Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.2.16

ένα σημείωμα για τους Ελπήνορες του Τάκη Σινόπουλου




Μονάχα οι νεκροί και οι ηλίθιοι έχουν δικαίωμα να λησμονούν. Μα όσοι έχουν την πνοή της ζωής μεσα τους οφείλουν να θυμούνται για να στοχάζονται και να συχωρούν. Η μνήμη είναι εκείνη που δίνει θροφή στο πνεύμα και στην καρδιά. Η μνήμη είν' ένα ωραίο καθήκον μέσα στη ζωή.

Στρατής Δούκας
Απο τον πρόλογο του στην Α' έκδοση της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου.



Είχαμε χτες στο Ιδιόμελο ενα ποιητικό αφιέρωμα στον Τάκη Σινόπουλο. Δυο μαρουσιώτισσες
φιλόλογοι, η Αίγλη Τσαρούχη και η Μαρια Σπυροπούλου ανέλαβαν το δύσκολο έργο να παρουσιάσουν μια εικόνα αυτού του σκοτεινού και γοητευτικού συνάμα ποιητή. Το θέμα (πέρα απο τη συνολική περιληπτική παρουσίαση του έργου του, που τη έκανε η κυρια Τσαρούχη) ήταν "ο ομηρικός Ελπήνωρ στο έργο του Σινόπουλου", ευθύνη της κυρίας Σπυροπούλου.

Από αφορμή αυτή τη βραδιά θέλω επιγραμματικά και χωρίς να κομίζω  φιλολογική ανάλυση - πράγμα που προϋποθέτει  τεκμηρίωση βάσει πολλαπλών κειμένων- να επισημάνω μόνο ένα στοιχείο το οποίο με εντυπωσιάζει από τα νεανικά μου χρόνια στην ποίηση του Σινόπουλου. Η γραφή του δεν έχει κάθαρση.... Ο κόσμος του, το σύμπαν του το ποιητικό, διαθέτει μόνο  "δι' ελέου και φόβου" παθήματα...  Στον Σινόπουλο πιθανώς  η κάθαρση να συντελείται στην διαδικασία της ανάγνωσης, δηλαδή της σχέσης του αναγνώστη με το ποιητικό σώμα. Αλλά κι αυτό ελέγχεται...
Ειδικότερα, όσον αφορά τον  Ελπήνορα:
Ο  Ελπήνορας του Σινόπουλου δεν έχει τα γνωρίσματα του "ήδονικού"  σεφερικού  αντιστοίχου. Είναι μια μορφή - στοιχειό. Εκπροσωπεί  πράγματι τον ανώνυμο στρατιώτη  ή τον "δευτεραγωνιστή" του πολέμου και του Εμφυλίου, τον ευάλωτο άνθρωπο που τον διαμέλισαν οι οβίδες,  που σπάραξε μέχρι να ξεψυχήσει, που μαρτύρησε μόνος, κι έμεινε άκλαυτος, άταφος, εξόριστος από τον τόπο της αναπαύσεως. Είναι το θύμα ενός κόσμου που χρεώνεται συλλήβδην  την Ύβριν. 
Ο Ελπήνωρ τούτος δεν είναι στιγματισμένος ούτε από το μεθύσια, ούτε από άδοξες πτώσεις από τη σκάλα. Δεν μας αφορά η τελευταία νύχτα του ή ο πρότερος ηθικός  του βίος. Μας αφορά το μαρτύριο που έζησε πριν πεθάνει και στο οποίο παριστάμεθα διά της ποιητικής εικόνας. Αυτός λοιπόν ο καθημαγμένος άνθρωπος, το πρόσωπο του βασανισμού,  που δεν αξιώθηκε ούτε να ταφεί ούτε να μνημονευτεί έρχεται και ξανάρχεται ζητώντας, όπως ο μυθικός συνονόματος  ταφή και μνημόνευση.
Έχω την αίσθηση ότι ο Σινόπουλος τους νεκρούς του αδυνατεί να τους θάψει. Πιθανόν γιατί τα μαρτύριά τους υπερέβησαν κατα πολύ τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Αδυνατεί να εξευμενίσει τον οδυρμό. Κι οι νεκροί έρχονται σαν φαντάσματα, αιτούμενοι το αυτονόητο, τον τόπο της αναψύξεως.  Ποτέ κανένα μεμονωμένο δείπνο δεν είναι αρκετό.  Ο ποιητής αδυνατεί να τους θάψει, γιατί αδυνατεί η ίδια η εποχή του. Ο ποιητής Σινόπουλος δεν μπορεί να την υπερβεί. Η εποχή τον δυναστεύει με την υπεροχή της:  Θα είχε ένα νόημα να μιλήσουμε για ΤΑΦΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε βρει  τη δύναμη να αναγνωρίσει εκείνος την Εθνική Αντίσταση. Δεν το τόλμησε πιθανόν γιατί στο κόμμα του υπήρχαν τεράστιες αντιστάσεις που ήταν και καθηλώσεις της ίδιας της κοινωνίας. Το να θάψουμε τους νεκρούς μας σημαίνει να συχωρεθούμε καθ να συγχωρήσουμε. Κι αυτό χρειάζεται εθνική αυτοσυνείδηση.. Αδερφοκτονία, άλλωστε,  ήταν μεταξύ άλλων ο Εμφύλιος. Και αποτίμηση αυτής της αδερφοκτονίας δεν έγινε ουσιαστικά. Μπαλώθηκε με ιδεολογία,  φτιασιδώθηκε με εθνική συμφιλίωση, δεν προέκυψε όμως μέσα από μια διεργασία συλλογικής ενδοσκόπησης και ιστορικής επίγνωσης. 
Όπως και στην ποίηση του Σινόπουλου, έτσι και στην κοινωνία μας δεν επήλθε κάθαρση μετά τον Εμφύλιο. Ακόμα ανάμεσα σε στοιχειά περπατάμε και αναπνέουμε.
Ένα  απλό, εν θερμώ,  σημείωμα αυτό...
Και κάτι τελευταίο. Μπορεί κανείς να δει και να κατανοήσει βαθιά τους Ελπήνορες του Σινόπουλου στην ταινία "Ο γιος του Σαούλ". Την συνιστώ κι αυτή και τον αλύτρωτο πόνο της....

