Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαβούρης Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαβούρης Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.6.11

Σταῦρος Βαβούρης: ἀπό τη συλλογή "Ποῦ πάει, ποῦ μὲ πάει αὐτό τὸ ποίημα;"

I.

Φαρμάκι σκέτο, ποίημα.
Διαβρωμένο ὡς τὸ μεδούλι ἀπ’ τὴ στρυχνίνη
πῶς θ’ ἀγαπηθεῖς;
Καρκινογόνο ποίημα
Γιὰ νὰ ἐκδοθεῖς; Δὲ γἰνεται οὔτε λόγος
Μ’ ἔφαγες μὲ ροκάνισες
κι ἐσένα ὡστόσο τι θαρρεῖς;
Θὰ σ’ ἀποβάλλουν σῶμα ξένο – τι θαρρεῖς –.
Μ’ απόβλητα ραδιενεργά
μαζὶ θὰ σὲ σκεπάσουν.

Δὲ θ’ ἀγαπηθεῖς.
Αὐτοὶ ποὺ κάποτε διαβάζαν
τ’ «ἄκουσε τ’ ἀπόμακρο τὸ παλιὸ βιολί»
ἐκεῖνο ξέρεις τὸ μακάριο τοῦ Πολέμη
διαβάζουν τώρα τ’  «Ἄξιον ἐστί»
ὅπως παλιότερα
μᾶς εἶχσαν πρήξει μὲ τὴν «Κίχλη» τοῦ Σεφέρη

Ἄ, καὶ Βρεττάκο – ναι – θὰ σοῦ τὸ ποῦν
«Ἐσὺ δὲν ἔσκαψες»
(Σὺ ἔσκαβες τὸν ἴδιο σου τὸ λάκκο)
Ἐσένα σὲ περόνιασε φαρμακερή ἀτέλειωτη βροχή

καὶ σ’  ἔκανε στρυχνίνη –
δηλητήριο – ποίημα.




II.

Ποῦ νὰ σκαρφαλώσω ποίημα ὀρεσίβιο;
Πρέπει νὰ γίνω ὀρειβάτης τώρα δηλαδή.
Κάθετους βράχους ν’ ἀνεβῶ
σ’ ἀπρόσιτες κορφὲς νὰ προσπαθήσω
μήπως καὶ βρῶ ποῦ βόσκεις.
Καὶ βόσκεις, βόσκεις ἄραγε;
Ἂν εἶσ’ ἀγρίμι κι ἐλλοχεύεις
σὲ λόχμες μέσα σκοτεινές, θηρίο ἀνήμερο;
Τυφώνας πού καὶ δέντρα ξεριζώνει;
Πῆρες ἐν τέλει τὰ βουνά.
Μὲ προκαλεῖς σὰ πείσμονα  ὀρειβάτη
τὸν Χίλαρυ νὰ ποῦμε
ποὺ τοῦ  ΄κοψες τὰ πόδια καὶ τὸν κῶλο ἐν τέλει.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ  Χίλαρυ, ποίημα ὀρεσίβιο.
Κατέβα λίγο χαμηλότερα ἂν τολμᾶς.
Τότε: λογαριαζόμαστε.






 III.

Πανικόβλητό μου ποίημα,
ἂν δὲ γραφτεῖς εἶσαι στ’ ἁρπάγια μου·
ἂν βγεῖς στὸ φῶς νὰ διαδηλώσεις; Στὰ δικά του.
Εἴτε σὲ γράψω, εἴτε δὲ σὲ γράψω
ν’ ἀγαπηθεῖς δὲν πρόκειται.
Γράψου λοιπόν· τουλάχιστον ἐγώ
θὰ σὲ κατευοδώσω ἴσαμε τὴν πόρτα.


