28.10.16

"ΟΔΥΝΗ" του Νικηφόρου Βρεττάκου, από το κεφάλαιο "Αληθινός στρατιώτης"


12 Δεκεμβρίου


Ο αλβανός οδηγός ή δεν ξέρει, ή είναι φαίνεται πράχτορας του εχθρού. Αντί να μας οδηγήσει στο Φρατάρι, μας τραβάει προς το Φρασάρι, που το κατέχουνε οι εχθροί. Σέρνουμε τα πόδια μας, πεινάμε, ρίχνει πυκνό χιόνι και δεν βλέπουμε γύρω μας τίποτα. Ξαφνικά η πυκνή μάζα της συννεφιάς χωρίζεται στα δυο πάνω μας, αφήνοντας να σχηματιστεί ένα φωτεινό ποτάμι, απ' όπου πέφτει ήλιος απάνω μας.
"Κύριε ταγματάρχα, έχουμε πέσει πάνω σε συρματοπλέγματα!" Έχουμε φτάσει στην κορυφή σχεδόν του υψώματος 1220 της Κλεισούρας. Η κορυφή του σχηματίζει ένα μακρόστενο οροπέδιο. το βάθος και ανάμεσα στις ρίζες των δέντρων, διακρίνεται ένας μεγάλος καταυλισμός του εχθρού. Κι είμαστε ένας λόχος. Αυτό το ίδιο ύψωμα επιχείρησαν να το καταλάβουν δυο συντάγματα πεζικού κι ένα πυροβολικού την περασμένη εβδομάδα και δεν μπόρεσαν.  Η θέση μας είναι τραγική.
"Εφ' όπλου λόγχη!" παραγγέλνει ο ταγματάρχης. "Να καταληφθεί το ύψωμα πάση θυσία!" Βγαίνω μπροστά του: "Γιατί θέλετε να μας σκοτώσετε;" Τραβάει το περίστροφο και με στοχεύει στο μέτωπο. "Ξέρετε αν σας είμαι χρήσιμος στρατιώτης ή όχι" του λέω, χωρίς καθόλου να μετακινηθώ ή να σκύψω. Χαμηλώνει το περίστροφό του. Οι στρατιώτες καταλαβαίνουν. Και μια στις χίλιες αν πετύχαινε η επιχείρηση, ο κύριος ταγματάρχης, θα φορτωνόταν παράσημα και προβιβασμούς.
Επαναλαμβάνει το παράγγελμα. Μόνον άνθρωποι απελπισμένοι θα μπορούσαν να προχωρήσουν αδιαμαρτύρητα, προς αυτόν τον βέβαιο, άσκοπο θάνατο. Τα ξυλιασμένα χέρια μας αγωνίζονται να καρφώσουν τις λόγχες πάνω στα όπλα. Σηκώνουμε τα χαλαρά συρματοπλέγματα και προσπαθούμε, τρέχοντας, να αιφνιδιάσουμε τον εχθρό με άγριες φωνές. Αυτός όμως ξέρει, αυτός βλέπει.
Μούχει εμπιστοσύνη ο λοχαγός. Ξέρει ότι λίγο ενδιαφέρομαι αν θα ζήσω ή αν θα πεθάνω. "Χανόμαστε! Τρέξε για ενισχύσεις!" Τρέχω πάνω στο χιόνι, περνώ κάτω απ'  το συρματόπλεγμα, ο ταγματάρχης δεν είναι στη θέση του. Φωνάζω, ξαναφωνάζω, βάζω τις παλάμες γύρω απ' το στόμα μου, κανείς! Ξαναγυρίζω στο ύψωμα: "Λοχαγέ Γιαννούλη!" Αλλά τον λοχαγό Γιαννούλη, τον σέρνουν δυο στρατιώτες πάνω στο χιόνι. Μια ριπή τούχει τσακίσει το κόκαλο του μηρού.