οι σύνδεσμοι είναι πολύτιμο υλικό από το περιοδικό Εποπτεία, το οποίο και δικτυακώς ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία της συνθετικής ανάγνωσης που μου προσέφερε

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου



1.2.11

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Οδυσσέας στο ποτάμι

Από το άλμπουμ:"Ο Οδυσσέας στο Ποτάμι" του Μιχάλη Γρηγορίου


Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε 
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό, ποτάμι
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως 

Ύστερα θα'ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου  θα κυλήσει απ' τα μάτια σου
θα σηκωθείς στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ' άσπρο θα 'ναι δροσερό
σε δέντρο κάτω από το φως
Πιο πέρα τα άλλα δέντρα κι οι σιωπές
θα στρίψουν θα κοιτάξουν 
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο να αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό 
ποτάμι
Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
και τ' άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο γυρνάνε πίσω


Από τη Συλλογή Μεταίχμιο Β'.

συσχετίστε το με τη Ραψωδία ζ της Οδύσσειας

TAKHΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ

τα δυο πρώτα ποιήματα από την ενότητα 
ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ 

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ
Ανεξιχνίαστη, μεσουρανούσα ανάμεσα στα διψασμένα δέντρα του Ιουνίου κυμάτιζε, νύχτες και νύχτες η Σοφία, πέθανε ο πατέρας της σε φοβερό

δυστύχημα πριν έξη μήνες, μαύρο φόρεμα, μαύρο μαλλί, και το κορμί ψημένο επίμονα τα μεσημέρια στο Σαρωνικό, το στήθος σκύβοντας,

τόντις ωραία, περήφανα τα δυο της στήθια, κι ο Λευτέρης ήξερε, μονάχα αυτός, κλειστή η Σοφία, κι  ας έπαιζε, τα πόδια της ανήσυχα στο κάθισμα, καθώς

βραδάκι δροσιζόμαστε Φωκίωνος Νέγρη, μίλαγαν εδώ κι' εκεί με τη Φανή, χαχάνιζαν κρυφά, κι όταν γυρίζαμε, τ'  ωραίο σώμα εσάλευε όπισθεν.

Από κοντά ο  Λευτέρης και στο αυτί τον ρώταγα, γελούσε, φίνος πάντα, ένα σκαστό γελάκι, το μουστάκι του ξανθό στο απάνου στο χείλος, όμορφο παιδί.

