καί υψηλότερο περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ Πατρίδα καί ἡ Πίστις.

Ὁ θεμελιώδης ῥυθμός τοῦ ποιήματος ἄς εἶναι, ἀπό τήν ἀρχή ὠς τό τέλος, τό Κοινό  καί τό Κύριο (Proprio), συρριζωμένα καί ταυτισμένα μέ τή γλώσσα· ἄς ἐργἀζεται (τό ποίημα) ἀδιάκοπα γιά τήν ἀληθινή οὐσία, ἀλλά εἰς τρόπον ὥστε νά μήν τό καταλάβουν εἰμή οἱ νόες οἱ γυμνασμένοι καί βαθεῖς. Εἰς τοῦτο θά φθάση τινάς μέ τρόπον ἁπλό, πλούσιον ὅμως ἀπό δεσίματα, θρέφοντας τή Μορφή μέ τύπους δημοτικούς· λ.χ. ἑτοιμοθάνατος, - χρυσοπηγή, - χρυσοπράσινα, κ.ἄ.

Ὁ θεμελιώδης ῥυθμός ἄς στυλωθῆ εἰς τό κέντρο τῆς Εθνικότητος, καί ἄς ὑψώνεται κάθετα, ἐνῶ τό νόημα, ἀπό τό ὁποῖο πηγάζει ἡ Ποίησι καί τό ὁποῖο αὐτή ὑπηρετεῖ. ἁπλώνει βαθμηδόν τούς κύκλους του.

(...)

Εἰς τό ποίημα τοῦ Χ ρ έ ο υ ς μακρινή πρέπει νά εἶναι ἡ φριχτή ἀγωνία μέσα εἰς τή δυστυχία καί εἰς τούς πόνους, ὅπως ἐκεῖθε φσνερωθῆ ἀπείραχτη καί ἅγια ἡ διανοητική καί ἠθική Παράδεισος.

Πραγματοποίησε τούτη τήν ἰδέα: ὅλοι οἱ ἀνθρώπινοι δεσμοί, - πατρός, - ἀδελφοῦ, - γυναικός, - ριζωμένοι εἰς τήν γῆ, καί μέ αὐτούς ὁ ἐνθουσιασμός τῆς δόξας· - τούς ἁρπάζεται ἡ γῆ, καί ἀναγκάζονται νά ξεσκεπάσουν εἰς τά βάθη της τήν ἁγιοσύνη τῆς ψυχῆς τους. Εἰς τόν πάτο τῆς εἰκόνας πάντα ἡ Ἑλλάδα μέ τό μέλλον της. Ἀπό τήν ἀρχή ὡς τό τέλος περνᾶνε ἀπό πόνον εἰς πόνον ἕως τόν ἄκρον πόνο· τότε ἔτρεξε ἡ θάλασσα, καί ἡ ψυχή τους ἔπλεε εἰς τήν πίκρα, καί ἐτρέκλιζαν ὡσάν μεθυσμένοι. Τότε ὁ ἐχθρός τούς ζητεῖ  ν᾽ αλλαξοπιστήσουν.

(...)

Τό ποίημα ἄς ἔχη ἀσώματη ψυχή, ἡ ὁποία  ἀπορρέει ἀπό τόν Θεό, καί ἀφοῦ σωματοποιηθῆ εἰς τά ὄργανα καιροῦ, τόπου, ἐθνικότητος, γλώσσας, μέ τούς διαφορετικούς στοχασμούς, αἰσθήματα, κλίσεις κ. ἄ. (ἄς γένη ἕνας μικρός σωματικός κόσμος ἱκανός νά τή φανερώση), τέλος ἐπιστρέφει εἰς τό Θεό·

Σέ βυθό πέφτει ἀπό βυθό ὡς πού δέν ἦταν ἄλλος, 

ἐκεῖθ᾽ ἐβγῆκε ἀνίκητος.

(...)

