4.3.11

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΎΤΗΣ: Μονόγραμμα



Θὰ πενθῶ πάντα  -μ' ακοῦς -γιὰ σένα,
μόνος,  στὸν Παράδεισο


Θὰ γυρίσει ἀλλοῦ τὶς χαρακιές 
Τῆς παλάμης, ἡ Μοίρα, σὰν κλειδούχος 
Μιὰ στιγμὴ θὰ συγκατατεθεῖ ὁ Καιρός 


Πῶς ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἀγαπιοῦνται οἱ ἄνθρωποι


Θὰ παραστήσει ὁ οὐρανὸς τὰ σωθικὰ μας 
Καὶ θὰ χτυπήσει τὸν κόσμο ἡ ἀθωότητα 
Μὲ τὸ δριμύ τοῦ μαύρου τοῦ θανάτου. 




ΙΙ. 


Πενθῶ τὸν ἥλιο καὶ πενθῶ τὰ χρόνια ποὺ ἔρχονται 
Χωρὶς ἐμᾶς καὶ τραγουδῶ τ’ ἄλλα ποῦ περασαν 
Ἐὰν εἶναι ἀλήθεια


Μιλημένα τὰ σώματα καὶ οἱ βάρκες ποὺ ἔκρουσαν γλυκὰ 
Οἳ κιθάρες ποὺ ἀναβόσβησαν κάτω ἀπὸ τὰ νερὰ 
Τὰ "πίστεψε μὲ" καὶ τὰ "μὴ" 
Μιὰ στὸν ἀέρα,  μιὰ στὴ μουσικὴ 


Τὰ δυὸ μικρὰ ζῶα, τὰ χέρια μας 
Ποὺ γύρευαν ν’ἀνέβουνε κρυφὰ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο 
Ἡ γλάστρα μὲ τὸ δροσαχὶ στὶς ἀνοιχτὲς αὐλόπορτες 
Καὶ τὰ κομμάτια οἱ θάλασσες ποῦ ἐρχόντουσαν μαζὶ 
Πάνω ἀπ’τὶς ξερολιθιές, πίσω ἂπ’τοὺς φράχτες 
Τὴν ἀνεμώνα ποὺ κάθισε στὸ χέρι σου 
Κι ἔτρεμες τρεῖς φορὲς τὸ μὼβ τρεῖς μέρες πάνω ἀπὸ 
τοὺς καταρράχτες 


Ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια τραγουδῶ 
Τὸ ξύλινο δοκάρι καὶ τὸ τετράγωνο φαντὸ 
Στὸν τοῖχο, τὴ Γοργόνα μὲ τὰ ξέπλεκα μαλλιὰ 
Τὴ γάτα ποὺ μᾶς κοίταξε μέσα στὰ σκοτεινὰ 


Παιδὶ μὲ τὸ λιβάνι καὶ μὲ τὸν κόκκινο σταυρὸ 
Τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει στῶν βράχων τὸ ἀπλησίαστο 
Πενθῶ τὸ ροῦχο ποῦ ἄγγιξα καὶ μοῦ ἦρθε ὁ κόσμος. 




ΙΙΙ. 


Ἔτσι μιλῶ γιὰ σένα καὶ γιὰ μένα


Ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ καὶ στὴν ἀγάπη ξέρω 
Νὰ μπαίνω σὰν Πανσέληνος 
Ἀπὸ παντοῦ,γιὰ τὸ μικρὸ τὸ πόδι σου μὲς στ’ἀχανῆ σεντόνια 
Νὰ μαδάω γιασεμιὰ --κι ἔχω τὴ δύναμη 
Ἀποκοιμισμένη, νὰ φυσῶ νὰ σὲ πηγαίνω 
Μὲς ἀπὸ φεγγαρὰ περάσματα καὶ κρυφές τῆς θάλασσας στοές 
Ὑπνωτισμένα δέντρα μὲ ἀράχνες ποὺ ἀσημίζουμε 


Ἀκουστὰ σ’ ἔχουν τὰ κύματα 
Πῶς χαϊδεύεις, πῶς φιλάς 
Πῶς λὲς ψιθυριστὰ τὸ "τί" καὶ τὸ "ε" 
Τριγύρω στὸ λαιμὸ στὸν ὄρμο 
Πάντα ἐμεῖς τὸ φῶς κι ἡ σκιὰ 


