Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος Νικηφόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος Νικηφόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.3.22

ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ, Η ΤΙΜΗ

 Η ΤΙΜΗ

 

Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆς μέ τίμησαν μέ τόν πόνο.

Τό ἔμαθα ἀργότερα, ὅταν κατάλαβα 

πώς τό καλύτερο φῶς γίνεται ἀπ᾽τό σκοτάδι...

μετά πού ξεχείλισε μέσα μου ἠ ποιηση

κι ἄρχισαν ν᾽ἀνἀβουνε κεριά ἀπό χρόνο.


Απογευματινό  Ἡλιοτρόπιο (1976)

εκδόσεις Ποταμός

28.10.16

"ΟΔΥΝΗ" του Νικηφόρου Βρεττάκου, από το κεφάλαιο "Αληθινός στρατιώτης"


12 Δεκεμβρίου


Ο αλβανός οδηγός ή δεν ξέρει, ή είναι φαίνεται πράχτορας του εχθρού. Αντί να μας οδηγήσει στο Φρατάρι, μας τραβάει προς το Φρασάρι, που το κατέχουνε οι εχθροί. Σέρνουμε τα πόδια μας, πεινάμε, ρίχνει πυκνό χιόνι και δεν βλέπουμε γύρω μας τίποτα. Ξαφνικά η πυκνή μάζα της συννεφιάς χωρίζεται στα δυο πάνω μας, αφήνοντας να σχηματιστεί ένα φωτεινό ποτάμι, απ' όπου πέφτει ήλιος απάνω μας.
"Κύριε ταγματάρχα, έχουμε πέσει πάνω σε συρματοπλέγματα!" Έχουμε φτάσει στην κορυφή σχεδόν του υψώματος 1220 της Κλεισούρας. Η κορυφή του σχηματίζει ένα μακρόστενο οροπέδιο. το βάθος και ανάμεσα στις ρίζες των δέντρων, διακρίνεται ένας μεγάλος καταυλισμός του εχθρού. Κι είμαστε ένας λόχος. Αυτό το ίδιο ύψωμα επιχείρησαν να το καταλάβουν δυο συντάγματα πεζικού κι ένα πυροβολικού την περασμένη εβδομάδα και δεν μπόρεσαν.  Η θέση μας είναι τραγική.
"Εφ' όπλου λόγχη!" παραγγέλνει ο ταγματάρχης. "Να καταληφθεί το ύψωμα πάση θυσία!" Βγαίνω μπροστά του: "Γιατί θέλετε να μας σκοτώσετε;" Τραβάει το περίστροφο και με στοχεύει στο μέτωπο. "Ξέρετε αν σας είμαι χρήσιμος στρατιώτης ή όχι" του λέω, χωρίς καθόλου να μετακινηθώ ή να σκύψω. Χαμηλώνει το περίστροφό του. Οι στρατιώτες καταλαβαίνουν. Και μια στις χίλιες αν πετύχαινε η επιχείρηση, ο κύριος ταγματάρχης, θα φορτωνόταν παράσημα και προβιβασμούς.
Επαναλαμβάνει το παράγγελμα. Μόνον άνθρωποι απελπισμένοι θα μπορούσαν να προχωρήσουν αδιαμαρτύρητα, προς αυτόν τον βέβαιο, άσκοπο θάνατο. Τα ξυλιασμένα χέρια μας αγωνίζονται να καρφώσουν τις λόγχες πάνω στα όπλα. Σηκώνουμε τα χαλαρά συρματοπλέγματα και προσπαθούμε, τρέχοντας, να αιφνιδιάσουμε τον εχθρό με άγριες φωνές. Αυτός όμως ξέρει, αυτός βλέπει.
Μούχει εμπιστοσύνη ο λοχαγός. Ξέρει ότι λίγο ενδιαφέρομαι αν θα ζήσω ή αν θα πεθάνω. "Χανόμαστε! Τρέξε για ενισχύσεις!" Τρέχω πάνω στο χιόνι, περνώ κάτω απ'  το συρματόπλεγμα, ο ταγματάρχης δεν είναι στη θέση του. Φωνάζω, ξαναφωνάζω, βάζω τις παλάμες γύρω απ' το στόμα μου, κανείς! Ξαναγυρίζω στο ύψωμα: "Λοχαγέ Γιαννούλη!" Αλλά τον λοχαγό Γιαννούλη, τον σέρνουν δυο στρατιώτες πάνω στο χιόνι. Μια ριπή τούχει τσακίσει το κόκαλο του μηρού.
