Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυωτάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυωτάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.7.19

Παλαμάς - Καρυωτάκης: μια παράλληλη ανάγνωση




Δύο ποιητές, δύο κόσμοι... Το ποίημα του Παλαμά, λυρικό άσμα για τοn ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση, το ποίημα του Καρυωτάκη σάτιρα πικρόχολη, με αποδέκτη τον ίδιο ποιητή...

Θυμίζω και το σχόλιο του Παλαμά για την πρώτη ποιητική συλλογή  του Καρυωτάκη "Ο πόνος των πραγμάτων και των ανθρώπων",  ότι βρίσκει τον τίτλο  της συλλογής πολύ πιο ενδιαφέροντα από το περιεχόμενο της...  Αυτό για να φωτιστεί περισσότερο η αγεφύρωτη απόσταση που χωρίζει τους δύο ποιητές: Δυστυχώς οι  παλαμικοί "Ίαμβοι και Ανάπαιστοι" δεν πρόκειται να συναντηθούν και να συμφωνήσουν - τουλάχιστον στα πλαίσια της εποχής τους - με τα καρυωτακικά "Ελεγεία και Σάτιρες". Ενοχλητικός ο Καρυωτάκης διεκδικεί μόνος του και με εμπάθεια μια καταξίωση που είναι πρώιμο αίτημα στην εποχή του. Εγείρει ένα δικό του καινούργιο ΕΜΕΙΣ,  μια τιμή της δόξης  προς  τους "ποιητές άγνωστοι που ' ναι", ένα μείζον εγερτήριο πρώιμης σαρκαστικής απελπισίας προς  εμάς τους κατοίκους του μέλλοντος  "που θα διασκεδάσουμε όλοι στην κηδεία" . Μια τέτοια ποιητική χειρονομία ζωής και θανάτου ο Παλαμάς - εθνεγέρτης (αλλά βεβαίως και ο Παλαμάς της Ασάλετης Ζωής, με όλο το διαδυσμό του) δεν θα μπορούσε ποτέ να την εννοήσει.
Συναντώνται ωστόσο εδώ με μήλον της έριδος τον Μιλτιάδη Μαλακάση.
Ας κάνουμε λοιπόν μια συγκριτική ανάγνωση... 



Κωστής Παλαμάς

Στὸν ποιητὴ Μ. Μαλακάση

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι,
στὰ πράσινα παράθυρα καὶ πίσω ἀπ᾿ τὰ καφάσια
νὰ σ᾿ ἀγναντέψουν τρέχανε τ᾿ ἀπάρθενα κοράσια.
Τώρα ὁ καιρὸς ξεφούντωσε τὰ φουντωτὰ μαλλιά σου
καὶ τὴν ξανθὴ ξεθώριασε θωριά σου,
καὶ στρατολάτης πέρασες ἀλλοῦ καὶ ταξιδεύεις·
μὰ τώρα εὐγενικώτερο φαρὶ καβαλλικεύεις,
καὶ τ᾿ ἄλογό σου φτερωτό, καὶ πᾶς νὰ τὸ ποτίσῃς
μὲ τὸ νερὸ τῆς Κασταλίας τῆς βρύσης.


Οἱ καημοὶ τῆς λιμνοθάλασσας, Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 189 
(α έκδοση 1912, β έκδοση 1925)

*****


Κώστας Καρυωτάκης

Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον

Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός θά βρεθεῖ νά μᾶς δικάσει,
μικρόν ἐμέ κι ἐσᾶς μεγάλο,
ἴδια τόν ἕνα καί τόν ἄλλο;

Τούς τρόπους, τὀ παράστημά σας,
τό θελκτικό μειδίαμά σας
τό monocle πού σᾶς βοηθάει
νά βλέπετε μόνο στό πλάι
καί μόνο αὐτούς νά χαιρετᾶτε

ὅσοι μοιάζουν ἀριστοκράται,
τήν περιποιημένη φάτσα,
τήν ὑπεροπτική γκριμάτσα
ἀπό τή μιά μεριά νά βάλει
τῆς ζυγαριᾶς, κι ἀπό τήν ἄλλη

πλάστιγγα νά βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
ἄθυρμα, συντριμμένο βάζον,
ἐγώ,  κύμβαλον ἀλαλάζον.
Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,

ποιός τελευταῖος θά γελάσει;
(Σάτιρες, 1927)

20.9.18

Κώστα Καρυωτάκη, Το Βράδυ, μια απόπειρα συντακτικής προσέγγισης


ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη
Τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα, η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα `ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...
.....

