10.2.17

Αργύρη Χιόνη, Το απομεσήμερο ενός φαύνου


"Never - never more" 
E.A. Poe, "The raven"

Αὐτή εἶχε μόλις κλείσει τὰ εἴκοσι τρία· αὐτὸς πλησίαζε τὰ ἑξήντα. Αὐτὴ εἶχε μόλις ἐκδώσει τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογή της, ἀλλὰ ἀνυπομονοῦσε ἤδη γιὰ ἀναγνώριση, γιὰ καταξίωση. Αὐτὸς, ἀφοῦ  εἶχε φτύσει αἷμα καὶ περάσει διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, ἐθεωρεῖτο πλέον καταξιωμένος ποιητὴς καὶ κριτικός. 
Ἦταν ἕνα ζεστὸ ἀπομεσήμερο τοῦ Ἰουλίου καὶ ἦταν ξαπλωμένοι, ὁλόγυμνοι, ἐπάνω στὸ κρεβάτι του. Πρὶν ἀπὸ λίγο εἴχανε κάνει ἔρωτα· αὐτὴ μὲ βαθιοὺς στεναγμοὺς καὶ πνιχτὲς κραυγὲς "ηδονῆς"  αὐτὸς μὲ ἱδρώτα καὶ ἄγχος γιὰ τὴ λειψὴ στύση του. 
Αὐτὴ εἶχε ἀποκοιμηθεῖ· αὐτὸς, ξύπνιος καὶ γερμένος στὸ πλάι, πρὸς τὸ μέρος της, ἄκουγε τὴν ἥσυχη, ἀμέριμνη ἀνάσα της καὶ περιεργαζόταν τὸ κορμί της. Ὁ ὕπνος τὴν εἶχε κερδίσει σὲ ὕπτια στάση, ἀλλὰ τὰ στήθη της δὲν κρέμονταν δεξιὰ κι ἀριστερά· σφιχτὰ σὰν λεμόνια, σημάδευαν μὲ ρῶγες ὄρθιες τὸ ταβάνι. Τὰ μπράτσα ἦταν ἀλαβάστρινα, στομάχι καὶ κοιλιὰ καμπύλωναν πρὸς τὰ μέσα, χωρὶς ωστόσο νὰ ἐκθέτουν τὰ παΐδια τοῦ ὑπερκείμενου θώρακα. Τὸ τρίχωμα τοῦ ἐφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελοῦδο, οἱ μηροί, κρουστοί, δὲν ξεχείλωναν πάνω στὸ στρῶμα· τὸ ἴδιο καὶ οἱ γάμπες. Τὰ γόνατα διακριτά καὶ τέλεια σμιλευμένα. Ὅσο γιὰ τὰ πόδια -ἄχ, τὰ πόδια!-, δύο κομψοτεχνήματα, μὲ λεπτουργημένους ἀστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη καὶ ἀκροδάχτυλα σὰν ρόδινες, στριφτὲς καραμελίτσες, ποὺ σοῦ ΄ρχόταν νὰ τὶς γλείφεις μέχρι νὰ λιώσουν μὲς στὸ στόμα σου.
Ἀπ' τὰ δροσάτα πόδια της, στὰ μαραμένα τὰ δικά του πέρασε τὸ βλέμμα του καὶ, ἀπὸ κεῖ,  στὶς ἀχαμνές του γάμπες ἀνηφόρισε, στ' ἀρθριτικά του γόνατα καὶ στοὺς σακουλιασμένους του μηρούς.  Στὸ σμίξιμό τους ἀντίκρισε, μὲ δέος, τὰ τζούφια ἀρχίδια του, στεφανωμένα ἀπὸ γκρίζες γουρουνότριχες, καὶ, λίγο πιὸ ψηλά, τὴ χαλαρὴ κοιλιά πού, ὅπως ἤτανε γερτός στὸ πλάι, πάνω στὸ στρῶμα εἶχε κυλήσει. Μίσος καὶ ἀηδία τὸν κατέλαβαν γιὰ τὸ παρηκμασμένο του κορμί. Ἡ σύγκριση τοῦ οἰκείου χειμῶνος μὲ τὸ παρακείμενο θαλερὸ θέρος τὸν τζάκισε καὶ, ἀφοῦ ὁ ὕπνος δὲν ἔστεργε, ὡς παρηγορητής, τὰ μάτια νὰ τοῦ κλείσει, τὸ χέρι ἅπλωσε κι ἀπ' τὴ βιβλιοθήκη, πλάι στὸ κρεβάτι, ἕνα βιβλίο ἀνέσυρε, στὴν τύχη (τί φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στὴν ἑβδομηκοστὴ ἐνάτη τὸ ἄνοιξε σελίδα κι ἄρχισε νὰ διαβάζει:

