26.2.11

ΧΟΡΕΨΕΤΕ, ΧΟΡΕΨΕΤΕ...



από το cd "Tα Αποκριάτικα"  της Δόμνας Σαμίου
Tούτες οι μέρες το ’χουνε, τούτες οι εβδομάδες
για να χορεύουν τα παιδιά να χαίροντ’ οι μανάδες.
Δώστε του χορού να πάει,
τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Τούτ’ η γης που την πατούμε,
όλοι μέσα θε να μπούμε.
Xορέψετε, χορέψετε, τα νιάτα να χαρείτε,
γιατί σε τούτο το ντουνιά δε θα τα ξαναβρείτε.
Tούτ’ η γης με τα χορτάρια
τρώει νιές και παλικάρια.
Τούτ’ η γης με τα λουλούδια
τρώει νιούς και κοπελούδια.
Xαρείτε νιοί, χαρείτε νιές, χαρείτε παλικάρια,
κι εγώ του Xάρου τού ’βαλα σίδερα στα ποδάρια.
Δώστε του χορού να πάει
τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Τούτ’ η γης που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε
.
Xορέψετε, χορέψετε, παπούτσια μη λυπάστε
μα κείνα ξεκουράζονται τη νύχτα που κοιμάστε.
Bάρ’ τε την με το ποδάρι,
τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Καταμεσής των Απόκρεω μού ήρθε η όρεξη  να κεράσω τους φίλους του μπλογκ αυτό το πασίγνωστο τραγούδι και να τους ευχηθώ με όλη μου την καρδιά να το χορέψουν.
Πρέπει να σας πω ότι όταν το πρωτοάκουσα - και το άκουσα μεγάλη, στα περασμένα μου τριάντα - έπαθα μεγάλο σοκ. Πρώτον γιατί  μέχρι τότε  το  αγνοούσα, και άρα δεν το είχα χορέψει ποτέ, δεύτερον γιατί οι στίχοι του, μέσα στον παροξυσμό του γλεντιού, ένιωθα να με χτυπάν σαν μαχαιριές.
Τι περίεργο, σπάνιο βίωμα! Σαφώς με διονυσιακό άρωμα! Να χορεύεις και να γλεντάς και συγχρόνως να εκστομίζεις μανικά την πιο βαριά αλήθεια που μπορεί να χωρέσει ανθρώπου νους: τη θνητότητα.
Η ιδιότητα της θνητότητας δεν αφορά τόσο τον θνήσκοντα, γιατί εκείνος είναι πια κατειλημμένος από  το βίωμά της αλλά δεν θα μπορέσει να το μοιραστεί ποτέ με τους ζωντανούς. Αφορά τον "θανούμενον", αυτή τη ζωντανή ύπαρξη που ξέρει ότι πορεύεται προς το τέλος της. Δεν ξέρει πώς, δεν ξέρει πότε, δεν ξέρει γιατί. Ξέρει μόνο  πού: στο χώμα, στη γης. 
Η λέξη "θνητός", που χρησιμοποιούμε όλοι εμείς σήμερα για να προσδιορίσουμε ότι είμαστε περαστικοί και προσωρινοί στον κόσμο, είναι παρ'  όλα αυτά μια λέξη ελαφρώς ευπρεπισμένη. Ο αρχαίος, όχι επειδή ήταν λιγότερο ευπρεπής, αλλά προφανώς γιατί διέθετε ακριβέστερες εκφράσεις στη γλώσσα του, και πιθανόν και διαυγέστερη αντίληψη στα περί του θανάτου, τον θανούμενο τον αποκαλεί "βροτό":           ("αυτός στον οποίον ενυπάρχει το να πεθαίνει") εκ του βιβρώσκω που σημαίνει τρώγω. Μ'  αυτή την έννοια υπάρχει σαφώς παθητική σημασία στη λέξη, γιατί δηλώνει το πεπρωμένο του σώματος που θα φαγωθεί. Από τι; Μα από τη γη, το λέει και το τραγούδι.
Σε αντίθεση όμως με τον βαρύ πεσιμισμό του ανατολίτη, που παραδίδεται στο 'γραμμένο"(το κισμέτ του μουσουλμάνου, αλλά και το κάρμα του ινδουιστή), ο Έλληνας υπέροχα όσο και τραγικά, διαλέγει μια άλλη στάση: ορθώνεται στα δυο του πόδια και χορεύει πάνω στο μεγάλο δέος που θα τον καταπιεί. Κι ενώ χορεύει, αντιστεκόμενος στη βαρύτητα, αναγνωρίζει τη θνητότητά ΤΟΥ, όχι γενικά και φιλοσοφικά, αλλά αυστηρώς προσωπικά, γνησίως υπαρξιακά.
Αυτή η έκ-σταση,  φερμένη μέσω μιας παράδοσης διονυσιακού οίστρου και χωνεμένων μέσα στο χριστιανισμό τελετουργιών, είναι από τα πολυτιμότερα στοιχεία που διαθέτουμε στο λαϊκό μας πολιτισμό και όχι μόνον. Ας την αποζητήσουμε, πέρα από τη φτήνια του τσιφτ-ευτελισμού. Και κόντρα στον περιρρέοντα ύπουλο φόβο για το μέλλον που μας στερεί κάθε ψυχική ανάταση. 
Καλούς χορούς! Βαρ' τε το χώμα!
jiagogina


Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...