Έχει δώσει διαταγή να υποχωρήσουνε οι στρατιώτες, κι όπως υποχωρούν, βλέπω κάθε τόσο μερικούς να πέφτουν ανάμεσά τους. Εγώ εννοώ να αναφέρω στον λοχαγό. Με παρασέρνουν, γλιστρώ, αναποδογυρίζομαι κάτω στο χιόνι. Ενώ προσπαθώ να σηκωθώ εκείνοι φεύγουν, περνούν το συρματόπλεγμα, πέφτουν κάτω από την κορφή, μένω μονάχος μου. Σηκώνομαι δύσκολα, στέκομαι όρθιος στα πόδια μου με πολύ κόπο. Το χιόνι γύρω μου είναι διάστιχτο από το αίμα κι από τους καπνούς των χειροβομβίδων. Ο εχθρός με βάζει από πίσω με όλα τα όπλα. Τι έχει συμβεί; Σαν να είναι δεμένες στα πόδια μου βαριές πέτρες, ούτε να τρέξω μπορώ, ούτε και να περπατήσω ακόμα. Στιγμές στιγμές, νοιώθω όπως θα ένοιωθε ένα δέντρο που θα ήθελε να περπατήσει. Ποτέ δεν είχα φανταστεί, πως θα μπορούσα να βρεθώ μόνος μέσα σ'  έναν τέτοιο παράδεισο. 
Ακούω τις σφαίρες να περνούν σαν σμήνη μελισσών δίπλα  στ' αυτιά μου κι εγώ προχωρώ όρθιος. Νοιώθω τον ζεστό τους αέρα δίπλα στο δέρμα μου. Περιμένω το θάνατο. Ανάμεσα σε δυο δευτερόλεπτα, υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσει ο θάνατος. Και σε μισό ακόμη δευτερόλεπτο, χωρισμένο στα δυο. Φτάνει ο ένας χτύπος του ρολογιού. Με τον ένα μπορεί να υπάρχεις με τον άλλον να βλέπουν οι άλλοι ότι δεν υπάρχεις.
"Δεν μπορεί να είμαι σκοτωμένος αυτή τη στιγμή;" "Σε λίγο θα είμαι." Οι σφαίρες εξακολουθούν να ζουζουνίζουν στ'  αυτιά μου. Τώρα, να, τώρα. Βρίσκομαι στην αγκαλιά του θανάτου. Το πράγμα είναι θέμα διαδικασίας. Η σφαίρα, ποια απ'  όλες θα είναι η σφαίρα. Έχω φτάσει στο συρματόπλεγμα. Περίεργο! Μπόρεσα κι έφτασα; Δίνω μια μια προς τα κάτω όπως ρίχνει κανείς μια βουτιά. Κι έπειτα; Αυτοί έρχονται πίσω μου σάμπως νάμαι ο μόνος εχθρός τους εγώ. Δεν έχω τη δύναμη να κάμω άλλο βήμα. Κάθομαι. "Επιτέλους, σκοτώστε με!"
Μερικές αστραπές ευφυίας, βοήθησαν τη ζωή μου και δεν αφανίστηκε. Αρχίζω να κυλιέμαι με το κορμί προς τα κάτω. Κάνω μάλιστα κι ελιγμούς να μη χτυπήσω στα δέντρα. Εκείνοι μου ρίχνουνε από πάνω, προστατεύομαι όσο νάναι κι απ'  τους κορμούς, η πλαγιά γίνεται ολοένα και περισσότερο απότομη, φτάνω στη ρεμματιά κάτω, κυλώντας σαν μια άσπρη μπάλα χιονιού.
"Ευχαριστώ, κύριε ανθυπολοχαγέ." Με περιμαζεύει ο καλός άνθρωπος, βοηθάνε και οι άλλοι στρατιώτες. Μετρούν πάνω στη χλαίνη μου, πέντε τρύπες από τις σφαίρες. Με καθίζουνε πάνω σ' ένα μουλάρι. Καθώς προχωρούμε με κρατούν από δεξιά κι αριστερά, σαν να είμαι ένα νεκρό πράμα.

