Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιοντάκης Χριστόφορος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιοντάκης Χριστόφορος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.7.19

Χριστόφορος Λιοντάκης, από τις ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ

Χ
Τρομάζεις να διαβείς την απόσταση 
που χωρίζει τη μια ρυτίδα από την άλλη
Ψάχνεις να βρεις
Και χάνεις περισσότερα
Τίποτε δεν αλλάζει
Τα πράγματα θυμούνται σιωπηλά
Βαρέθηκες
Την αναζήτηση του προσωπείου
Που θα συμφιλιώσει
Προγονικές γκριμάτσες κι ευγενικά μισόλογα
Με απόκρυφους ήχους
Που θ΄αλλάξει το νόμο της ζούγκλας
Και θ΄απαλλάξει τη νύχτα από τις ενέδρες
Βαρέθηκες την αβεβαιότητα της φυγής
Αποφάσισε λοιπόν να ζήσεις
Έτσι μόνο θα σου δοθεί
Η χάρη του θανάτου



Το τέλος του τοπίου, Χ
Εικόνες που επιμένουν
Εκδόσεις Γαβριηλίδης

26.7.19

O Χριστόφορος Λιοντάκης μεταφράζει Ρεμπώ



Σήμερα έφυγε ο ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης. Λόγιος,  μελετητής της λογοτεχνίας -και όχι μόνο- και σημαντικός μεταφραστής. Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ του Ρεμπώ,  ίσως την καλύτερη μετάφραση  του Ρεμπώ  που έχω διαβάσει...
Ας είναι ελαφρύ το χώμα...
***

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΑ ΙΙ
ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
Σειρά μου. Θα ιστορήσω μια τρέλα μου.
Χρόνια κόμπαζα πως δε υπήρχε εικόνα που να μην τη γνωρίζω και χλεύαζα τις διασημότητες της σύγχρονης ζωγραφικής και ποίησης.
Μου άρεσαν οι αφελείς ζωγραφιές, τα υπέρθυρα, τα σκηνικά, οι μπερντέδες των σαλτιμπάγκων, οι επιγραφές, οι λαϊκές εικονογραφήσεις`  η παλιοκαιρίσια λογοτεχνία, λατινικά της εκκλησίας, ανορθόγραφες ερωτικές φυλλάδες, ρομάντζα των προπαππούδων μας΄ τα παραμύθια με νεράιδες, τα παιδικά βιβιαράκια, οι παλιές όπερες, τα σαχλά ρεφρέν, οι απλοϊκοί σκοποί.
Ονειρευόμουν σταυροφορίες, ταξίδια εξερευνητών που χάνονται τα ίχνη τους, δημοκρατίες στο πουθενά, θρησκευτικούς πολέμους που  δεν ξέσπασαν, επαναστάσεις ηθών, μετακινήσεις φυλών και ηπείρων: σ΄όλα τα μάγια πίστευα.
Επινόησα το χρώμα των φωνηέντων! -  Α μαύρο, Ε λευκό, Ι κόκκινο, Ο γαλάζιο, ΟΥ πράσινο. - Καθόρισα τη μορφή και την κίνηση κάθε συμφώνου και καυχήθηκα πως με ένστικτους ρυθμούς ανακάλυψα έναν ποιητικό λόγο που καποια μέρα θα είναι προσιτός σε όλες τις αισθήσεις. Τα δικαιώματα της μετάφρασης δικά μου.
Στην αρχή ήταν μια άσκηση: κατέγραφα σιωπές, σκοτάδια, αποτύπωνα το άφατο. Καθήλωνα ιλίγγους.