Κάμε ὥστε ὁ μικρός Κύκλος μέσα εἰς τόν ὁποῖο κινιέται ἡ πολιορκημένη πόλι, νά ξεσκεπάζη εἰς τήν ἀτμόσφαιρά του τά μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδας, γιά τήν ὑλική θέσι ὁπού ἀξίζει τόσο γιά ἐκείνους ὁπού θέλουν νά τή βαστάξουν, ὅσο καί γιά ἐκείνους, ὁπού θέλουν νά τήν ἁρπάξουν, - καί, γιά τήν ἠθική θέσι, τά μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς ἀνθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως ἡ ὑπόθεση δένεται μέ τό παγκόσμιο σύστημα.  - Ἰδές τόν Προμηθέα καί ἐν γένει τά συγγράμματα τοῦ Αἰσχύλου.  - Ἄς φανῆ καθαρά ἡ μικρότης τοῦ τόπου, καί ὁ σιδερένιος καί ἀσύντριφτος κύκλος ὁπού τήν ἔχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως ἀπο τή μικρότητα τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος παλεύει μέ μεγάλες καί ἐνάντιες δύναμες, θέλει ἔβγουν οἱ Μεγάλες Οὐσίες.

(...)

Ἀκολούθησε σταθερά τοῦτο. Ἀνάμεσα εἰς τά τρομερά ἤ λυπηρά πράγματα, σφιχτά δεμένα, μία ἁπλούστατη μικρή κοντυλιά τερπνή (ἤ ἀντίστροφα), καθώς ἡ εἰκόνα τοῦ μικροῦ χλωροῦ βάτου εἰς τούς ἄπειρους ἅμμους τῆς Ἀφρικῆς.

15.11.17

Διονύσιος Σολωμός, Εἰς Φραγκίσκα Φράῖζερ

(θυγατέρα τοῦ Ἄγγλου διοικητῆ τοῦ νησιοῦ)
Μικρός προφήτης ἔριξε σὲ κορασιὰ τὰ μάτια
καὶ τοὺς κρυφούς του λογισμοὺς χαρὰ γιομάτος εἶπε:
"Κι ἄν γιὰ τὰ πόδια σου, καλή,  κι ἄν γιὰ τὴν κεφαλή σου
κρίνους ο λίθος ἔβγανε, χρυσό στεφάν' ὁ ἥλιος,
δῶρο δὲν ἔχουνε για Σὲ καὶ γιὰ τὸ μέσα πλοῦτος.
Ὄμορφος κόσμος ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος!"'
1849

12.7.17

Διονύσιος Σολωμός, Ωδή στη Σελήνη





ΩΔΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ,   Διονυσίου Σολωμού


Γλυκύτατη φωνή βγάν’ η κιθάρα,

και σε τούτη την άφραστη αρμονία

της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα.

Γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία

έκσταση του Οσσιάνου, εις τ’ ακρογιάλι,

της νυχτός εμψυχείς την ησυχία.

Κάθισε για να πούμε ύμνον στα κάλλη

της Σελήνης· αυτήν εσυνηθούσε

ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλει.

Μου φαίνεται τον βλέπω που ακουμβούσε

σε μίαν ετιά, και το φεγγάρι

ωστόσο στα γένια τα ιερά λαμποκοπούσε.

Απ’ το Σκοπό, να το, προβαίνει·

ω πόσο συ τη νύχτα τερπνά παρηγορίζεις!

Ύμνον παθητικό θε να σου υψώσω,

παθητικό σα εσένα, όταν λαμπίζεις

στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου

σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζεις.