Πάντα ἐσὺ τ’ἀστεράκι καὶ πάντα ἐγὼ τὸ σκοτεινὸ πλεούμενο 
Πάντα ἐσὺ τὸ λιμάνι κι ἐγὼ τὸ φανάρι τὸ δεξιὰ 
Τὸ βρεγμένο μουράγιο καὶ ἡ λάμψη ἐπάνω στὰ κουπιὰ 
Ψηλὰ στὸ σπίτι μὲ τὶς κληματίδες 
Τὰ δετὰ τριαντάφυλλα, καὶ τὸ νερὸ πού κρυώνει 
Πάντα ἐσὺ τὸ πέτρινο ἄγαλμα καὶ πάντα ἐγὼ ἡ σκιὰ πού μεγαλώνει 
Τὸ γερτὸ παντζούρι ἐσύ, ὁ ἀέρας ποῦ τὸ ἀνοίγει ἐγὼ 
Ἐπειδὴ σ’ἀγαπῶ καὶ σ’ ἀγαπῶ
Πάντα ἐσὺ τὸ νόμισμα  καὶ ἐγὼ ἡ λατρεία ποῦ τὸ ἐξαργυρώνει: 


Τόσο ἡ νύχτα, τόσο ἡ βοὴ στὸν ἀνεμο 
Τόσο ἡ στάλα στὸν ἀέρα, τόσο ἡ σιγαλιὰ 
Τριγύρω ἡ θάλασσα ἡ δεσποτικὴ 
Καμάρα τ’οὐρανοῦ μὲ τ’ ἄστρα 
Τόσο ἡ ἐλάχιστή σου ἀναπνοὴ 


Ποὺ πιὰ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο 
Μὲς στοὺς τέσσερις τοίχους, τὸ ταβάνι, τὸ πάτωμα 
Νὰ φωνάζω ἀπὸ σένα καὶ νὰ μὲ χτυπᾶ ἡ φωνὴ μου 
Νὰ μυρίζω ἀπὸ σένα καὶ ν’ἀγριεύουν οἱ ἄνθρωποι 
Ἐπειδὴ τὸ ἀδοκίμαστο καὶ τὸ ἀπ’ ἀλλοῦ φερμένο 
Δὲν τ’ ἀντέχουν οἳ ἄνθρωποι κι εἶναι νωρίς, μ’ἀκούς 
Εἶναι νωρὶς ἀκόμη μὲς στὸν κόσμο αὐτὸν ἀγάπη μου


Νὰ μιλῶ γιὰ σένα καὶ γιὰ μένα. 


ΙV. 


Εἶναι νωρὶς ἀκόμη μὲς στὸν κόσμο αὐτόν, μ’ἀκοῦς 
Δὲν ἔχουν ἐξημερωθεῖ τὰ τέρατα, μ’ἀκοῦς 
Τὸ χαμένο μου τὸ αἷμα καὶ τὸ μυτερό,μ’ ἀκοῦς 
Μαχαίρι 
Σὰν κριάρι ποῦ τρέχει μὲς στοὺς οὐρανούς 
Καὶ τῶν ἄστρων τοὺς κλώνους τσακίζει, μ’ ἀκοῦς 
Εἶμ’ ἐγώ, μ’ἀκοῦς 
Σ’ ἀγαπῶ, μ’ἀκοῦς 
Σὲ κρατῶ καὶ σὲ πάω καὶ σοῦ φορῶ
Τὸ λευκὸ νυφικό της Ὀφηλίας, μ’ ἀκοῦς 
Ποῦ μ’ἀφήνεις, ποῦ πᾶς καὶ ποιός, μ’ ἀκοῦς 

Σοῦ κρατεῖ τὸ χέρι πάνω ἀπ’τοὺς κατακλυσμούς 
Οἱ πελώριες λιάνες καὶ τῶν ἡφαιστείων οἱ λάβες 
Θὰ’ ρθει μέρα, μ’ ἀκοῦς  
Νὰ μᾶς θάψουν, κι οἱ χιλιάδες ὕστερα χρόνοι 
Λαμπερὰ θὰ μᾶς κάνουν πετρώματα, μ’ ἀκοῦς 
Νὰ γυαλίσει ἐπάνω τους ἡ ἀπονιά, μ’ ἀκοῦς 
Τῶν ἀνθρώπων 
Καὶ χιλιάδες κομμάτια νὰ μᾶς ρίξει 