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ
ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
εκδόσεις  Γαβριηλίδης

17.12.17

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο Μεγάλος Δρομος, απόσπασμα



ΕΚΕΙΝΗ ΚΙ ΕΓΩ

  Άγουρο ξύπνημα με τη γεύση ενός ονείρου που έμελλε να συνεχιστεί. Δεν ήθελα να πιω φασκόμηλο. Η γιαγιά δεν γκρίνιαξε. Να ντυθώ μόνο καλά, γιατί το πρωινό αγιάζι περονιάζει. Ξεκινήσαμε, και με γρήγορο βηματισμό διασχίσαμε το χωριό και βρεθήκαμε στο θαμνοσκεπές τοπίο, ελαιώνες και αμπέλια που βλάσταιναν δειλά. Η πάχνη πάνω στα φυτά, στις πέτρες και στο χώμα μούσκευε τα παπούτσια μας. Να μην πατάς στα νερά. Τα νερά που ανάβλυζαν μέσα απ’ το χώμα και  τις βραγιές, που σχημάτιζαν ποταμούς, παραπόταμους, ακρωτήρια, χερσονήσους, νερόλακκους. Που κάλυπταν τις πέτρες και τη χλόη, υποχωρούσαν, έστριβαν, περνούσαν σύρριζα  από το πρώτο ανθισμένο, άλλου πεντακάθαρα κι αλλού θολά από τις πατημασιές των ζώων που είχαν περάσει. Που παρέσερναν ζουζούνια, μέλισσες και ξύλα, και καθρέφτιζαν την ευφροσύνη του τοπίου.
  Τώρα ο ήλιος ψηλώνει. Άφηνε ωστόσο να φαίνεται ένα μικρό φεγγαράκι, χνούδι στην άκρη του ουρανού. Τα δυο γεφυράκια που περάσαμε έμοιαζαν ιπτάμενα στο πράσινο. Να μην πάμε από τη γέφυρα του ποταμού. Πέφτει μακριά, καλύτερα από το κάτω πέρασμα. Θα πατάμε στις πέτρες. Οι πέτρες λάμπανε  μέσα στο νερό. Έξω, θαμπές απ’ το αγιάζι. Και περάσαμε με τον ρυθμό που μας υπαγόρευαν οι ποταμίδες και τα αηδόνια. Και προχώρησα τρέχοντας. Κι όλο κοίταζα πίσω και σταματούσα για να με προφτάσει.
  Ο φράχτης χωρίς ηλικία και κλειδί. Εκείνη έλυσε το σκοινάκι να πόρτας και μπήκαμε στο περιβόλι. Μην κυλιστείς αμέσως στο χορτάρι. Περίμενε να στεγνώσει. Οι βιόλες ανθούσανε, γιαγιά, και οι αγριοτριανταφυλλιές. Γιατί αργούν τα εκατοντάφυλλα; Έτσι πρέπει. Για να έχουμε για πολύ καιρό ρόδα. Ένα μέρος του περιβολιού βαθύ καφέ, παραφωνία στο πράσινο. Ο πατέρας το προόριζε για τα καλοκαιρινά λαχανικά. Το όργωσε, το έσκαψε, ξανά και ξανά. Πάνω του περίεργα σημάδια, ιερογλυφικά, που άφησαν μικρά άγρια ζώα από τα νυχτερινά παιχνίδια τους.