Μια απόπειρα  συντακτικής  προσέγγισης του ποιήματος

Τρεις στροφές  έχει το ποίημα, τετράστιχες, με μια δομή πολύ καθαρά στοιχισμένη. Μετρικά παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ισιρροπημένος ανάπαιστος:   στους μονούς στίχους κάθε στροφής (με δεκατέσσερις συλλαβές) περισσεύει μία. Οι ζυγές συλλαβές είναι μεν αναπαιστικές. αλλά οι στίχοι είναι επτασύλλαβοι.  Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση μουσικής πεζότητας ή προφορικής μουσικότητας που έχει μέσα της  το έντονο στοιχείο της κίνησης,  αυτό του αναπαιστικού βαδίσματος.  Ξεκινάει ως μια γλυκειά προέλαση... Αυτή η περίεργη ρυθμικότητα  του ποιήματος είναι κομμάτι της γοητείας του (και τόσο ευφυώς την έχει αναδείξει η μελοποίηση της Λένας Πλάτωνος). Αλλά δεν θα ασχοληθώ με αυτό. Αποτελεί κι αυτή ένα ενδιαφέρον κλειδί της ανάγνωσής του και πολλούς συσχετισμούς θα μπορούσαμε να κάνουμε με την "ιαχή" τη  "μακρυσμένη" ή τις  "καμπάνες που σβήνουν"  ή το "τρένο που θα ΄ρχεται από μια άγνωστη χώρα" - σημαίνοντας έναν ολόκληρο κόσμο  ήχων που φτάνει στ αυτί του αποδέκτη ενώ συγχρόνως απομακρύνεται -,  και με το "βράδυ που πέφτει ολοένα". Το βράδυ που επελαύνει.
Προσπερνώ τον πειρασμό να ασχοληθώ με την αντίστιξη αυτής της παράλληλης κίνησης, το φευγιό των εικόνων και των ήχων του φωτός και τον ερχομό του σκότους, για να εστιάσω το ενδιαφέρον της ανάγνωσης του ποιήματος στην συντακτική του δομή. Το ερώτημά μου είναι: ποια είναι η κύρια πρόταση κάθε στροφής; Πού βρίσκεται το ρήμα;  Ποιο είναι το ρήμα; Όλες οι στροφές είναι γεμάτες αναφορικές προτάσεις.  Τι κρύβει αυτό το ποίημα χωρίς ρήμα;
Ξέρουμε ότι όταν λείπει στην περίοδο ένα ρήμα πρέπει να το εννοήσουμε...  Φιλόλογοι και σπουδαστές παιδευόμαστε με αυτό το γρίφο στα αρχαία κείμενα.  Αλλά στη νεοελληνική λαλιά μας, στον καθημερινό μας λόγο, πόσω μαλλον στον ποιητικό, η απουσία του ρήματος  δεν  αποτελεί γρίφο. Συχνά το ρήμα το εννοούμε "ευκόλως" χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί το ρήμα που λείπει γίνεται κομμάτι του ενδιάθετου λόγου μας ή, για  να το πω διαφορετικά,  γίνεται φορέας ενός κειμένου "απο κάτω",  ενός κρυμμένου κειμένου που περιέχει το φορτίο του ανεκλάλητου νοήματος, ή ενός νοήματος που ανήκει στη σφαίρα των καταστάσεων που δεν μπορούν να ειπωθούν γιατί υπερβαίνουν το όριο του λόγου. Κι όλοι συμφωνούμε με αυτό.
Νομίζω ότι στο "Βράδυ" έχουμε μια τυπική περίπτωση "κρυμμένου" νοήματος. Ο Καρυωτάκης εδώ κρύβει τον ζόφο που θα  αποκαλύψει απερίφραστα σε ένα άλλο εμβληματικό  ποίημά του, την  "Πρέβεζα". Στην Πρέβεζα το ανεκλάλητο γίνεται ρητό. Αποδίδεται στον κόσμο η βαθύτερη ιδιότητά του. Κι εκεί ο κόσμος ορίζεται τελεσίδικα. Βαπτίζεται, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που βαφτίζεται ένα παιδί, και αποκτά το όνομα που το συνδέει με την ύπαρξή του και με τους προγόνους του. Συνδέεται με την ύπαρξη.
Εδώ η πανούργα απουσία μας συνδέει όχι με την ύπαρξη αλλά με  την προϊούσα  ανυπαρξία.  Η επέλαση της νύχτας δεν έχει συντελεστεί, βρίσκεται ακόμα στο γίγνεσθαι, γι' αυτό και μπορεί να έχει όμορφα χρώματα και μακρυσμένους ήχους στο "ανοιξιάτικο δείλι".  Η επέλαση της νύχτας  όμως ΕΙΝΑΙ αυτή η μακρυσμένη ιαχή που, σε αντίθεση με τις εικόνες του εξωτερικού κόσμου που απέρχονται, προσέρχεται. Και δίνει το κρυμμένο ρήμα μέσα από τα μελαγχολικά της συμφραζόμενα: Το ρήμα της ύπαρξης. Το ρήμα που προσδίδει στα πράγματα όνομα.
Μια ιαχή που προσέρχεται. Μια κραυγή.
jiagogina