17.2.12

Ο Οδυσσέας Ελύτης συναντά ΞΑΝΑ το Διονύσιο Σολωμό:

Ο Μικρός Ναυτίλος 

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [1-7]
                                                     1
Έστρεψα καταπάνω μου το θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Φάνηκε ο κόλπος ο Αδραμυττηνός με τη σγουρή στρωσιά του
        μαΐστρου
Ακινητοποιημένο ένα πουλί ανάμεσα ουρανού και γης και τα βουνά
Ελαφρά βαλμένα, το 'να μέσα στο άλλο. Φάνηκε το παιδί που ανάβει
Γράμματα και τρέχει να γυρίσει πίσω το άδικο στο στήθος μου
Στο στήθος μου όπου φάνηκε η Ελλάδα η δεύτερη του επάνω
        κόσμου.

Αυτά που λέω και γράφω για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς
Όπως ένα φυτό που αρκείται στο φαρμάκι του εωσότου ο άνεμος
Του το γυρίσει σ' ευωδιά ναν τη σκορπίσει και στα τέσσερα σημεία
        του κόσμου
Θα φάνουν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας ένα γαλάζιο
Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος και στάζει με τεράστιους
Διασκελισμούς διαβαίνοντας την Ελλάδα τη δεύτερη του επάνω
        κόσμου.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
 
στοχασμοί του ποιητή:  

Ο θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ως το τέλος, το Κοινό και το Κύριο (Ρroprio), συρριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα. Ας εργάζεται (το ποίημα) αδιάκοπα για την αληθινή ουσία, αλλ' εις τρόπον ώστε να μην το καταλάβουν ειμή οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς. Εις τούτο θα φθάση τινάς με τρόπον απλό, πλούσιον όμως από δεσίματα, θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς·  λ.χ. ετοιμοθάνατος, -χρυσοπηγή, -χρυσοπράσινα, κ.α.
Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθή εις το κέντρον της Εθνικότητος, και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα, από το οποίο πηγάζει η Ποίησι, και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του.

Ο Οδυσσέας. Ελύτης συναντά το Διονύσιο Σολωμό:

μια συνάντηση που δεν έχει εξεταστεί επαρκώς μέχρι τώρα:

Ο Μικρός Ναυτίλος

   Είσοδος
                  ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ
                                          είναι παρά μια λάμψη πίσω απ' τα βουνά
-κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός
που άξαφνα σταματάει όξω απ' τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι
τους βουρκώνει
                      Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικό-
νισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο
αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα

                                Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ' ό,τι να' ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό
στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό·  τη φωτογραφική μου μηχανή
στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω
ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο

                                    Χρυσέ ζωής αέρα...
 
ΚΑΙ

  Έξοδος
                ΑΛΛ' ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΔΕΝ
                                                                ακούει κανένας. Πάει ψηλά
ολοένα καιούμενο του Παραδείσου το πουλί. Κι όλες οι Παναγίες οι
ασημένιες, τίποτε. Αλλού γυρίστηκε η φωνή και αθαυματούργητα
έμειναν τα μάτια.
                                        Έρμα 'ν' τα μάτια
Ένας κι εγώ στους χιλιάδες ανάμεσα φονιάδες πάω τους αθώους κι
ανίσχυρους. Τυλίγομαι το αρχαίο ρούχο και τα πέτρινα πάλι κατε-
βαίνω σκαλοπάτια καλώντας και ξορκίζοντας

                                Έρμα 'ν' τα μάτια, που καλείς
Αιώνες τώρα πάνω από τα γαλάζια ηφαίστεια. Μακριά στο σώμα και
μακριά στο χώμα που πατώ πήγα να βρω ποιος είμαι. Τις μικρές ευτυ-
χίες και τ' αδόκητα συναπαντήματα θησαύρισα, και να με: ανήμπο-
ρος να μάθω τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο

                                        Χρυσέ ζωής αέρα...




Ελεύθεροι Πολιορκημένοι 
β΄ σχεδίασμα

Έρμα ειν' τα μάτια που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα

 

5.6.11

Διονύσιος Σολωμός: ποίημα για ένα δέντρο



Διονύσιος Σολωμός
Carmen Seculare

3.
Δν εναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δν εναι·
Βρύσες πλώνει τ κλαδι τ δέντρο στν έρα·
Μν καρτερς δ πουλί, κα μ προσμένης χλόη·
Γιατί τ φύλλ’ ν εν’ πολλά, σ κάθε φύλλο πνεμα.
Τ ψηλ δέντρ’ λόκληρο κι’ χολογᾶ κι’ στράφτει
M’ λους τῆς τέχνης τος χούς, μ τ’ ορανο τ φτα.

