26.4.13

όταν ο Οδυσσέας Ελύτης συναντά τον Κνουτ Χάμσουν: η κάθοδος στον Άδη

Οδυσσέας Ελύτης

Ελεγεία της Οξώπετρας


Ρήμα το σκοτεινόν

Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος
Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα


Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά
    καιρούς
Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες
Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους
    κήπους
Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης
Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη


Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να
    μεγεθύνω τα όμικρον
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
    πεθαμένους να κατατρομάξεις


Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
    κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες
Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης


Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν·
    "αιώνιο" δεν. Δεν
Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
σκοτωμού
Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου
    θηράματα
Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι
H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει
Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι


Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες
    ανοίγονται
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
    τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη


Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ'
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.



(από Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991)

*******

Κνουτ Χάμσουν 

απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Η πείνα"


Κάθισα στο κρεβάτι και τον άκουσα που κλείδωνε. Το ανοιχτόχρωμο κελί φαινόταν άνετο. Ένοιωθα ασφάλεια κι άκουγα, με  ένα   αίσθημα ευτυχίας, τη βροχή που έπεφτε έξω. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να έχω εκείνη τη στιγμή. 
(...)
Ξαφνικά, το γκάζι σβύνει. Πολύ απότομα, δίχως να χαμηλώσει πριν. Βρίσκομαι στο απόλυτο σκοτάδι, δεν βλέπω ούτε καν το χέρι μου, ούτε τους άσπρους τοίχους γύρω μου, τίποτα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ξαπλώσω. Και ξεντύθηκα.
Αλλά δεν νύσταζα, και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Έμεινα ξαπλωμένος για λίγο, κοιτάζοντας το σκοτάδι, αυτή την πυκνή και ογκώδη άβυσσο που δεν είχε τέλος, και που δεν μπορούσα να συλλάβω στο σύνολό της. η σκέψη μου ήταν ανίκανη να χωρέσει. Για πρώτη φορά αντίκρυζα τέτοιο σκοτάδι, ένοιωθα το βάρος του να με πιέζει. Έκλεισα τα μάτια, άρχισα να σιγοτραγουδώ και στριφογύριζα στο στρώμα, για ν'  απασχολώ τη σκέψη μου, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Το σκοτάδι είχε κυριέψει το μυαλό μου, και δε μ'  άφηνε ήσυχο ούτε λεπτό. Κι αν διαλυόμουν μέσα σε αυτή την άβυσσο, αν ενωνόμουν μαζί της;  Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι, κι αρχίζω να κουνάω τα χέρια μου στο μαύρο κενό.