  Θα σκαλίσω τος πρασιές και θα βγάλω τα αγριόχορτα από τις φακές και το λινάρι. Τη βάραινε μια θλίψη που δεν έλεγε να πάρει όνομα. Την είχα συνέχεια από κοντά. Κάθε τόσο απομακρυνόμουν να κόψω τσάγαλα, να μετρήσω τος χελώνες που έβγαιναν στον ήλιο  κάτω στο ποτάμι. Ξαναγύριζα κοντά της. Πότε θα ανάψουμε τα καντίλια, γιαγιά; Ξανάφευγα. Ακολουθώντας τις στρατιές των μυρμηγκιών έφτασα στο σύνορο του διπλανού περιβολιού, όπου έκαιγαν κλαδιά ελιάς και ποκροδαφνης. Ήταν πνιγμένο στον καπνό, που τον διαπερνούσε ο ήλιος και ευώδιαζε το καμένο. Ένα πουλαρι δρασκέλισε το σύνορο. Ήρθε κοντά μου. Κρεμάστηκα στον λαιμό του. Έγειρα και έπεσα στα χαμομήλια. Έσκυψε  και μου έγλειψε τα μάγουλα, τα χέρια καθ τα πόδια. Ίδρωσα κι έτρεξα να ξαπλώσω κατω απ’ τη χαρουπιά, με τον ελαφρό της ίσκιο. Τα κλαδιά της έγερναν στον γκρεμνό  προς το ποτάμι, από όπου έφταναν φωνές που δεν τις ειχα ξανακούσει. Την είδα να κάνει τον σταυρό της, αγγίζοντας τις  άκρες των δαχτύλων της στο χώμα, να ξορκίζει το πένθος μέσα σε μια αχλυ μετάνοιας. Το γήρας που χώνευε μέσα στο ανθισμένο. Μια μέλισσα είχε καθίσει στο μαύρο μαντίλι της. Εκείνη δεν την έβλεπε. Εγω για πρώτη φορά έβλεπα κόσμημα πάνω της. Δεν μιλούσε πολύ.
  Ξεμάκρυνα πίσω από το χέρσο, στο σκοτεινό χαντάκι με το στεκόμενο νερό. Σαν κάτι να με τραβούσε, κι έσκυβα διαρκώς στη μοναξιά του υδρόβιου λειμώνα. Με σήκωσε η φωνή της. Έδενε σφιχτά το μαντίλι, μάλλον τέλειωσε. Πότε χέρι χέρι, πότε λίγα βήματα μπροστά, πότε πετώντας το σοκάκι στον αέρα, φτάσαμε στο ξωκλήσι κάτω απ’ το λόφο. Μισάνοιχτη πόρτα. Τη σπρώχνω και τρίζει. Υγρασία από τις πλάκες ως την οροφή. Το βορινό παραθυράκι στη δυσμένεια των ανέμων. Με σηκώνει να προσκυνήσω. Σταυροκοπιέται ετοιμάζοντας τα καντήλια. Τα σπίρτα μουλιασμένα, δεν ανάβουν. Τα καταφέρνει. Το φως των καντηλιών και το θυμίαμα θαμπώνουν τις μορφές των εικόνων. Γονατίζει. Μου δίνει ένα μάτσο μυρτιές να σκουπίσω το Ιερό Βήμα. Εκεί δεν μπαίνουν γυναίκες. Από κει την έβλεπα σε μια γωνία, ακουμπισμένο στον τοίχο. Έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από το τέμπλο. Βγήκαμε. Καθίσαμε στο πεζούλι, δίπλα σ’ ένα ιωνικό κυονόκρανο, ασβεστωμένο. Πνιγμένοι στις μυρτιές, στα κυπαρίσσια, στις δάφνες, στις λυγαριές, στη ρίγανη και το θυμάρι, κοιταζόμαστε. Έβγαλε το μαντίλι της και σιγοψυθίρισε:

Χαρά στη μοίρα σας, βουνά, 
που Χάρο δε φοβάστε,
μόν’ περιμένετε άνοιξη
να πρασινολογάτε.

  Ο σκαμμένος χείμαρρος στο πρόσωπό της γέμισε θολά νερά. Έπεσα στην αγκαλιά της. Δεν ξέρω τι μοσχοβολούσε περισσότερο.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, αφηγήματα
εκδόσεις Γαβριηλιδης (2017) 

10.12.17

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο Μεγάλος Δρόμος


ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Κάλαντα δεν είπα ποτέ μου. Ντρεπόμουν. Ήθελα όμως να μας τα λένε, λαχταρούσα να χτυπήσει η πόρτα. Η παραμονή των Χριστουγέννων ήταν κουραστική μέρα. Αρκετοί πήγαιναν να μαζέψουν ελιές, οι περισσότεροι έσφαζαν τους χοίρους. Με το κρέας τους ετοίμαζαν ένα σωρό λιχουδιές για τις γιορτές,. Μαζί με τ’ αλλά παιδιά, με περιέργεια αλλά και κάποιον φόβο, παρακολουθούσαμε από μακριά τη διαδικασία της σφαγής. Περιμέναμε ένα από τα σπάνια παιχνίδια μας, την ουροδόχο κύστη. Την καθαρίζαμε, τη φουσκώσαμε και παίζαμε μ’ αυτήν μπάλα.
Κάποια χρονιά, πριν κοιμηθώ, πήγα στον στάβλο. Το τρίχωμα των ζώων, νοτισμένα από τη ζέστη του άχυρου  και τις ανάσες τους, μύριζε μόχθο και υπομονή. Χάιδεψα το πουλάρι. Ήθελα ίσως να νιώσω κάτι από το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Για τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία ξυπνούσαμε χαράματα. Δεν υπήρχαν ρεβεγιόν,στολισμένα δέντρα, αλλά ούτε και η αίσθηση της στέρησής τους, αφού έτσι κι αλλιώς τα αγνοούσαμε. Άλλα πυρπολούσαν τη φαντασία μας.
Η γιαγιά ξεκίνησε πρώτη. Ξύπνησα κι εγω. Άρχισα να ετοιμάζομαι στο μισοσκόταδο. Το σπίτι φωτιζόταν από το λυχνάρι, το τζάκι και μια λάμπα πετρελαίου. Η μόνη πολυτέλεια, τα καινούργια  ρούχα και παπούτσια. Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και μπήκε έντρομη η γιαγιά. Την άκουσα να λέει στον πατέρα μου: «Γιαννιό, παιδί μου, έλα να με πας στην εκκλησία. Μου χύμηξαν στον δρόμο δυο σκυλιά και δεν μπορώ να περάσω». Ο πατέρας την πήρε από το χέρι κι έφυγαν. Η μητέρα έμεινε
σπίτι. Ξεκίνησα γεμάτος αγωνία να μη λερώσω τα παπούτσια μου στις λάσπες. Μπήκα στην εκκλησία. Μέθυσα από τη μυρωδιά του λιβανιού και τις ζεστές ανάσες. Η γιαγιά, στρομωγμενη σε μια  γωνία, έκανε τον σταυρό της. Ο τρόμος, διάχυτος ακόμη στο πρόσωπό της.
Η εικόνα με τα σκυλιά δεν έλεγε να με αφήσει, μια φρίκη διαπερνούσε το σώμα μου. Οι ψαλμωδίες μπερδεύονταν μέσα μου με τα γαβγίσματα των σκυλιών. Η απόλυση. Στην επιστροφή κρατούσα τη γιαγιά από το χέρι. Ο ήλιος τιτλοφορούσε  τα πάντα. Οι νερολακκοι έλαμπαν. Οι άνθρωποι, ταπεινά περιποιημένοι, επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ξεκινούσε νωρίς. Το μενού αποκλειστικά από χοιρινό. Η γαλοπούλα άγνωστη. Γλυκά δεν υπήρχαν. Ήταν προνόμιο της Πρωτοχρονιάς.
Ύστερα, περίπατοι στους λασπωμένους δρόμους. Ζώα μηρυκάζαν στη λιακάδα. Βασιλιάς των παιχνιδιών, τα μπαλόνια. Τα λέγαμε φούσκες. Καμία σχέση με τη σύγχρονη διακοσμητική χρήση τους. Τα φουσκώσαμε, τα ξεφουσκώναμε,  ερεθίζονταν τα χείλη μας, τα κρατούσαμε αγκαλιά. Όταν έσπαγαν, το πρόσωπό μας συννέφιαζε.
Το μαγικό ελάχιστο τέλειωνε με το ηλιοβασίλεμα.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, αφηγήματα
εκδόσεις Γαβριηλιδης, 2017