από το αυτοβιογραφικό χρονικό του Νικηφόρου Βρεττάκου"Οδύνη"  
εκδόσεις Πόλις

27.10.16

απο την ΟΔΥΝΗ του Νικηφόρου Βρεττάκου

1 Δεκεμβρίου 


Σκέφτομαι πως ο πόλεμος αυτός δεν μπορούσε να μη γίνει και ο αθώος να μη σκοτωθεί. Στέκομαι πολλές φορές μπροστά στους πεινασμένους στρατιώτες, μπροστά στους ξένους αιχμαλώτους και τραυματίες και καμμιά φορά και μπροστά στους νεκρούς. Έχω τη διάθεση ν'  ανιχνεύω το μυστήριο αυτής της ζωής, που περισσότερο από παντού αλλού, περιπλέκεται μέσα στον άνθρωπο.
Σήμερα έβαλα σε δύσκολη θέση έναν πεθαμένο: "Ήμουν εχθρός σου, λοιπόν;" ήταν ένας νέος ιταλός στρατιώτης, πεσμένος ανάσκελα και μισοχωμένος στο χιόνι.  Τα μάτια του τεντωμένα, κοιτούσαν κατά πάνω το φως σαν να το βύζαιναν. "Τι ωραίος που είσαι!" Ήτανε ένα πρόβατο από την Τοσκάνη που ο Μουσσολίνι το έντυσε "λύκο" και το έστειλε στην Ελλάδα να πράξει το άδικο. Είμαι κι εγώ ένα πρόβατο από την περιοχή του Ευρώτα. Θα μπορούσαν με τον ίδιο τρόπο να με έντυναν και μένα. "Όλα τα πρόβατα όπως εμείς, δεν ορίζουν τη μοίρα τους."

"Οδύνη", αυτοβιογραφικό χρονικό, 
εκδόσεις Πόλις

12.9.16

Νικηφόρου Βρεττάκου, Ο Πόλεμος (απόσπασμα)

·       Ο Πόλεμος (1935)
 Νικηφόρος Βρεττάκος

Απευθύνεται στους ευγενείς
Αφιερώνεται στα θύματα
Αναφέρεται στους δυνατούς

                    1
Περιέστρεφα στο άπειρο 
Το λυπημένο μου βλέμμα 
Σαν ένας χλωμός 
Άγγελος  
Που τα φτερά του μάδησαν 
Στην έρημο του διαστήματος 
Κ’ έχει πέσει στη Γη.

Ακατάπαυτα 
Γύρω μου 
Έκλαιγε η ανθρωπότητα 
Σαν τις  αιώνιες θάλασσες 
Που θρηνούν 
Στις αναλλοίωτες αμμουδιές τους
***
Στο σκυμμένο μου μέτωπο 
Έπεφτε ο ίσκιος
Των αστεριών
Του ήλιου και του φεγγαριού.
Μεθυσμένη η Δημιουργία 
Έσερνε  γύρω μου
Τον αιώνιο χορό της 
Μ’ αναρίθμητα πλάσματα.

Μα εγώ 
Δεν ήμουν πουλί 
Σύννεφο
Αγέρας.

Κρεμιόταν
Το λαμπρό στερέωμα
Σα σταγόνα λευκή
Στον ορίζοντα της ψυχής μου.

Δεν ήρθα στη Γη 
Να προσθέσω τον τάφο μου.
***
Κ’ ενώ φώτιζε ο ήλιος·
Κ’ έσερνε ο κόσμος 
Το σιωπηλό του χορό,
Κοίταξα προς την ανατολή
Κι αφού προσευχήθηκα
Πήρα το δρόμο μου.

Στο ψηλότερο πήγαινα
Βουνό της Γης
Που η ανθρωπότητα πάνω του
Καρφώνει το βλέμμα της
Και περιμένει βοήθεια.

Πήγαινα στο βουνό
Που κάτω από τους ουρανούς
Στον ίλιγγο της κορφής του
Έχουν συναντηθεί
Τα αιώνια ίχνη
Του Χριστού
Του Προμηθέα
Του Έδδισον
Και του Αϊνστάιν.

