20.9.18

Κώστα Καρυωτάκη, Το Βράδυ, μια απόπειρα συντακτικής προσέγγισης


ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη
Τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα, η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα `ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...
.....

Μια απόπειρα  συντακτικής  προσέγγισης του ποιήματος

Τρεις στροφές  έχει το ποίημα, τετράστιχες, με μια δομή πολύ καθαρά στοιχισμένη. Μετρικά παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ισιρροπημένος ανάπαιστος:   στους μονούς στίχους κάθε στροφής (με δεκατέσσερις συλλαβές) περισσεύει μία. Οι ζυγές συλλαβές είναι μεν αναπαιστικές. αλλά οι στίχοι είναι επτασύλλαβοι.  Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση μουσικής πεζότητας ή προφορικής μουσικότητας που έχει μέσα της  το έντονο στοιχείο της κίνησης,  αυτό του αναπαιστικού βαδίσματος.  Ξεκινάει ως μια γλυκειά προέλαση... Αυτή η περίεργη ρυθμικότητα  του ποιήματος είναι κομμάτι της γοητείας του (και τόσο ευφυώς την έχει αναδείξει η μελοποίηση της Λένας Πλάτωνος). Αλλά δεν θα ασχοληθώ με αυτό. Αποτελεί κι αυτή ένα ενδιαφέρον κλειδί της ανάγνωσής του και πολλούς συσχετισμούς θα μπορούσαμε να κάνουμε με την "ιαχή" τη  "μακρυσμένη" ή τις  "καμπάνες που σβήνουν"  ή το "τρένο που θα ΄ρχεται από μια άγνωστη χώρα" - σημαίνοντας έναν ολόκληρο κόσμο  ήχων που φτάνει στ αυτί του αποδέκτη ενώ συγχρόνως απομακρύνεται -,  και με το "βράδυ που πέφτει ολοένα". Το βράδυ που επελαύνει.
Προσπερνώ τον πειρασμό να ασχοληθώ με την αντίστιξη αυτής της παράλληλης κίνησης, το φευγιό των εικόνων και των ήχων του φωτός και τον ερχομό του σκότους, για να εστιάσω το ενδιαφέρον της ανάγνωσης του ποιήματος στην συντακτική του δομή. Το ερώτημά μου είναι: ποια είναι η κύρια πρόταση κάθε στροφής; Πού βρίσκεται το ρήμα;  Ποιο είναι το ρήμα; Όλες οι στροφές είναι γεμάτες αναφορικές προτάσεις.  Τι κρύβει αυτό το ποίημα χωρίς ρήμα;
Ξέρουμε ότι όταν λείπει στην περίοδο ένα ρήμα πρέπει να το εννοήσουμε...  Φιλόλογοι και σπουδαστές παιδευόμαστε με αυτό το γρίφο στα αρχαία κείμενα.  Αλλά στη νεοελληνική λαλιά μας, στον καθημερινό μας λόγο, πόσω μαλλον στον ποιητικό, η απουσία του ρήματος  δεν  αποτελεί γρίφο. Συχνά το ρήμα το εννοούμε "ευκόλως" χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί το ρήμα που λείπει γίνεται κομμάτι του ενδιάθετου λόγου μας ή, για  να το πω διαφορετικά,  γίνεται φορέας ενός κειμένου "απο κάτω",  ενός κρυμμένου κειμένου που περιέχει το φορτίο του ανεκλάλητου νοήματος, ή ενός νοήματος που ανήκει στη σφαίρα των καταστάσεων που δεν μπορούν να ειπωθούν γιατί υπερβαίνουν το όριο του λόγου. Κι όλοι συμφωνούμε με αυτό.
Νομίζω ότι στο "Βράδυ" έχουμε μια τυπική περίπτωση "κρυμμένου" νοήματος. Ο Καρυωτάκης εδώ κρύβει τον ζόφο που θα  αποκαλύψει απερίφραστα σε ένα άλλο εμβληματικό  ποίημά του, την  "Πρέβεζα". Στην Πρέβεζα το ανεκλάλητο γίνεται ρητό. Αποδίδεται στον κόσμο η βαθύτερη ιδιότητά του. Κι εκεί ο κόσμος ορίζεται τελεσίδικα. Βαπτίζεται, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που βαφτίζεται ένα παιδί, και αποκτά το όνομα που το συνδέει με την ύπαρξή του και με τους προγόνους του. Συνδέεται με την ύπαρξη.
Εδώ η πανούργα απουσία μας συνδέει όχι με την ύπαρξη αλλά με  την προϊούσα  ανυπαρξία.  Η επέλαση της νύχτας δεν έχει συντελεστεί, βρίσκεται ακόμα στο γίγνεσθαι, γι' αυτό και μπορεί να έχει όμορφα χρώματα και μακρυσμένους ήχους στο "ανοιξιάτικο δείλι".  Η επέλαση της νύχτας  όμως ΕΙΝΑΙ αυτή η μακρυσμένη ιαχή που, σε αντίθεση με τις εικόνες του εξωτερικού κόσμου που απέρχονται, προσέρχεται. Και δίνει το κρυμμένο ρήμα μέσα από τα μελαγχολικά της συμφραζόμενα: Το ρήμα της ύπαρξης. Το ρήμα που προσδίδει στα πράγματα όνομα.
Μια ιαχή που προσέρχεται. Μια κραυγή.
jiagogina


ΠΡΕΒΕΖΑ


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.




Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.




Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.




Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.




Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.




Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...