10.5.20

Μητέρα μου Σονάτα

από αφορμή την μέρα της Μητέρας αναθυμούμαι και αντιγράφω ένα απόσπασμα από ένα παλιό ανέκδοτο κείμενό μου του 1996.
Στη  μνήμη της μητέρας μου.



Μητέρα μου Σονάτα

(από ένα ημερολόγιο Θανάτου)


(Αρχές Φθινοπώρου. Κι εγώ πιστή στις αγάπες μου. Είναι πολλές και μοιάζω άπιστη. Μα όλες τις θρέφει το αίμα μου, η κεντρική αρτηρία. Τρέφω τις αγάπες μου σαν τα λουλούδια.
Θέλω να πω, η αγάπη μου αγαπά να μεταβαίνει. Ειναι ένα αποδημητικό σμήνος που ψάχνει πεισματικά το Καλοκαίρι.
Γι'  αυτό δεν ξέρει τι θα πει χρόνος... Ούτε χαμός...)
.....
Κάθεται στη μπαμπού πολυθρόνα. Σκούρο το λούστρο και τα μαξιλάρια κάτι φτηνά εμπριμέ του σούπερ μάρκετ.
Κάθεται πλήρης σ'  ένα περίεργο κενό. Σαν κάποιος που αιωρείται μα δεν το ξέρει.
Δεν μπορώ να δω τα μάτια. Βλέπω το ντεκολτέ, τα μπράτσα, τα πόδια, το νυχτικό, τέτοια πράγματα. Στο στέρνο παντού κοκκινίλες. Μέχρι το λαιμό μέσα χώνονται, στη μεγάλη δίπλα του σαγονιού που πάνω της πλέει το κεφάλι. Το δέρμα όλο πτυχές. Σαν ύφασμα μεταξωτό τσαλακωμένο. Αβρό μετάξι, νομίζεις ότι θα σκιστεί αν το τραβήξεις λίγο.
Παίρνω την κρέμα κι αλέιφω λίγο την πλάτη. Λύνω το φιογκάκι στο νυχτικό, αλείφω το στήθος. Το σηκώνω. βαρύ σα σακί. Από κάτω κατακκόκινο το δέρμα. Δένω το φιογκάκι, χτενίζω τα μαλλιά. Λευκοκίτρινα. Αραιά. Πουπουλένια.
Το σώμα αναπνέει δύσκολα με βογγητά. Αρχίζει να μιλάει ακατάσχετα για τους μυριάδες πόνους. Τα πόδια μου, λέει...
Τα πόδια είναι πρησμένα, και τα πέλματα και οι αστράγαλοι. Και τα γόνατα. Ακουμπάν βαριά στο σκαμνάκι. Τα κατεβάζω γιατί πιάστηκαν. Στέκουν σαν τα ποδάρια της τραπεζαρίας μας, στεγνά, ακίνητα.
Γαντζώνει τα μπράτσα της καρέκλας και σηκώνεται τρικλίζοντας. Ψαχουλεύει τον αέρα όπως οι τυφλοί, μέχρι να γραπώσι το πι.  Το γραπώνει μ'  εναν αναστεναγμό και βαδίζει στον διάδρομο. Ιεροτελεστία. Δεν έχει τον δικό μου χρόνο, δεν έχει τους δικούς μου κανόνες. Προχωράει στο διάδρομο. θαλασσοπορεί. Όταν φτάνει στην κουζίνα, έχει φτάσει, λες, στην Αμερική.
Έξω ένα κομπρεσέρ τραντάζει το πεζοδρόμιο. Παραδίπλα χύνουν μπετόν κι η μπετονιέρα λεηλατεί το δωμάτιο. Εκείνη μιλάει. Κάτι για το μεσημεριανό φαϊ. Δεν πιάνω ακριβώς τι λέει. 
Γιατί η καρδιά μου σκίζεται από τους κρότους και το χάσμα που ολοένα βαθαίνει.
(...)
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...