12.9.16

Νικηφόρου Βρεττάκου, Ο Πόλεμος (απόσπασμα)

·       Ο Πόλεμος (1935)
 Νικηφόρος Βρεττάκος

Απευθύνεται στους ευγενείς
Αφιερώνεται στα θύματα
Αναφέρεται στους δυνατούς

                    1
Περιέστρεφα στο άπειρο 
Το λυπημένο μου βλέμμα 
Σαν ένας χλωμός 
Άγγελος  
Που τα φτερά του μάδησαν 
Στην έρημο του διαστήματος 
Κ’ έχει πέσει στη Γη.

Ακατάπαυτα 
Γύρω μου 
Έκλαιγε η ανθρωπότητα 
Σαν τις  αιώνιες θάλασσες 
Που θρηνούν 
Στις αναλλοίωτες αμμουδιές τους
***
Στο σκυμμένο μου μέτωπο 
Έπεφτε ο ίσκιος
Των αστεριών
Του ήλιου και του φεγγαριού.
Μεθυσμένη η Δημιουργία 
Έσερνε  γύρω μου
Τον αιώνιο χορό της 
Μ’ αναρίθμητα πλάσματα.

Μα εγώ 
Δεν ήμουν πουλί 
Σύννεφο
Αγέρας.

Κρεμιόταν
Το λαμπρό στερέωμα
Σα σταγόνα λευκή
Στον ορίζοντα της ψυχής μου.

Δεν ήρθα στη Γη 
Να προσθέσω τον τάφο μου.
***
Κ’ ενώ φώτιζε ο ήλιος·
Κ’ έσερνε ο κόσμος 
Το σιωπηλό του χορό,
Κοίταξα προς την ανατολή
Κι αφού προσευχήθηκα
Πήρα το δρόμο μου.

Στο ψηλότερο πήγαινα
Βουνό της Γης
Που η ανθρωπότητα πάνω του
Καρφώνει το βλέμμα της
Και περιμένει βοήθεια.

Πήγαινα στο βουνό
Που κάτω από τους ουρανούς
Στον ίλιγγο της κορφής του
Έχουν συναντηθεί
Τα αιώνια ίχνη
Του Χριστού
Του Προμηθέα
Του Έδδισον
Και του Αϊνστάιν.

Στον ορίζοντα επάνω
Καρτερά τη ματιά μου
Κάποιο άστρο
Και προσμένει
Το φως  του
Να του φέρω στη Γη.

Κι ανεβαίνω.
Ενάντιος ο δρόμος.
Τραχύς.
Ματώνουν τα πόδια μου.
Οι αχτίδες του ήλιου
Μού βαραίνουν τους ώμους.

***
Σαν έφθασα
Εκεί
Που αρχίζει η απερίσπαστη
Η Θεία γαλήνη και κοίταξα κάτου
Στην κοιλάδα του Ανθρώπου
Ένας πόνος  βαθύς
Με συγκλόνισε.
Σε ποια άβυσσο φοβερή
- Δυστυχισμένη ανθρωπότητα –
Είσαι ριγμένη.
Νυχτώνει γύρω σου
Της αβύσσου το μάτι.

Τα χέρια σου απλώνεις
Στις σπίθες των Σοφών 
- Τρέμοντας –
Να ζεσταθείς
Μέσα στ’ ανοιχτά
Μελανά  ρεύματα.

Άπλωσα εμπρός μου
Τον πάπυρο του σύμπαντος
Κι άφησα το πνεύμα μου
Μέρα νύχτα να ψάχνει.

Η λευκή οπτασία
Του ονείρου μου
Χόρευε στο θόλο.

Θα γονάτιζα εμπρός σας
Αγαπημένοι μου άνθρωποι
Να σας προσφέρω
Το φως μου.
Και θάμοιαζα
Τότε Σαν άγγελος
Που χορεύει χαρούμενος 
κι ας έπεσε απ’ τον ουρανό
Μια νύχτα Στη Γη.

ΙΙ
Μα ξαφνικά
Σαν τρομαγμένο περιστέρι
Χαμηλώνει το πνεύμα μου.
Ταμ! Ταμ! Ταταμάμ ! Ταμ  !
Ταμ ! Ταμ ! ταταμάμ! Ταμ !
Σάλπιγγες Τύμπανα
Μ’ ένα σύννεφο ήχους
Σκεπάζουν  τον ήλιο.
 Χάλκινα κύματα
Ξεσπούν στην κορφή μου .
Πόλεμος!

Με πύρινα γράμματα
Αχτινοβολεί στο σύμπαν
Η φλόγα της προσταγής.
Πόλεμος !
Σβήνω του νου μου το φως,
Διπλώνω
Στου σώματός μου τα κουρέλια 
Το μεγαλείο της ψυχής μου 
Και κατεβαίνω.

Μια πένθιμη λουρίδα
Κρέμεται στο μέτωπό μου.
Με κλεισμένα τα μάτια
Δέχομαι καρτερικά
Τη Στολή του Στρατιώτη.
Μού δείχνουν με το ξίφος.
Τα σύνορα του εχθρού
Και μού φορούν
Τη σκοτεινή πανοπλία.

-Αν υποθέσουμε
Πως απ’ τ’ αντικρινό το δάσος
Ξεπροβάλλει ο εχθρός
 - πες μας στρατιώτη - Τι θα κάμεις ;

Τους κοιτάζω στα μάτια
Με μιαν απέραντη απορία.

Δεν είμαι
Παρά ένα πέλαγο αγάπης.
 Δεν ξέρω ν’ απαντήσω.
Κι ενώ γελούν
Κρεμώ τ’ όπλο μου στον ώμο
Κι’ ανοίγω την αγκαλιά μου.
***

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...