Ερεθιζόμουν τότες, έγραφα συνέχεια ποιήματα, σήμερα τα κοιτάζω πίνοντας καφέ, βαρυέμαι, ωστόσο βυθισμένος στα γραφόμενα,

χτυπάει η πόρτα, ο αδερφός μου ο Γιάννης, δανεικά και τούδωκα, κοίταξε, λέει, να παντρευτείς, καιρός σου πια.

Γιάννη, Γιαννάκη μου, τι κέρδισες; η Λόλα σε παράτησε, σούμεινε βάσανο το παιδί, πολύ γκρινιάρικο, σκατένιο, κλώτσαγε.

Μου τόχε φέρει προ καιρού να του κοιτάξω το λαιμό, κάτι καρύδια αμυγδαλές, του λέω βγάλτες, θάχεις φασαρίες μ'  αυτά τα κέρατα.

Και πού να πάω μου κλάφτηκε - στο διάβολο - του σύστησα τον Πάστρα, κλινική Αχαρνών.

Δε φάνηκε ο αυτάδελφος, μου λέει ο Πάστρας, λόγια ανόρεχτα, πομπώδη, να μη φαίνεται από μέσα η νύστα, η ερημιά, στο πίσω η Μάγδα εκοίταζε.

Σωστό καθάριο κυπαρίσσι η Μάγδα, αριστερά παράθυρο και φως και κάτι μάτια ποταμοί, νόμιζες ανηφόριζαν πουλιά.

Έλα βρε Μάγδα, εκοίταζε, χαμογελώντας αόριστα, απούσα ολάκερη, κατάλαβα δε σήκωνε, σίγουρα ο Πάστρας βολευότανε περίφημα,

γουρούνι παρά θιν'  αλός. Στο βάθος ο καθρέφτης, συγυρίστηκα, δεν είμουν κι άσκημος, παρά τα χρόνια κι έλεγα,

τέτοιο κορίτσι, θε μου, έφυγε η Μάγδα, στα μαλλιά της πίσω φέγγος ορφανό, κι είτανε λιόγερμα, μονάχος πήγαινα, πλημμυρισμένος πράσινο,

δέντρα, χωράφια, λαχανόκηποι κι από το φράχτη μέσα, Ελένη φάναξαν.

Ήρθε η Ελένη, σούρτα - φέρτα, νευρίαζα, κοντά κανιά, ανυπόφορη, φίνο κουστούμι εθάμαξε - κι ο ράφτης μου ξυνίστηκε, δεν είχα να του δώκω κι ο πατέρας του στο  μπάγκο αμίλητος,

ψάλτης στον Αγιαντρέα, κυρ-Δημητρό, καλά τη βόλεψες, μα τι δουλειά είναι αυτή, καλοκαιριάτικα κερί-λιβάνι κι άσε πια το ράσο να συγκαίγεσαι

με τέτοια ζέστη. Κι είμουν

εκεί στον ξεροπόταμο, πεσμένος μπρούμυτα, διαβολεμένος άνεμος απ'  τη λοξή χαράδρα, απάνου κάθετα βουνά,

τα πολυβόλα θέριζαν, αντίλαλοι, χιλιάδες πέτρες σκάζοντας σ'  εκατομμύρια πέτρες, ήλιος ασάλευτος ψηλά, γεννώντας ήλιους, κι ούδε

χορτάρι, ουδέ νερό, δίψα μονάχα, μύγες τύραννοι, καταραμένη η φάρα τους, και ξέχασα ασιχτίρ, να κάνω τηλεφώνημα στη Λίτσα, Κυριακή

για Πόρο λέγαμε, θάτανε Λίτσα και Μαρίκα, ο Αντώνης απ'  τη Λάρισα - καθώς της άγγιζα το χέρι στον καρπό, σκιρτούσε φεύγοντας, καράβι και νερό,

πιο πέρα ο άμμος, έκαιγε, και το κορμί στον άμμο, ένα μεγάλο φως, πιο πάνω χώματα αν γυρίσεις, γέφυρες, ίσια γραμμή

στο μάτι, η Λίτσα ανάσκελα, έψιλον χρυσό, το νύχι κόκκινο, το δάχτυλο σαλεύοντας, το πόδι αργά, τεμπέλικα, παίζοντας στο νερό,

φύκια, σχιστόλιθοι, όστρακα,

μεγάλη θάλασσα σπιθίζοντας, διαμάντια και 

μεγάλο μαύρο φως.