ΠΡΕΒΕΖΑ


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.




Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.




Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.




Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.




Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.




Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

12.10.12

Δημήτρη Λάγιου, Ιδανικοί αυτόχειρες

ανέκδοτη μελοποίηση του ποιήματος του Καρυωτάκη


για περισσότερα ΕΔΩ


Iδανικοί αυτόχειρες

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελειώσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για 'κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
Ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
"όλα τελειώσαν" ψιθυρίζουν "τώρα"
πως θ'αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος.

8.5.11

ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, Ἑσπέρα

τσι προχθς ταν γλυκει σπέρα...

σκέψη μου νοσταλγικ νυχτώθη
στν κπο, στ λιμνούλα καὶ στὴ σέρρα,
ποὺ σβήνανε τριαντάφυλλα σν πόθοι,
κι πέθαινε στ τζάμια πάνω μέρα.

τσι προχθς ταν γλυκει σπέρα...

νας καημς πο κόμα δν δόθη
γινόταν στρο. Σύννεφο π πέρα
μεγάλωνε (διο σάβανο πο κλώθει
μ μοχθηρ σπουδ μοῖρα-μητέρα).

τσι προχθς ταν γλυκει σπέρα...

ταν τ δέος μου ξήγητον πλώθη,
τ στερν ρόδο θ 'χανεν σέρρα
κα λίμνη μ νεκροφύλλα θὰ στρώθη.
Τ' στρα ζυγόνανε, καημοὶ, π πέρα.

τσι προχθς ταν γλυκει σπέρα.
ἀπὸ τη Χαμηλή Φωνή
μιὰ προσωπικὴ ἀνθολογία του Μανώλη Ἀναγνωστάκη
εκδόσεις Νεφέλη (1990)

2.12.09

ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ: ένα σονέτο

ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ
Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.

Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!
Τ'  αγέρι πνέει σα ν'  άνοιξεν η θύρα
του Παραδείσου. Πίσω σα να επήρα
για λίγο της ψυχής την παρθενιά μου.

Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδα
της θάλασσας αστράφτει του Φαλήρου
και το νησί μου χάνεται πιο πίσω.

Μ' εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θα 'ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου,
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...