Σαστίζ’ γ κι’ θάλασσα κι’ ορανς τ τέρας,
Τ μέγα πολυκάντηλο μς στ να τς φύσης,
Κι’ ρμόζουν διάφορο τ φς χίλιες χιλιάδες στρα,
Χίλιες χιλιάδες σματα μιλον κα κάνουν να.
Στ δένδρο κάτου δέησην καμ’ βοσκοπούλα·
T’ στρα γοργ τ δέχτηκαν καθς γ τν λιο.
Τ Σεραφεμ γνώρισαν τ βάθος τς γάπης,
Κι’ λόκληρ’ Παράδεισο διπλ Παράδεισο ’ναι.
Ποις εχε πε ποὺ σούμελλε, πέτρα, ν βγάλης ρόδο;
...................................

31.3.10

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΌΣ: τρίτο σχεδίασμα για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους

VI
O ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του. 



14.11.09

ΔΙOΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: δύο αποσπάσματα

ΜΙΜΗΣΙ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΣΔΕΜΟΝΑΣ
the poor soul sat, etc.
Η αθλία ψυχή καθήμενη
σε χόρτο, σε λουλούδι,
με μία φωνή νεκρώσιμη
αρχίναε το τραγούδι·
"ελάτε, τραγουδήσετε
την πράσινην ετιά".

Ακίνητο το χέρι της
εις την καρδιά βαστάει,
την κεφαλή στα γόνατα
τ'  αδύνατα ακουμπάει,
κι ο ρύαξ εκεί στα πόδια της
εφλοίσβιζε τερπνά.
"Όλοι, όλοι τραγουδήσετε
ε τ ι ά,  ε τ ι ά,  ε τ ι ά"
(...)
"Δε φταίει - ψεύτη τον Έρωτα
κανείς ας μην τον κράζη·
έως που μιλεί τ'  αχείλι μου,
δ ε  φ τ α ί ε ι, θε να φωνάζη·
γιατί μου το φανέρωσε
πως πλέον δε μ'  αγαπά,
κι αμέσως εγώ αρχίνησα
να τραγουδήσω ε τ ι ά".
(...)
"Δε θέλω να μου βάλουνε
εις το στερνό κλινάρι
μυρτιές, ούτε τριααντάφυλλα,
πάρεξ ετιάς κλωνάρι,
κι απάνου άπό το μνήμα μου
άλλη δε θέλω ησκιά·
όλοι, όλοι τραγουδήσετε
την πράσινην ετιά".

Η κλαίουσα, προφανώς.
Ενδιαφέρον έχει η συνομιλία ενός ρομαντικού με τον Σαίξπηρ.
Προτείνεται ανάγνωση με παράλληλη ακρόαση του τραγουδιού willow song από τον Οθέλλο. 


Και κάτι ακόμα.
Φτιάχνω ένα κήπο με τα αγαπημένα μου. Δεν μπορεί να λείπει αυτό:


Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ
1.
Η Κόλασι πάντ'  άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου·
αλλά δεν έχει δύναμι πάρεξ μακριά και πέρα
μακριά 'πο την Παράδεισο, και συ σ'  εσέ 'χεις μέρος·
μέσα στα στήθια σου τ'  ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;
6.
"Φιλώ τα χέρια και γλυκά το στήθος μ'  αγκαλιάζω,
Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;"
8
Πριν πάψ'  η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει.
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
οι κόσμοι γύρου ν' άνοιγαν κορώνες να του ρίξουν.
...........................................................
Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ, και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γυαλό του δυνατού την κλάψα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...