Στὰ νερὰ ἕνα ἕνα,  μ’ ἀκοῦς 
Τὰ πικρά μου βότσαλα μετρῶ, μ’ ἀκοῦς 
Κι εἶναι ὁ χρόνος μιὰ μεγάλη ἐκκλησία, μ’ ἀκοῦς 
Ὅπου κάποτε οἱ φιγούρες 
Τῶν Ἁγίων 
Βγάζουν δάκρυ ἀληθινό, μ’ ἀκοῦς 
Οἳ καμπάνες ἀνοίγουν ἀψηλά, μ’ ἀκοῦς  
Ἕνα πέρασμα βαθὺ νὰ περάσω 
Περιμένουν οἳ ἄγγελοι μὲ κεριὰ καὶ νεκρώσιμους ψαλμούς 
Πουθενὰ δὲν πάω, μ’ ἀκοῦς  
Ἢ κανεὶς ἢ κι οἱ δύο μαζί, μ’ ἀκοῦς 

Τὸ λουλούδι αὐτὸ τῆς καταιγίδας καὶ μ’ ἀκοῦς 
Τῆς ἀγάπης 
Μιὰ γιὰ πάντα τὸ κόψαμε 
Καὶ δὲν γίνεται ν’ἀνθίσει ἀλλιῶς, μ’ ἀκοῦς 
Σ’ ἄλλη γῆ, σ’ ἄλλο ἀστέρι, μ’ ἀκοῦς 
Δὲν ὑπάρχει τὸ χῶμα, δὲν ὑπάρχει ὁ ἀέρας 
Ποὺ ἀγγίξαμε, ὁ ἴδιος, μ’ ἀκοῦς  


Καὶ κανεὶς κηπουρὸς δὲν εὐτύχησε σ’ἄλλους καιρούς 


Ἀπὸ τόσον χειμώνα κι ἀπὸ τόσους βοριάδες, μ’ ἀκοῦς 
Νὰ τινάξει λουλούδι, μόνο ἐμεῖς, μ’ ἀκοῦς   
Μὲς στὴ μέση της θάλασσας 
Ἀπὸ τὸ μόνο θέλημα τῆς ἀγάπης, μ’ ἀκοῦς  
Ἀνεβάσαμε ὁλόκληρο νησί, μ’ ἀκοῦς  
Μὲ σπηλιὲς καὶ μὲ κάβους κι ἀνθισμένους γκρεμούς 
Ἄκου, ἄκου 
Ποιὸς μιλεῖ στὰ νερὰ καὶ ποιὸς κλαίει - ἀκοῦς; 
Εἷμ’ ἐγὼ ποὺ φωνάζω κι εἶμ’ ἐγὼ ποὺ κλαίω, μ’ ἀκοῦς  
Σ’ ἀγαπῶ, σ’ ἀγαπῶ, μ’ ἀκοῦς. 


V. 


Γιὰ σένα ἔχω μιλήσει σὲ καιροὺς παλιοὺς
Μὲ σοφὲς παραμάνες καὶ μ’ ἀντάρτες ἀπόμαχους
Ἀπὸ τί νὰ ’ναι ποὺ ἔχεις τὴ θλίψη τοῦ ἀγριμιοῦ
Τὴν ἀνταύγεια στὸ μέτωπο τοῦ νεροῦ τοῦ τρεμάμενου
Καὶ γιατί, λέει, νὰ μέλει κοντά σου νὰ’ρθῶ
Ποὺ δὲν θέλω ἀγάπη ἀλλὰ θέλω τὸν ἄνεμο
Ἀλλὰ θέλω τῆς ξέσκεπης ὄρθιας θάλασσας τὸν καλπασμὸ


Καὶ γιὰ σένα κανεὶς δὲν εἶχε ἀκούσει
Γιὰ σένα οὔτε τὸ δίκταμο οὔτε τὸ μανιτάρι
Στὰ μέρη τ’ ἀψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιὰ σένα μόνο δέχτηκε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ ὁδηγεῖ τὸ χέρι


Πιὸ δῶ, πιὸ κεῖ, προσεχτικὰ σ’ὅλα τὸ γύρο
Τοῦ γιαλοῦ τοῦ προσώπου, τοὺς κόλπους, τὰ μαλλιὰ
Στὸ λόφο κυματίζοντας ἀριστερὰ


Τὸ σῶμα σου στὴ στάση τοῦ πεύκου τοῦ μοναχικοῦ
Μάτια τῆς περηφάνειας καὶ τοῦ διάφανου
Βυθοῦ, μέσα στὸ σπίτι μὲ τὸ σκρίνιο τὸ παλιὸ
Τὶς κίτρινες νταντέλες καὶ τὸ κυπαρισσόξυλο
Μόνος νὰ περιμένω ποῦ θὰ πρωτοφανεῖς
Ψηλὰ στὸ δῶμα ἢ πίσω στὶς πλάκες τῆς αὐλῆς
Μὲ τ’ ἄλογο τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ αὐγὸ τῆς Ἀνάστασης