Στον ορίζοντα επάνω
Καρτερά τη ματιά μου
Κάποιο άστρο
Και προσμένει
Το φως  του
Να του φέρω στη Γη.

Κι ανεβαίνω.
Ενάντιος ο δρόμος.
Τραχύς.
Ματώνουν τα πόδια μου.
Οι αχτίδες του ήλιου
Μού βαραίνουν τους ώμους.

***
Σαν έφθασα
Εκεί
Που αρχίζει η απερίσπαστη
Η Θεία γαλήνη και κοίταξα κάτου
Στην κοιλάδα του Ανθρώπου
Ένας πόνος  βαθύς
Με συγκλόνισε.
Σε ποια άβυσσο φοβερή
- Δυστυχισμένη ανθρωπότητα –
Είσαι ριγμένη.
Νυχτώνει γύρω σου
Της αβύσσου το μάτι.

Τα χέρια σου απλώνεις
Στις σπίθες των Σοφών 
- Τρέμοντας –
Να ζεσταθείς
Μέσα στ’ ανοιχτά
Μελανά  ρεύματα.

Άπλωσα εμπρός μου
Τον πάπυρο του σύμπαντος
Κι άφησα το πνεύμα μου
Μέρα νύχτα να ψάχνει.

Η λευκή οπτασία
Του ονείρου μου
Χόρευε στο θόλο.

Θα γονάτιζα εμπρός σας
Αγαπημένοι μου άνθρωποι
Να σας προσφέρω
Το φως μου.
Και θάμοιαζα
Τότε Σαν άγγελος
Που χορεύει χαρούμενος 
κι ας έπεσε απ’ τον ουρανό
Μια νύχτα Στη Γη.

ΙΙ
Μα ξαφνικά
Σαν τρομαγμένο περιστέρι
Χαμηλώνει το πνεύμα μου.
Ταμ! Ταμ! Ταταμάμ ! Ταμ  !
Ταμ ! Ταμ ! ταταμάμ! Ταμ !
Σάλπιγγες Τύμπανα
Μ’ ένα σύννεφο ήχους
Σκεπάζουν  τον ήλιο.
 Χάλκινα κύματα
Ξεσπούν στην κορφή μου .
Πόλεμος!

Με πύρινα γράμματα
Αχτινοβολεί στο σύμπαν
Η φλόγα της προσταγής.
Πόλεμος !
Σβήνω του νου μου το φως,
Διπλώνω
Στου σώματός μου τα κουρέλια 
Το μεγαλείο της ψυχής μου 
Και κατεβαίνω.

Μια πένθιμη λουρίδα
Κρέμεται στο μέτωπό μου.
Με κλεισμένα τα μάτια
Δέχομαι καρτερικά
Τη Στολή του Στρατιώτη.
Μού δείχνουν με το ξίφος.
Τα σύνορα του εχθρού
Και μού φορούν
Τη σκοτεινή πανοπλία.

-Αν υποθέσουμε
Πως απ’ τ’ αντικρινό το δάσος
Ξεπροβάλλει ο εχθρός
 - πες μας στρατιώτη - Τι θα κάμεις ;

Τους κοιτάζω στα μάτια
Με μιαν απέραντη απορία.

Δεν είμαι
Παρά ένα πέλαγο αγάπης.
 Δεν ξέρω ν’ απαντήσω.
Κι ενώ γελούν
Κρεμώ τ’ όπλο μου στον ώμο
Κι’ ανοίγω την αγκαλιά μου.
***

11.3.16

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η ποίηση....

Ό,τι μπόρεσα να διασώσω
(στον κόσμο που πήγα)
το διέσωσα, θάλασσα.

Η ψυχή μου ένα σμήνος
μυριάδων πουλιών
που τ' αλώνιζε η θύελλα.

Όσα διασώθηκαν
βρήκαν το δέντρο τους.

Φτερούγισαν κ' έμειναν
μέσα στις λέξεις.

