30.10.11

από την ανάγνωση στην λαλιά

Το κείμενο αυτό είναι συνέχεια παλαιότερων ανατρήσεών μου που σχετίζονται με το λόγο, την λαλιά και τη φιλαναγνωσία. Ο συνεχώς υποδαυλιζόμενος  προβληματισμός σχετικά με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας διά της τέχνης του ομιλείν, της τέχνης δηλαδή του να προσεγγίζεις τη λογοτεχνία μέσα από τη λαλιά, προκύπτει από την πρακτική - εμπειρική μου αναζήτηση και έρευνα πάνω στο θέμα, δουλεύοντας βιωματικά τόσο με μαθητές γυμνασίου, όσο και με ενήλικες.
Μεσούσης της εθνικής συμφοράς, στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου 2011 τα παιδιά της ομάδας μας "ενστερνίστηκαν" το λόγο του Άξιον Εστί, συγκεκριμένα κάποια αποσπάσματα από τα Πάθη, αυτά που εγώ αυθαιρετώντας έκρινα ότι αρμόζουν στο δικό μας σήμερα. Ο λόγος προφανής, δε θα επεκταθώ. Θέλω μόνο να μοιραστώ, μέσα από αυτή την στον μικρό έστω κύκλο των λίγων αναγνωστών του βλογίου  έκθεσή μου σε δημόσιο λόγο, κάποιες παρατηρήσεις  που μπορεί να αποβούν χρήσιμες σε συναδέλφους φιλολόγους κατά τη διδασκαλία της λογοτεχνίας.
Η πρώτη αντίδραση των παιδιών όταν  τους ανακοίνωσα ότι αντί άλλης γιορτής την 28η θα παρουσιάσουμε το Άξιον Εστί (με τα τραγούδια του) ήταν πάγωμα. Κρύο ρεύμα απλώθηκε παντού στο αμφιθέατρο. Και αιωρήθηκαν άφωνες διερωτήσεις; "Μήπως κάτι τέτοιο είναι πολύ βαρύ, καταθλιπτικό;". "Μήπως βαρεθούν οι θεατές;" κλπ.
Η δεύτερη αντίδραση των παιδιών, όταν άρχισα να τους διαβάζω τα πρώτα κείμενα ήταν μια δυσκολία να εστιάσουν την προσοχή τους σ' αυτό που άκουγαν. Το διάβαζα τουλάχιστον δύο φορές. Έβλεπα στο βλέμμα τους απορία. Τι στο καλό θέλει να πει ο ποιητής, η πρώτη και κύρια. Η δεύτερη: τι στο καλό παθαίνει η καθηγήτρια κι όταν το διαβάζει νιώθει ότι την αφορά προσωπικά; 
Καμιά από τις δύο αυτές απορίες φυσικά δεν απαντιέται. Τουλάχιστον με το μυαλό.
Εντύπωση επίσης τους προκάλεσε η φόρμα των πεζών κειμένων του Ελύτη. 
Ώρα την ώρα και μέρα τη μέρα, το τοπίο έβλεπα να ξεκαθαρίζει στη σκέψη τους και η απορία σχετικά με το νόημα του κάθε ποιήματος ή πεζού να απαντιέται σταδιακά, χωριστά στο κάθε ένα παιδί της ομάδας και συνολικά σε όλους μαζί, καθώς μοιράζαμε τα κομμάτια που θα έλεγε ο καθένας και αναγκάζονταν να τα μιλάνε. Τότε, πάντα με κριτήριο ένα λάθος τονισμό, ένα μπουρδούκλωμα της γλώσσας, ένα προσωδιακό λάθος ομιλίας, τους πίεζα να αντιληφθούν άμεσα τη νοηματική αλληλουχία των συμφραζομένων, ακόμα κι αν αυτή ήταν κρυμμένη πίσω από δισδιάκριτα λεκτικά παντρέματα. Ψάχναμε την κατανόηση μέσω του συνειρμού, μέσω της αίσθησης και του συναισθήματος που γεννούν κάποιοι συνδυασμοί φωνηέντων, συμφώνων κι αταίριαχτων μεταξύ τους λέξεων, πάντα με στόχο αυτό, η ανάγνωση να γίνει ΟΜΙΛΙΑ. Το τοπίο ξεκαθάρισε ακόμα περισσότερο όταν τα παιδιά άρχισαν να εφαρμόζουν το κάθε ποίημα και πεζό από τα Πάθη στο δικό μας σήμερα και να το καθρεφτίζουν σ' αυτό που ζει η Ελλάδα αυτή τη στιγμή.