Σὰν ἀπὸ μιὰ τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη ὅσο σὲ θέλησε ἡ μικρὴ ζωὴ
Νὰ χωρᾶς στὸ κεράκι τὴ στεντόρεια λάμψη τὴν ἡφαιστειακὴ


Ποὺ κανεὶς νὰ μὴν ἔχει δεῖ καὶ ἀκούσει
Τίποτα μὲς στὶς ἐρημιὲς τὰ ἐρειπωμένα σπίτια
Οὔτε ὁ θαμμένος πρόγονος ἄκρη ἄκρη στὸν αὐλόγυρο
Γιὰ σένα, οὔτε ἡ γερόντισσα μ’ ὅλα της τὰ βοτάνια


Γιὰ σένα μόνο ἐγώ, μπορεῖ καὶ ἡ μουσικὴ
Πού διώχνω μέσα μου ἀλλ’ αὐτὴ γυρίζει δυνατότερη
Γιὰ σένα τὸ ἀσχημάτιστο στῆθος τῶν δώδεκα χρονῶ
Τὸ στραμμένο στὸ μέλλον μὲ τὸν κρατήρα κόκκινο
Γιὰ σένα σὰν καρφίτσα ἡ μυρωδιὰ ἡ πικρὴ
Ποὺ βρίσκει μὲς στὸ σῶμα καὶ ποὺ τρυπάει τὴ θύμηση
Καὶ νὰ τὸ χῶμα, νὰ τὰ περιστέρια, νὰ ἡ ἀρχαία μας γῆ.




I.


Ἔχω δεῖ πολλὰ καὶ ἡ γῆ μὲς ἀπ’ τὸ νοῦ μου φαίνεται ὡραιότερη
Ὡραιότερη μὲς στοὺς χρυσοὺς ἀτμοὺς
Ἡ πέτρα ἡ κοφτερή, ὡραιότερη
Τὰ μπλάβα τῶν ἰσθμῶν καὶ οἱ στέγες μὲς στὰ κύματα
Ὡραιότερες οἱ ἀχτίδες ὅπου δίχως νὰ πατεῖς περνᾶς
Ἀήττητη ὅπως ἡ Θεὰ τῆς Σαμοθράκης πάνω ἀπὸ τὰ βουνὰ
τῆς θάλασσας


Ἔτσι σ’ἔχω κοιτάξει ποὺ μοῦ ἀρκεῖ
Νὰ’χει ὁ χρόνος ὅλος ἀθωωθεῖ
Μὲς στὸ αὐλάκι ποὺ τὸ πέρασμά σου ἀφήνει
Σὰν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ἀκολουθεῖ


Καὶ νὰ παίζει μὲ τ’ ἄσπρο καὶ τὸ κυανὸ ἡ ψυχή μου!


Νίκη, νίκη ὅπου ἔχω νικηθεῖ
Πρὶν ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ μαζὶ
Γιὰ τὴ ρολογιὰ καὶ τὸ γκιοὺλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε καὶ ἂς ἔχω ἐγὼ χαθεῖ


Μόνος καὶ ἂς εἶναι ὁ ἥλιος ποὺ κρατεῖς ἕνα παιδὶ
νεογέννητο
Μόνος, καὶ ἂς εἶμ’ἐγὼ ἡ πατρίδα ποὺ πενθεῖ
Ἂς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἔστειλα νὰ σοὺ κρατεῖ δαφνόφυλλο
Μόνος, ὁ ἀέρας δυνατὸς καὶ μόνος τ’ ὁλοστρόγγυλο
Βότσαλο στὸ βλεφάρισμα τοῦ σκοτεινοῦ βυθοῦ
Ὁ ψαρὰς ποὺ ἀνέβασε κι ἔριξε πάλι πίσω στοὺς καιροὺς τὸν Παράδεισο !




VII.


Στὸν Παράδεισο ἔχω σημαδέψει ἕνα νησὶ
Ἀπαράλλαχτο ἐσὺ κι ἕνα σπίτι στὴ θάλασσα


Μὲ κρεβάτι μεγάλο καὶ πόρτα μικρὴ
Ἔχω ρίξει μὲς στ’ ἄπατα μιὰν ἠχὼ
Νὰ κοιτάζομαι κάθε πρωὶ ποὺ ξυπνῶ


Νὰ σὲ βλέπω μισὴ νὰ περνᾶς στὸ νερὸ
καὶ μισῆ νὰ σὲ κλαίω μὲς στὸν Παραδειο.


εδώ  κι εδώ μπορείτε να ακούσετε το ποίημα σε απαγγελία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, με μουσική Μίκη Θεοδωράκη 

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...