Έχει δώσει διαταγή να υποχωρήσουνε οι στρατιώτες, κι όπως υποχωρούν, βλέπω κάθε τόσο μερικούς να πέφτουν ανάμεσά τους. Εγώ εννοώ να αναφέρω στον λοχαγό. Με παρασέρνουν, γλιστρώ, αναποδογυρίζομαι κάτω στο χιόνι. Ενώ προσπαθώ να σηκωθώ εκείνοι φεύγουν, περνούν το συρματόπλεγμα, πέφτουν κάτω από την κορφή, μένω μονάχος μου. Σηκώνομαι δύσκολα, στέκομαι όρθιος στα πόδια μου με πολύ κόπο. Το χιόνι γύρω μου είναι διάστιχτο από το αίμα κι από τους καπνούς των χειροβομβίδων. Ο εχθρός με βάζει από πίσω με όλα τα όπλα. Τι έχει συμβεί; Σαν να είναι δεμένες στα πόδια μου βαριές πέτρες, ούτε να τρέξω μπορώ, ούτε και να περπατήσω ακόμα. Στιγμές στιγμές, νοιώθω όπως θα ένοιωθε ένα δέντρο που θα ήθελε να περπατήσει. Ποτέ δεν είχα φανταστεί, πως θα μπορούσα να βρεθώ μόνος μέσα σ'  έναν τέτοιο παράδεισο. 
Ακούω τις σφαίρες να περνούν σαν σμήνη μελισσών δίπλα  στ' αυτιά μου κι εγώ προχωρώ όρθιος. Νοιώθω τον ζεστό τους αέρα δίπλα στο δέρμα μου. Περιμένω το θάνατο. Ανάμεσα σε δυο δευτερόλεπτα, υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσει ο θάνατος. Και σε μισό ακόμη δευτερόλεπτο, χωρισμένο στα δυο. Φτάνει ο ένας χτύπος του ρολογιού. Με τον ένα μπορεί να υπάρχεις με τον άλλον να βλέπουν οι άλλοι ότι δεν υπάρχεις.
"Δεν μπορεί να είμαι σκοτωμένος αυτή τη στιγμή;" "Σε λίγο θα είμαι." Οι σφαίρες εξακολουθούν να ζουζουνίζουν στ'  αυτιά μου. Τώρα, να, τώρα. Βρίσκομαι στην αγκαλιά του θανάτου. Το πράγμα είναι θέμα διαδικασίας. Η σφαίρα, ποια απ'  όλες θα είναι η σφαίρα. Έχω φτάσει στο συρματόπλεγμα. Περίεργο! Μπόρεσα κι έφτασα; Δίνω μια μια προς τα κάτω όπως ρίχνει κανείς μια βουτιά. Κι έπειτα; Αυτοί έρχονται πίσω μου σάμπως νάμαι ο μόνος εχθρός τους εγώ. Δεν έχω τη δύναμη να κάμω άλλο βήμα. Κάθομαι. "Επιτέλους, σκοτώστε με!"
Μερικές αστραπές ευφυίας, βοήθησαν τη ζωή μου και δεν αφανίστηκε. Αρχίζω να κυλιέμαι με το κορμί προς τα κάτω. Κάνω μάλιστα κι ελιγμούς να μη χτυπήσω στα δέντρα. Εκείνοι μου ρίχνουνε από πάνω, προστατεύομαι όσο νάναι κι απ'  τους κορμούς, η πλαγιά γίνεται ολοένα και περισσότερο απότομη, φτάνω στη ρεμματιά κάτω, κυλώντας σαν μια άσπρη μπάλα χιονιού.
"Ευχαριστώ, κύριε ανθυπολοχαγέ." Με περιμαζεύει ο καλός άνθρωπος, βοηθάνε και οι άλλοι στρατιώτες. Μετρούν πάνω στη χλαίνη μου, πέντε τρύπες από τις σφαίρες. Με καθίζουνε πάνω σ' ένα μουλάρι. Καθώς προχωρούμε με κρατούν από δεξιά κι αριστερά, σαν να είμαι ένα νεκρό πράμα.

από το αυτοβιογραφικό χρονικό του Νικηφόρου Βρεττάκου"Οδύνη"  
εκδόσεις Πόλις
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...