Για μένα  η καλύτερη διδακτική προσέγγιση της λογοτεχνίας είναι ο μαθητής να ενστερνιστεί ο ίδιος προσωπικά το έργο της τέχνης. Δεδομένου ότι η σχέση του έργου της τέχνης με τον κάθε αποδέκτη του, είναι ένας μυστικιστός δεσμός - κι αυτό που λέω με τίποτα δεν αντιτίθεται  στην ανάγκη για ανάλυση και το ξεκλείδωμα του έργου της τέχνης (π.χ. βλέπε την τεράστια συμβολή του Βάρναλη στη μελέτη του έργου του Σολωμού ή τις εξαιρετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του Μαρωνίτη, ή του Μουλλά) προαπαιτείται της κάθε ανάλυσης μια αληθινή, αυθεντική ανάγνωση (ανα-γιγνώσκω = μαθαίνω απ' την αρχή, ξανά, τη γνώση μέσα στην οποία ζω). Τα παιδιά της ομάδας μας που μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν το Άξιον Εστί έπρεπε με κάποιους δικούς τους υπόγειους δρόμους, που εγώ δεν θα τους μάθω ποτέ, να βρεθούν μέσα στο ποίημα. Δουλειά του δασκάλου πρωτογενής είναι όχι να τους διδάσκει το ποίημα, αλλά τον τρόπο να βρίσκουν τους δρόμους προς το ποίημα, το οποίο άλλωστε, όπως λέει κι ο ποιητής "είναι παντού".
Η αποστήθιση είναι μια διαδικασία ενστερνισμού και ως τέτοια πρέπει να ασκείται συνειδητά. Δεν μαθαίνω απ' έξω μηχανικά ένα κατεβατό, αυτό που μαθαίνω το κοσκινίζω κατά τη διάρκεια της απομνημόνευσης, κάνοντάς το κτήμα μου. Ενδιαφέρον έχει ότι και στις δυο λέξεις (αποστήθιση και ενστερνισμός) περιέχεται ο χώρος της καρδιάς, "στήθος" και "στέρνο". Για μένα αυτό δηλώνει τη διαδικασία του ψυχικού εμποτισμού που γεύεται ο άνθρωπος μέσω της επαφής του με την τέχνη, εμποτισμός που πάντα και μόνο γίνεται χάρη στις  ευγενείς ιδιότητες αυτής της υποστασιακής ευλογίας που ονομάζουμε "καρδιά". Πιθανόν ένας νευροφυσιολόγος να είχε πιο ολοκληρωμένες παρατηρήσεις να κάνει σχετικά με αυτή τη μαθησιακή διαδικασία μέσω βιώματος, δεδομένου ότι έχει πλέον τεκμηριωθεί ότι δραστηριοπούνται διαφορετικοί νευρώνες του εγκεφάλου σε κάθε περίπτωση. Το πρόβλημα της ελληνικής, και όχι μόνο, εκπαίδευσης είναι ότι θέλει οι μαθητές να καταλάβουν το Μαρωνίτη και το Μουλλά ερήμην του Καβάφη και του  Βυζηινού. Δηλαδή να παίρνουν μόνο πληροφορίες σχετικά με την ποίηση και την πεζογραφία και όχι άμεση γνώση, που είναι μόνο η πληροφορία που δίνει η καρδιά, το στήριγμα για την κάθε μορφή γνώσης.
Οι παραπάνω σκέψεις είναι απαύγασμα των παρατηρήσεων που έκανα στην "αναγνωστική" πρόοδο των παιδιών της ομάδας κατά την διάρκεια των προβών. Το συνεχές αίτημα από τη μεριά μου ήταν: ΜΙΛΑ το κείμενο. ΠΕΣ ΤΟ στον διπλανό σου, στον απέναντί σου, σ' έναν φανταστικό θεατή που τον τοποθετείς εσύ όπου θέλεις. Η λαλιά είναι αίγλη, όταν απλώνονται τα φωνήεντα, χτυπούν τα σύμφωνα στο έρκος των οδόντων και ο συνδυασμός τους παράγει την ηδονή του λόγου. Σε μεγάλο βαθμό τα παιδιά το πέτυχαν αυτό. Οικειοποιήθηκαν το λόγο του Ελύτη και τον έκαναν προσωπικό τους καημό. Αυτή ήταν και η πρωτογενής θεατρική μας συνθήκη: να φύγει ο λόγος από τα χείλη περιβεβλημένος αξιοπρέπεια, θυμό και περηφάνια.
jiagogina
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...