Πάει κι ὅλας χρόνος ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Φαρὶντ πῆρε τὴ Νάαμα γυναίκα, καὶ κάθε πρωινὸ τὸ ἀντρόγυνο κάτω ἀπὸ τὶς ἀλέες τριγυρνᾶ, ποὺ οἱ φυλλωσιές τους τὸ ξανάνιωμα τοῦ ἔρωτα θροϊζουν. 
Ὅμως ἐκεῖνοι προχωροῦν, ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο, ἀργά ἀργά, λὲς καὶ ξεπροβοδίζουν νεκρὸ στὸ μνῆμα, λὲς καὶ τὴ μουσικὴ δὲν ἀγροικοῦν τῶν δέντρων, δίχως νὰ λέν μιὰ λέξη, δίχως οὔτε ἕνα βλέμμα ν' ἀνταλλάζουν.
Μέρα τὴ μέρα, τῆς Νάαμaς τὰ μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τὰ μάγουλά της.
Κι ἐγὼ φαντάζομαι μὲ πόση ἠδονὴ θὰ ἀφουγκράζεται, μὲς στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στὸν Φαρίντ, ὁλόγυμνη, τὸ ἀργό, μὰ σταθερὸ ἔργο τοῦ θανάτου στοῦ γέροντα τὸ σῶμα, τὸ τρίξιμο τὸ σιγανὸ ποὺ κάνουν οἱ κλειδώσεις του, καθώς, μία πρὸς μία, τὶς θρυμματίζει ὁ χρόνος, τὸ ἀδιάκοπο τῆς ὕπαρξής του ξεχαρβάλωμα,
ὅμως, τὸ γλυκοχάραμα, ὅταν τὴν παίρνει ὁ ὕπνος, ἐκεῖνος γέρνει ἀπάνω ἀπ' τὸ κεφάλι τῆς ὀμορφονιᾶς καὶ, σὰν θεριὸ ποὺ τὸ μυαλὸ τῆς λείας του ρουφᾶ, τὰ χαρωπά της ὄνειρα ταράζει.*

Τοῦ ἦρθε σκοτοδίνη, τοῦ ἦρθε νὰ σκοτωσει ἄνθρωπο. Σκότωσε μόνο ἕνα κουνούπι που ΄χε τὴν ἀτυχία πάνω στὴν ἐπίμαχη σελίδα νὰ προσγειωθεῖ, τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ ποὺ ἔκλεινε μὲ πάταγο καὶ καταγῆς πετοῦσε τὸ βιβλίο.
Τὸ λαχταριστὸ στὸ πλάι του κορμὶ λαχτάρησε, σήκωσε τὸ κεφάλι ἀπ' τὸ μαξιλάρι καί, τρομαγμένο, ρώτησε:"Τί ἔγινε, ἀγάπη μου, τί ἔπαθες;".  Τότε αὐτὸς τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιά, τὰ ὑπέροχα μεταξωτὰ μαλλιά της, καὶ δυὸ ἀπανωτὰ τῆς ἔριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:"Μὰ πῶς τολμᾶς, μὰ πῶς τολμᾶς νὰ εἶσαι τόσο νέα, τόσο ὡραία;!". 
Ὕστερα, πρὶν προλάβει αὐτὴ ν' ἀρθρώσει λέξη, φόρεσε ἕνα πανταλόνι, ἕνα πουκάμισο κι ἕνα ζευγάρι ἐσπαντρίλιες καὶ πῆρε τοὺς δρόμους νὰ τὴν αφήσει μόνη, νὰ μὴν τὴ δεῖ νὰ φεύγει, νὰ τὸν ἀφήσει ἐπιτέλους μόνο.
Ἐπέστρεψε μετὰ ἀπὸ μιὰ ὥρα. Τὸ σπίτι ἦταν ἄδειο·  ὁ Παίκτης Δίσκων Συμπαγῶν ἔπαιζε ἀκόμη τὸ Πρελούδιο στὸ ἀπομεσήμερο ἑνός φαύνου. Πάντα στὴν ἐπανάληψη τὸ ἔβαζε ἐκεῖνο τὸ κομμάτι, κάθε φορὰ ποὺ ἔκανε ἔρωτα. Ἐνίσχυε τὴν ἐλλιπή του στύση, τὴν ἔκανε πιὸ συμπαγή. Ἔτσι νόμιζε. Τώρα, ὡστόσο, πλησιάσε τὴ συσκευὴ καί, μουρμουρίζοντας, μὲ κάποια θλίψη, εἶν' ἀλήθεια, ἀλλὰ μὲ πιὸ πολλὴ ἀνακούφιση, "Ποτέ -ποτὲ πιά", τὴν ἔκλεισε.
Ἔχων σώας τὰς φρένας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΙΧΛΗ




Sleeping Venus And Cupid Nicolas Poussin



*σχόλιο Α. Χ.: πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα "Συζυγική ζωή", ἀπό τὴ συλλογή Τὸ περιβόλι τῆς ἀγάπης, ἀγνώστου Ἄραβα ποιητῆ ποὺ ἔζησε στὴ Γρανάδα (Ἰσπανία) τὸν 10ο ἤ 11ο αἰώνα (ἐκδόσεις Ἠριδανός, 1982, σ. 79-80). Ἡ μετάφραση (ἐδῶ ἐλαφρῶς πειραγμένη, ὥστε νὰ δένει μὲ τὸ ρυθμὸ τοῦ δικοῦ μου κειμένου) ὀφείλεται στὸν Κώστα Τρικογλίδη, μεταφραστῆ επίσης τοῦ μνημειώδους ἔργου Χίλιες καὶ μιὰ νύχτες.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...