6.3.11

ΚΟΥΦΑΡΙΑ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ

Μαρούσι. Παράδεισος. Τέλη του '60. 
Το όνειρο της πτήσης δεν το νικάνε οι στύλοι της ΔΕΗ. Ούτε τα καλώδια. Μέρος του παιχνιδιού είναι κι αυτό: ένας ξεσκισμένος χαρταετός που έχει αφήσει το κουφάρι του πάνω σε ηλεκτροφόρα έντερα. 
Γελούσαμε. Του χρόνου άλλος! Θα πάει ψηλότερα!
Θυμάμαι να κυνηγάω τον αέρα μόνη μου με τον αητό μου πάνω στο μονοπάτι, στο σπίτι μου το πατρικό. Έτρωγα τούφες το χώμα πιλαλώντας στην ανηφορίτσα. Ρούχα, πόδια, χέρια μάγουλα είχαν πάνω τους ένα παχύ στρώμα  πούδρας από κοκκινόχωμα. Κρατσάνιζα χώμα, και λαχανιασμένη προσπαθούσα να κουμαντάρω την ανάσα μου και την αγωνία να τα καταφέρω, να τον πετάξω τον αητό μου, να  νιώσω στο χέρι μου αυτή τη λεπτή αντίσταση του σκοινιού που το ξαμολάς κι ανεβαίνει, να χαϊδεύω με το βλέμμα την όμορφη καμπύλη του και τον αητό μου ψηλά, μακριά από όλα τα ηλεκτροφόρα και όλα τ' ανθρώπινα, μακριά απ' τους νόμους της βαρύτητας, ακόμα κι απ'  το λατρεμένο χώμα.
Συνήθως τα κατάφερνα. Το κατόρθωμά μου το κλείδωνα σε μια μυστική μοναξιά, όπου μόνη μου, εγώ με τον εαυτό μου, μπορούσα να καμαρώνω χωρις έπαρση, γιατί ποτέ δεν υπήρχαν μάρτυρες να με θαυμάσουν. Ή μάλλον υπήρχαν: Οι φιστικές δεξιά κι αριστερά. Τρέχοντας ανάμεσά τους σήκωνα κουρνιαχτό  -  πού και πού, το ομολογώ, τραυμάτιζα κιόλας άθελά μου  μερικά κλωνάρια τους, ακόμα σαν ξερά τέτοια εποχή, αλλά παρόντα και ζωντανά, έχοντας ήδη πετάξει τα πρώτα  μάτια.

Αυτά τα μάτια  με παρακολουθούν ακόμα. Το βλέμμα  τους σκληρό, δεν έχει νοσταλγία ούτε επιστροφή. Το βλέμμα πέφτει πάνω μου με το ασήκωτο βάρος  ενός χαμένου μες στις στροφές του χρόνου μονοπατιού. Που μπαζώθηκε, που ασφαλτοστρώθηκε,  που φύτρωσε αντανακλάσεις φιμέ τζαμιών, που δεν άφησε πίσω του κανένα ίχνος ύπαρξης, μόνο την απέλπιδα ανάμνηση.  Που γονιμοποίησε μωρία, αδικοπραξία και σήψη. Πικρή αλήθεια: ο χρόνος μου λεηλατήθηκε από ανθρώπινα μπάζα και μ' αυτό δεν μπορώ να συμφιλιωθώ. 
Ο χρόνος μου -ο χρόνος αυτού του τόπου - ένα κουφάρι χαρταετού.

jiagogina
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...