ΜΑΓΔΑ
Μεγάλο μαύρο φως.

Όλη τη νύχτα φως και τα μάτια της Μάγδας, τα πουλιά διασχίζοντας τα μάτια της Μάγδας, ένα πλήθος ταραγμένα πουλιά, προσπερνώντας τα τείχη της νύχτας, ύστερα το σκούρο κεφάλι, το σκούρο κορμί, πάνω στα χείλη η σκοτεινιά και χάραζε ένας άλλος έρωτας -

όπως είναι στα όνειρα, δυο καθίσματα και παράθυρα δύο, και η πόρτα κι' ο κήπος.

Απέξω κάποιος σφύριξε προσμένοντας απόκριση, τότε ακουστήκανε  τα φορτηγά, κατέβηκαν με προσοχή το δρόμο, οι προβολείς εστρίψανε άξαφνα κι ο κήπος με τα δέντρα του έρημος, μονάχα πέτρες και σιωπή.

Το μισοσκόταδο πλημμυρισμένο πλούτος. Όλα

γίνονταν ένα δίχτυ αληθινό, τόσο μεγάλο, και παντού μέσα στο σπίτι, καθρέφτες ασάλευτοι, σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά, καθρέφτες αινίγματα, ως το άπειρο βαθαίνοντας, δεν ήξερες πού είναι, ποιο είναι το πρόσωπό σου.

Τότε, ζεστό όπως φέγγει το κορμί, σηκώθηκε απότομα η Μάγδα, πήγε στη μέσα κάμαρα, σ' ένα άλλο σκοτεινότερο όνειρο, κι' εγύρισε, κι' είτανε τώρα η Άρτεμις, η Μίνα, η Δήμητρα, κι' είτανε τώρα εκείνη η μακρινή Νανά, βράδυ στη Λάρισα, στο πίσω μέρος του σταθμού, μονάχη, ματωμένη, τρέχοντας ανάστατη.

Τότε έφτασε ο Παύλος, άρρωστος, είχε κατέβει από τον πόλεμο και κοίταζε άφωνος τον ουρανό, ποιον πολεμήσαμε, τόσα κουφάρια στις κατηφοριές, κι' όπως ερχόταν η Νανά, το μάτι του άστραψε μεμιάς, την άδραξε διψώντας με τα χέρια του, κι' ο λόφος του ώμου πιο ψηλά, κι ένα μονοπάτι λοξό στη μνήμη ανηφόριζε.

Κι' από κει πέρα τα μαγαζιά του Πύργου και το μεγάλο δάσος της Κάπελης, κι' από κει πέρα τ'  απομεσήμερο, κι' η θάλασσα του Αγιαντρέα, κι' οι πέτρες εκατομμύρια, κι' ο άμμος, και το νερό, αίμα μονάχο.

Κι' όπως οι ντουφεκιές συνέχιζαν, θέριζαν κάτω την ακτή, λαχανιασμένοι εμείς συρθήκαμε, φεύγοντας η μέρα, τρυπώσαμε σε κείνη τη σιδερένια πόρτα και ξάφνου ο χτύπος πάνω απ'  το κεφάλι μας κι'  ύστερα

ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, έτρεμα ακούγοντας.

Βήματα ήρθαν κι έφυγαν, ξαναγύρισαν, ξανάφυγαν, η Μάγδα εσπάραζε το χέρι της, ένα πουλί μες στο πουκάμισο, κοίταξα τότε το σημάδι στο λαιμό, πόσο θα σε φυλάξω ακόμα, νύχτωνε, πίσω από τον αυχένα τα μαλλιά τινάζονταν, σαν πολιτεία από την έκκρηξη.

Τόσο όμορφη και το σκοτάδι ως την οσφύ, την κράταγα που μύριζε καμένη από τον ήλιο θάλασσα, κι ήρθαν ο Γιάννης κι' ο Γεράσιμος κι' ο Θοδωρής κι' άλλοι πολλοί, μα δε μπορούσα καν να τους αναγνωρίσω.

Είχαν περάσει τόσα χρόνια που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, πήρανε το ντουφέκι, το μαχαίρι, το μπαλντά, ό,τι μπορούσε ο καθένας, φύγανε, χαθήκανε στο μαύρο δρόμο,

σπαρμένον σίδερα και τζαμιά, όπως τινάχτηκε η βεράντα με την  έκκρηξη κι όλο το σπίτι φαίνονταν γυμνό κι'  έρημο ως μέσα το εσωτερικό.

