28.6.11

Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἀπό τον Μικρό Ναυτίλο

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ
ΙΙ.
Κατοίκησα μιὰ χώρα ποὺ ΄βγαινε ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν πραγματική, ὅπως τ' ὄνειρο ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μου. Τὴν εἶπα κι αὐτὴν Ἑλλάδα καὶ τὴ χάραξα πάνω στὸ χαρτὶ νὰ τηνε βλέπω. Τόσο λίγη ἔμοιαζε · τόσο ἄπιαστη.
Περνώντας ὁ καιρὸς ὅλο καὶ τὴ δοκίμαζα: μὲ κάτι ξαφνικοὺς σεισμούς, κάτι παλιὲς καθαρόαιμες θύελλες. Ἄλλαζα θέση στὰ πράγματα να τ' ἀπαλλάξω  ἀπὸ κάθε ἀξία. Μελετοῦσα τ' Ἀκοίμιστα καὶ τὴν Ἐρημικὴ ν' ἀξιωθῶ νὰ φκιάνω λόφους καστανούς, μοναστηράκια, κρῆνες. Ὣς κι ἕνα περιβόλι ὁλόκληρο ἔβγαλα γιομάτο ἑσπεριδοειδὴ ποὺ μύριζαν Ἡράκλειτο κι Ἀρχίλοχο. Μά 'ταν ἡ εὐωδία τόση ποὺ φοβήθηκα. Κι ἔπιασα σιγὰ σιγὰ νὰ δένω λόγια σὰν διαμαντικὰ νὰ τὴν καλύψω τὴ χώρα ποὺ ἀγαποῦσα. Μὴν καὶ κανεὶς ἰδεῖ τὸ κάλλος. Ἢ κι ὑποψιαστεῖ πὼς ἴσως δὲν ὑπάρχει.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...