Απο τη συλλογή "Συνάντηση με τη  θάλασσα"
Εκδόσεις Ποταμός 

4.3.16

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ: ο Ηλίας Κουνέλας συναντά τον Νικηφόρο Βρεττάκο στο Ιδιόμελο

Μεγάλη χαρά που γνωρίσαμε στο Ιδιόμελο τον Ηλία Κουνέλα, όταν ήρθε μαζί με τον Παναγιώτη Καμμένο και την παράστασή τους "8η μέρα", παράσταση που δίνεται σε σπίτια, αποκλειστικά και μόνο. Εισιτήριο δεν υπάρχει, μόνο ελεύθερη συνεισφορά. Η παράσταση εξαιρετική, μάλιστα θα την ξαναφέρουμε στο Ιδιόμελο σύντομα, για όσους φίλους μας δεν κατάφεραν να έρθουν την προηγούμενη φορά. 
Καρπός της γνωριμίας μας αυτής ήταν να προτείνει ο Ηλίας Κουνέλας να προβεί σε μία "ποιητική πράξη", μία ποιητική προσφορά,  κατά την παγκόσμια ημέρα ποίησης: να διαβάσει το έργο ενός ποιητή που αγαπά. 
Όπερ και εγένετο,
Την Δευτέρα 21/3/16 ο Νικηφόρος Βρεττάκος θα υμνήσει διά στόματος Κουνέλα τον άνθρωπο, την αξία του ανθρώπου και το ηθικό ανάστημα της ύπαρξης.
Όποιος έρθει μπορεί να εφοδιαστεί προηγουμένως κι αυτός με τη σειρά του, με ποιητικές προσφορές: είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες....  Όλοι οι φίλοι του μπλογκ προσκεκλημένοι....


Την Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης  Ηλίας Κουνέλας έρχεται στον Χώρο Τέχνης «Ιδιόμελο» να διαβάσει την προτελευταία συλλογή του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ» - Η συλλογή, που αποτυπώνει την πνευματική παρακαταθήκη του εγκάρδιου ποιητή, έρχεται σε πραγματική αντίστιξη με την καταστροφική και την εσχατολογική διάθεση των ημερών μας και, εκεί που όλα τα μέσα προβάλλουν τον άνθρωπο ως ένα περίσσευμα και ένα κτήνος, ο ποιητής τοποθετεί τον άνθρωπο, τον κάθε εαυτό, σαν συνομιλητή της απεραντοσύνης. 

Η είσοδος θα είναι ελεύθερη, με την προτροπή αντ’ αυτού ο κάθε θεατής να συνεισφέρει κάτι που θα είναι απαραίτητο και χρήσιμο για τους πρόσφυγες. Τρόφιμα και ρούχα ή πράγματα πρώτης ανάγκης: γάλα, πάνες, φάρμακα,  κουβέρτες, παιχνiδια κ.α.


Χώρος Τέχνης «Ιδιόμελο», Ελευθερίου Βενιζέλου 17 και Β. Κων/νου, Μαρούσι (πλησίον ΗΣΑΠ)
Έναρξη: 20.00
πληροφορίες – κρατήσεις: 210 6817042

11.8.12

Νικηφόρος Βρεττάκος, ἔξοδος μὲ τ' ἄλογο

ΕΞΟΔΟC MΕ ΤΟ ΑΛΟΓΟ 10

Κάνω νὰ τρέξω, στέκω, μὲ φωνάζουν
γύρω μου ἀπὸ παντοῦ. Μὲ μουσκεμένα
τὰ δάχτυλά μου σπάζω ἕνα μεγάλο
κλωνὶ ροδιᾶς. Λυγῶ ἕνα δέντρο. Δίνω
μιὰ καμτσικιὰ στὸν ἄνεμο. Σηκώνω
στὸ στῆθος μου μιὰ πέτρα.
                                           Ὥρα ν' ἀρχίσω.
Ὥρα νὰ ξεριζώσω αὐτοὺς τοὺς βράχους.
Ὥρα νὰ μεταφέρω αὐτὰ τὰ σπίτια
τῆς ἀκροποταμιᾶς νὰ μὴν τὰ πάρει
τοῦ ἥλιου τὸ ρεύμα. Φούσκωσε καὶ βουίζει.
Κατεβαίνει! Πλησιάζει! Τ' ἄλογό μου,
παραμερίζει, τρέχει. Θὰ μᾶς πάρει!
 Ἦρθε! Μᾶς παίρνει!
                                 Κόβω ἕνα καλάμι
και τραγουδῶ:
                         -Χαρά! Σαράντα χρόνια
γιατί νὰ μή μοῦ εἰπεῖς. Δεν τὸχα νιώσει
πὼς ἤμουν ἡ ἀποθήκη σου, χαρἀ,
πώς κουβαλοῦσες μέσα μου κανίστρια,
μ' ἀντιφεγγιὲς ἀπ' τ' ἄπειρο, μὲ σπάρτα,
πὼς ἔμπαζες κρυφὰ μέσα μου κρίνους
καὶ σάλπιγγες ποὺ κάποτε θ' ἀνοίγαν
δρόμους στὸ σύμπαν, τρέχοντας σὰν βρύσες,
σαλπίζοντας, ἀστράφτοντας,  σκορπώντας,
φωνές, ἄστρα, φωτιές!...
                                        Δῶστε τὰ χέρια!
πλησιάστε τὶς καρδιές! Κλάφτε ἀπ' ἀγάπη!
εκδόσεις Ποταμός