1.10.10

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ: Στο τέρμα της πλάνης




Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΣΟΥ

Η βροχή με ηθικό αυτουργό τον ήλιο
παγιδεύοντας αιθέρια υλικά καλλωπίζει
τα τερατουργήματα της ανθρώπινης υπεροψίας.
Συναρμολογεί το τεμαχισμένο, καταλύει το γυαλιστερό
αφήνοντας χώρο στα μη βλεπόμενα.
Υποθάλπει το τρεμάμενο
σταλάζοντας ιάματα στους γδαρμένους τοίχους.
Παρέχει προθεσμία στην ανθρώπινη ατέλεια.
Φτερωτοί κατάσκοποι φερμένοι από θαλάσσια τύχη
με ουράνια πρακτική σκουπίζουν το γαλάζιο.
Αφαιρούν τους ρύπους της ευημερίας, τις οσμές
του πανικού.
Με τους ραμφισμούς τους ανταλλάσσουν πληροφορίες
δημοσκοπούν την ευκρασία των αέρων.
Μειδιούν με το μόχθο των αδαών
που αρνούνται την ακρόαση του σύμπαντος
γειωμένοι στις διαμαρτυρίες του Κιότο και
της Κοπεγχάγης.
Πολιτεύονται ευφρόσυνα με τις αμίαντες περιπολίες τους.
Μεταφέρουν παρθένους σπόρους
και τους σκορπούν εκεί που το μεταλλαγμένο.
Αγνοώντας την επίκτητη χρήση του χρόνου
επιμένουν στην ανθισμένη του ουρανού.
Μάχονται τη συλλογική ύπνωση.
Αφήνοντας μηνύματα στα ακρωτήρια στις στέγες
καταγγέλλουν την υπερχείλιση της ανθρώπινης
χρεοκοπίας.
Κοσμικοί ακτήμονες σταλμένοι από το Άλλο
ειρωνεύονται την αφθονία των λίγων.
Αρκεί μια κοσμική μπαλιά.
Έτσι κι αλλιώς το Σύμπαν αποφασίζει για τη Γη.
Ίσως στη θέση του δεινόσαυρου ο άνθρωπος.
Άραγε τι επίλογο θα γράψει ο ήλιος;

Απόβροχα απογέματα από την απορία κρεμασμένα.

ΠΙΚΡΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ
στον Κωνσταντίνο,
τον αυτόχειρα πατέρα της μητέρας μου

Άραγε, να σε γνώριζα, θα σ'  αγαπούσα τόσο;
Αν σκούπιζα τις μύξες και τα κλάματα στα γόνατά σου
τ'  αναφιλητά που μ'  έπνιγαν, θα γίνονταν λέξεις;
Αν αγκάλιαζα το λαιμό σου πριν του καρφώσεις
το μαχαίρι θ'  άλλαζες γνώμη;
Χωρίς το θρήνο της λαβής θα  'ταν πιο εύκρατο το αεράκι;
Αν αντίκριζα την άχραντη μορφή σου
θα 'ταν αλλιώτικο το φως;
Στο πρόσωπό σου που ποτέ δεν είδα
είδα όσα ποτέ μου δε θα ξαναδώ.

Έρχεσαι στον ύπνο μου ντυμένος στα μπλαβά.
Το ξημέρωμα με φωτεινές προθέσεις σβήνει για λίγο
των παιδικών το γκρίζο
και παύει ο πόνος να 'ναι διάδοχος του ύπνου.
Χρυσάφι στα χέρια σου το στάρι
και μύρο ο ιδρώς στο μέτωπό σου
που τρέχει νοερός να κρύψει τις δικές μου πράξεις
βυθισμένος καθώς είμαι στο μυρωμένο
σκοτάδι το βασιλικού.

Το όνομά σου: το μισό του κόσμου στο κενό.
Μισόλογα, μισόλογα, μισόλογα!
Πώς στα δικά μου λόγια να σε περιλάβω.
Λένε πως... Μα εγώ πιστεύω
πως έφυγες σαν ένα ρόδο που κουράστηκε ν'  ανθίζει.

Έτσι απόκρημνος κι αμάραντος το μέσα μου
στοιχειώνεις.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...