Ο εκνευρισμός με είχε κυριέψει εντελώς, και παρ' όλο που προσπαθούσα να τον πολεμήσω, δεν το κατόρθωνα. Με πολιορκούσαν οι πιο παράξενςς φαντασιώσεις, επέβαλα στον εαυτό μου τη σιωπή, ύστερα σιγοτραγουδούσα νανουρίσματα, ιδρωμένος από τις προσπάθειες που έκανα για να ηρεμήσω. Είχα τα μάτια καρφωμένα στο σκοτάδι, ένα σκοτάδι που έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία, είχα να κάνω εδώ με ένα μοναδικό φαινόμενο που κανείς δεν είχε παρατηρήσει. Οι πιο γελοίες σκέψεις έρχονταν στο νο μου, όλα τα πράγματα με φόβιζαν. (...) Ξαναπλάγιασα, προσπαθώντας να κοιμηθώ, αλλά στην πραγματικότητα ξανάρχισα να παλεύω με το σκοτάδι. Έξω η βροχή είχε σταματήσει, και δεν ακουγόταν τίποτα. Για αρκετή ώρα άρχισα ν'  αφουγκράζομαι τα βήματα  στο δρόμο, και δεν ηύχαζα πριν ακούσω κάποιον περαστικό ή κάποιον αστυνομικό, που αναγνώριζα απ'  τον βηματισμό. Ξαφνικά άρχισα να χτπώ τα δάχτυλα και να γελώ. Ήταν φοβερά αστείο! Χα! Νόμιζα ότι είχα εφεύρει μια καινούργια λέξη. Ανασηκώνομαι και λέω:  "Δεν υπάρχει στη γλωσσα μας, εγώ την επινόησα:  κούμποα. Έχει γράμματα, όπως οι λέξεις. Μεγαλοδύναμε Θεέ, αγόρι μου, έχεις εφεύρει μια λέξη:  κούμποα.... μεγάλης γραμματικής σημασίας".
(...)
Με τις πιο  παράξενες μεταπτώσεις λογικών συλλογισμών, προσπαθώ ν;α εμβαθύνω στο νόημα της νέας μου λέξης. Τίποτα δεν την υποχρέωνε  να σημαίνει "Θεός" ή "Τίβολι", και ποιος είπε ότι σήμαινε "έκθεση ζώων";  Έκλεισα δυνατά τη γροθιά μου κι επανέλαβα:  ποιος είπε ότι σημαίνει "έκθεση ζώων";
(...)
Όχι, στην πραγματικότητα, η λέξη ήταν κατάλληλη για κάποια έννοια ψυχική, για κάποιο συναίσθημα, για κάποια εσωτερική κατάσταση... δεν μπορούσα επιτέλους να το καταλάβω; Και στίβω το μυαλό μου, για να βρω κάποιο ψυχικό νόημα. Μου φαίνεται ότι κάποιος άλλος μιλάει, ότι μπερδεύεται στη συζήτησή μου, και απαντώ έξαλλος:  Παρακαλώ; Όχι, είστε ένας ηλίθιος που δεν έχει όμοιό του! "Μαλλί για πλέξιμο";  Άει στο διάβολο! Και γιατί να της έδινα την έννοια "μαλλί για πλέξιμο"¨, τη στιγμή που μ'  ενοχλούσε  ιδιαίτερα να την κάνω να σημαίνει "μαλλί για πλέξιμο"; Ήμουν εγώ που είχα επινοήσει εκείνη τη λέξη και, γι' αυτό ακριβώς, είχα το απόλυτο δικααίωμα να της δώσω οποιοδήποτε νόημα. Και δεν είχα καταλήξει ακόμη, απ'  όσο ήξερα...
(...)
Έμεινα ξαπλωμένος, για αρκετά λεεπτά, δίχως να κινούμαι καθόλου, άρχισα να ιδρώνω κι ένιωθα το αίμα να χτυπάει βίαια στις αρτηρίες μου.
(...)
Άνοιξα τα μάτια. Τι ωφελούσε να τα έχω κλειστά, αφού δεν μπορούσα να κοιμηθώ;  Και το ίδιο σκότος βασίλευε τριγύρω μου, η ίδια απροσμέτρητη και μαύρη αιωνιότητα, ενάντια στην οποία μαχόταν η σκέψη μου, δίχως να μπορεί να τη συλλάβει. Με τι θα μπορούσε να συγκριθεί; Έκανα απελπισμένες προσπάθειες για να βρω μια λέξη, που θα ήταν αρκετά μαύρη για να περιγράψει εκείνο το σκοτάδι, μια λέξη τόσο φρικτά μαύρη, που θα μπορούσε να μου μαυρίσει το στόμα, μόλις θα την πρόφερα. Μεγαλοδύναμε Θεέ! Τι σκοτάδι ήταν αυτό!
(...)
"Έτσι πρέπει να είναι όταν πεθαίνουμε", σκέφτηκα, "θα πεθάνω!" Έμεινα για λίγο με τη σκέψη αυτή κολλημένη στο μυαλό μου: θα πέθαινα. Κάθομαι τότε στο κρεβάτι μου και ρωτώ τον εαυτό μου αυστηρά:  "Ποιος είπε ότι θα πέθαινα; Εγώ ανακάλυψα αυτή τη λέξη, γι'  αυτό είχα και το απόλυτο δικααίωμα ν'  αποφασίσω για τη σημασία της..."

μετάφραση Δημ. Χορόσκελη (εκδόσεις Ζήτρος)
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...