Πάντως κι ἂν ἀκόμα δὲ σὲ κατορθώσω
Πέθανε δίχως τύψεις.
Σ’ ἕναν κόσμο τόσο πανικόβλητο
ποὺ δὲ διαβάζει ποιήματα,
τ’ εἶχε;  – τίποτα μὰ τίποτα – να δώσει
ἀκόμα ἕνα ποίημα πανικόβλητο;

Σταῦρος Βαβούρης: Ποῦ πάει, ποῦ μὲ πάει

Ποῦ πάει, ποῦ μὲ πάει αὐτὸ τὸ ποίημα,
Μᾶλλον δὲ μὲ πάει· μ’ ἐπιστρέφει.
Ἀγκυλωμένο τώρ’ ἀνηφορίζει
πρὸς τὶς πηγὲς ἀπ’ ὅπου κατηφόρισε ἔξαλλο.
Πάντως ἀνηφορίζει, πάντ’ ἀνηφορίζει.
Κάποτε κάπου ὡστόσο ξάφνου ἀπογειώνεται
καὶ πιὰ μαζὶ μὲ τὸν ἀέρα κλαίει
στὰ κυπαρίσσια ἀνάμεσα
ποὺ σὰ μοιρολογῆστρες
λυγίζουνε δεξιὰ – ζερβὰ τὶς κορυφές τους
πάν’ ἀπ’ τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν μου:

-Δὲ συνηγόρησες γι’ αὐτούς – μοῦ λέει
-Δὲν τοὺς ἔχεις ἐξηγήσει ὅπως ἐπρεπε.
Φόρεσες τὸ δέρμα τους,
πῆρες τὰ ὀνόματά τους.
Ἀλλὰ τοὺς πλαστογράφησες.
Δὲν τοὺς ἔχεις ζήσει,
μόνο τοὺς ὑποδύθηκες.
Αἷμα δὲν τοὺς μετέγγισες.
Νὰ ἐνσαρκωθοῦν, καὶ να ΄ρθουνε στὶς δίκες τους
νὰ φωνάξουν, νὰ ἐπιμείνουν
νὰ βροῦν παραδοχή. Δικαιοσύνη.
Δὲν πάει, δὲ μὲ πάει αὐτὸ τὸ ποίημα.
Μᾶλλον μ’ ἐπιστρέφει.
Βαραίνει πάνω μου βαρὺ κι ἀσήκωτο
μολύβι ὀκάδες μὲ βουλιάζει μὲς στὸ χῶμα
ἐκεῖ ποὺ τρέμουνε καὶ τρίζουν
«θολὲς κι ἀξήγητες γιὰ πάντα
οἱ σκοτεινές μου ρίζες τῆς κραυγῆς».

ἀπὸ η συλλογὴ
"Ποῦ πάει ποῦ μὲ πάει αὐτὸ τὸ ποίημα"
Ἑρμῆς, 1985

οι στίχοι στα εισαγωγικά παραπέμπουν στον τελευταίο μονόλογο της Μάνας από το Ματωμένο Γάμο του Λόρκα. 
Ιδού: 

21.3.11

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

η δεύτερη μεταμόρφωση

Το μονοπάτι που έλπιζες να μην το λησμονήσεις.
Την Αγάπη δεν την λένε θάνατο.
(Μάθε πιο καλά τη γλώσσα των Ανθρώπων)
Αγάπη να την ονομάζεις.
Αγάπη να τηνε ζητάς
τον Θάνατο τον λένε Θάνατο.

Φόρεσε μόνο πράσινα ξανά
και σβήσε τα κεριά
και μην εκπλήττεσαι,
που αλλάζω φως και χρώματα
σαν φαντασμαγορικό βεγγαλικό,
και μη νομίζεις λιμασμένα τα όνειρά μου.

Μη λησμονάς το φλογισμένο μονοπάτι
και το φλεγόμενο ταπέτο του.
Ό,τι μας καίει δε μας πεθαίνει
όχι, πώς να σου το πω;
Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο

την Αγάπη τήνε λένε Αγάπη.
Έτσι θα το βρεις παντού.
Ο δρόμος της
δε βγάζει όπως νομίζαμε στην άβυσσο.

Αγάπη μου
τελειώνοντας στο γράφω πάλι:
Το μονοπάτι που έλπιζες
να μην το λησμονήσεις.

από την Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης του Σπύρου Κοκκίνη,
Βιβίοπωλείον της Ἑστίας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...