Και πάλι ακούστηκαν βήματα κι'  άλλα βήματα.

Και τότε εβγήκε στο παράθυρο με το φεγγάρι η Μάγδα, πιο πίσω ακόμη ανάστατη η Νανά, και η Άρτεμις κι' η Δήμητρα, κι' η Μίνα, δεξιά κι' αριστερά το σκοτάδι, ανάμεσα στο μαύρο και το πράσινο τα μάτια τους. 

Μάτια νυχτερινά, που πάγαιναν ολοένα στον έρωτα, μάτια προσηλωμένα που μάντευαν τον έρωτα, μεγαλωμένα ξάφνου από την ομορφιά, με περίεργα χρώματα, όπως στους σταθμούς έρχεται το τραίνο, κι' αφήνει σύννεφα, κι' ύστερα πάλι προβάλλουν τα μάτια.

Τότε το τραίνο πέρασε διασχίζοντας την κάμαρα, κι' εγώ μάζεψα με φόβο το πόδι μου, τ' άλλο χαμένο στα βουνά, στο ματωμένο πόλεμο, κι'  όπως κρατούσα το χαρτί και το μολύβι στο χέρι μου, αρχίζοντας από τη φράση "μεγάλο μαύρο φως", 

Το χέρι μου  έγραφε αυτό το ποίημα, το φως έστριβε απλό το χαρτί, το χαρτί σκοτείνιαζε, κατάλαβα η Μάγδα έφευγε το φεγγάρι έφευγε, κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια, στον κήπο, στα δέντρα, μονάχη ταξίδευε.

Όλοι φεύγανε, κι' όπως είναι στα όνειρα, σταματείστε, με δύναμη, εφώναξα.

Μεγάλα φιμωμένα λόγια μου τίναζαν το στήθος.

Μεγάλα δάκρυα,

δάκρυα πολλά,
οληνύχτα μου ανέβαιναν πλημμύρα στα μάτια,

με πονούσαν,  με καίγανε.

Νεκρόδειπνος, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1972

στο ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ μπορείτε να βρείτε, σχετικά με τον Σινόπουλο:
ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Πύργος-Τάκης Σινόπουλος
Η εκπομπή «ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ» παρουσιάζει μέσα από τις εικόνες του ΠΥΡΓΟΥ ΗΛΕΙΑΣ το δραματικό λόγο του Ποιητή και Συγγραφέα ΤΑΚΗ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟ. Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ διαβάζει το ποίημα «ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ» και ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΙΚΙΟΣ ποιήματα από τις συλλογές «ΔΡΟΜΟΔΕΙΧΤΕΣ», «ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ», «Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ», «ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ», «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ», «Ο ΧΑΡΤΗΣ» και «ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ».

13.11.10

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: πιθανές προσθήκες στο ποίημα ΠΕΡΙΠΟΥ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

1   Στις όχθες του ποταμιού που εφύσαγε κι οι πέτρες ήτανε δίχως χαρά, μ'  ένα κρύο, αδέκαστο φως.


2   Κυρίες φιλοθεάμονες τον τριγύριζαν, στρόγγυλες, αβυσσόκολπες, με μυζητήρες και άλλα σύνεργα,         προσφέροντάς του υγρασίες, δήθεν μυστήρια, άλλες ερημώσεις, εξαιτίας το καλοφτιαγμένο κορμί, το απερίγραπτο πρόσωπο και τα πολλά καρφιά.


3   Στο βάθος στα μάτια του είχε ακόμα ένα μάτι, που κοίταγε προς τα μέσα, εκεί καρφωμένο, ποτέ νυσταγμένο.


4    Ακούγοντας ένα απομεσήμερο κάτι φωνές απόξω, του ήρθανε μια σειρά φρικιαστικές αναμνήσεις,     περίπατοι από τα παγερά παιδικά του χρόνια, θερισμένα, φαρμάκι όπως ήταν.


5   Μια μέρα είδε το μούτρο του εντοιχισμένο ανάμεσα στις πέτρες του σπιτιού. Έχω πεθάνει, θα πεθάνω, συλλογίστηκε.


6     Μα τι θα πει κεκυρωμένος;
Νεκρόδειπνος 1972
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...