3.9.11

ο ποιητής κι ο ουρανός

 ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ










Πᾶνε τώρα δυὸ μῆνες. Δὲν κάνω ἄλλο τίποτε.
Τὰ χέρια μου βρίσκονται σὲ ἀδιάκοπη κίνηση:
Ξεφορτώνω οὐρανὸ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.


τὸ βάθος τοῦ κόσμου, 1961

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ






Ἕνας μπαξές γεμάτος αἷμα
εἶν' ὁ οὐρανός
καὶ λίγο χιόνι
ἔσφιξα τὰ σκοινιά μου
πρέπει καὶ πάλι νὰ ἐλέγξω
τ' ἀστέρια
ἐγώ
κληρονόμος πουλιῶν
πρέπει
ἔστω καὶ μὲ σπασμένα φτερά
νὰ πετάω.

Τὰ φάσματα ἢ ἡ χαρά στὸν ἄλλο δρόμο, 1958

15.2.11

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Τρία ποιήματα
ἀπὸ τὴ
«Φιλοσοφία τῶν λουλουδιῶν»

ΓΕΝΕΣΗ

Αὐτὸ τὸ γαρύφαλλο, ποὺ κρατώντας το
ἀνάμεσα στὰ τρία μου δάχτυλα
τὸ σηκώνω στὸ φῶς, μοῦ μίλησε καὶ
παρὰ τὸν κοινὸ νοῦ μου τὸ κατανόησα.
Μι᾿ ἁλυσίδα ἀπὸ ἀτέλειωτους γαλαξίες
     συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στὴ γῆ φωταψίες
- τὸ σύμπαν ὁλόκληρο πῆρε μέρος στὴ
     γέννηση
αὐτοῦ τοῦ γαρύφαλλου.
Κι᾿ αὐτὸ ποὺ ἀκούω εἶναι οἱ φωνὲς
τῶν μαστόρων του μέσα του.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

Ἂν μὲ βλέπουν νὰ στέκομαι
ὄρθιος, ἀκίνητος, μὲς
στὰ λουλούδια μου, ὅπως
αὐτὴ τὴ στιγμή,
θὰ νόμιζαν πὼς τὰ διδάσκω. Ἐνῷ
εἶμαι ἐγὼ ποὺ ἀκούω
κι αὐτὰ ποὺ μιλοῦν.
Ἔχοντας μὲ στὸ μέσο
μοῦ διδάσκουν τὸ φῶς.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ
ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ἀναδύθηκε δάσος ζοφερὸ
ἀπ᾿ τὸ πνεῦμα μας
κι ἐκάλυψε τὸν ὁρίζοντα.
Μόνο ἀτραποὶ τρυπώνουν
καὶ χάνονται μέσα στὸ φόβο.
Μέλλον δὲν φαίνεται.
Τρέχουν, χορεύουν ἀνύποπτα
γιὰ ὅ,τι γίνεται πάνω τους
τὰ παιδιά, ἐνῷ γέρνοντας γύρω
καὶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια τους, (ὡς
ν᾿ ἀκοῦν τὴ βοὴ καὶ νὰ βλέπουν
τὸ σύννεφο) σὰν ἕνα ἀπέραντο
ὑπαίθριο ἐκκλησίασμα
τὰ λουλούδια προσεύχονται.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...