Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βέλθανδρος και Χρυσάντζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βέλθανδρος και Χρυσάντζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.9.17

Βέλθανδρος και Χρυσάντζα: Η ξένωσις


ένα απόσπασμα από το μεσαιωνικό μυθιστόρημα Βέλθανδρος και Χρυσάντζα.. 

Στις απαρχές της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το κείμενο δονείται από το ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου.
Κάτω και πίσω από την ευπρεπή και άκαμπτη "αττικίζουσα", αναπνέει η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού, η αρχαία αυτή Νέα Γλώσσα, η "πολιτική", 
 που ήδη μιλιέται, κατά τη δική μου τουλάχιστον υπόθεση εργασίας, τουλάχιστον τρεις - τέσσερις  αιώνες πριν γίνει αφήγημα  η  ερωτική τούτη ιστορία "Βελθάνδρου και  Χρυσάντζας"...
Εδώ ένα απόσπασμα: 
ο Βέλθανδρος έχει αποφασίσει να "ξενωθεί" , χολωμένος από την αδιαφορία του πατέρα του προς αυτόν. 
Οι ακόλουθοι του πατέρα - βασιλιά προσπαθούν να τον μεταπείσουν, έχοντας εκ των προτέρων τη διαταγή να τον φέρουν πίσω στο παλάτι διά της βίας. 
Ο Βέλθανδρος  αποδεικνύει εν τοις πράγμασι την ενηλικίωσή του: κατατροπώνει τους ακόλουθους του βασιλιά και λίγο μετά, αφού έχει βιώσει την μοναξιά της ξένωσής του, για δεύτερη φορά χειραφετείται  στην ελευθερία του ενήλικα, αντιμετωπίζοντας με γενναιότητα μια επίθεση ληστών
Να επισημάνω το εξής ενδιαφέρον:  η διεκδίκηση της ελευθερίας του Βέλθανδρου από τον πατρικό "ζυγό", συνεπάγεται την "ξένωσιν" και την "δούλωσιν" σε κάποιον άλλο αυθέντη. Κι ο ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή τη δοκιμασία: να ξεπεράσει το φόβο και να αναμετρηθεί με το άγνωστο. Πρόκειται για ένα πρότυπο ανδρείας που σχετίζεται με την κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας και βεβαίως σχετίζεται με το ιδεώδες της γενναιότητας που έχει ανάγκη η εποχή: Ο Βέλθανδρος δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Την ιεραρχία της φεουδαρχικής  κοινωνίας την αποδέχεται ως έχει. Δεν είναι ακρίτας πολεμιστής που προστατεύει από τον εκβαρβαρισμό. Δεν υπερασπίζεται κανένα ιδανικό παρά μόνο το δικαίωμά του στη χαρά της ζωής...  Ιδεώδες η ατομική ανδρεία..Με όλες τις αντινομίες της...
Ας το διαβάσουμε έτσι το παραμύθι! 

«Βέλθανδρε, στέμματος παιδί, και σκήπτρου κληρονόμε,
το είς εσέν εσέβασεν ο πονηρός σου δαίμων,
ημείς παρακαλούμεν σε διά να το καταλείψεις,
και να προκρίνεις το καλό και κείνο να ποιήσεις·
πρόσεξε δε, ανιστόρησε και λάβε κατά νου σου,
εάν εις αίμα εθνικόν υπάγεις και αποσώσεις,
και ποίσεις τας δουλείας του και από ταύτα εύρεις
πληρώματα των δεουσών, τιμάς, δόξας και πλούτη·
μη γουν άλλο προτιμηθείς, την δούλωσιν προκρίνου,
επεί δε συ ελεύθερος, αδούλωτος υπάρχεις,
μάλλον και άνακτος παιδί και βασιλέως τέκνον,
και χρη να σε δουλεύουσιν, ουχί του να δουλεύσεις,
ουκ οίδα τι σοι λογισμοί και τι σοι επινοίαις,
έα λοιπόν τα περιττά, και δεύτε ας στραφώμεν».
Ακούων ταύτα Βέλθανδρος ούτως απηλογήθην·
«Προς τας πικρίας τας πολλάς, ας έχω εκ του πατρός μου,
η ξενιτεία μου δ’ αυτή τας πάσας απαλείψει».
Πάλιν απηλογήθην τον εκείνος λέγων ούτως·
«Ημάς δέξου εγγυητάς θλίψη ποτέ μη εύρεις,
αλλ’ ουδέ θλιβερόν ποτέ από του νυν να πάθεις,
αλλά με τον πατέρα σου να ποίσομεν να σ’ έχει
ώσπερ ηγαπημένον του και γνήσιον τεκνίον·
ημείς και τι το κρύβομεν και ουδέν σε το λαλούμεν;
τούτο πληροφορήθητι και λάβε κατά νου σου,
ει μεν και με το θέλημα και την προαίρεσίν σου
θέλεις γυρίσειν και στραφήν, παυόμεθα του λέγειν,
ειδ’ ίσως οπισωπατείς, ου θέλεις ν’ακλουθήσεις,
επαίρνομέν σε πεταστόν, γοργογυρίζομέν σε,
και ο πατήρ σου ο βασιλεύς τούτο και γαρ μας είπεν».
Γοργόν απηλογήσατο ο Βέλθανδρος εκείνους·
«Άρχοντες, τούτο γνώσατε πάντες, πιστεύσατέ μοι,
ότι οι συγγενίδες μου, γυναίκες ιδικές σας,
ότι τιμήν ηλπίζασιν ίν’ εύρουν απ’ εμένα·
βούλεσθε χήρες σήμερον όλες να τες ποιήσω;».
Ως είδασιν αγύριστον παντελώς τον σκοπόν του,
οι στρατιώται πάραυτα ώρμησαν να τον πιάσουν,
και σύντομα ο Βέλθανδρος σύρει το απελατίκι,
και εις το μέγα το άπειρον εφόνευσε τους δέκα·
εφώναξε και λέγει τους· «Πταίστης εγώ ουκ είμαι,
υμείς μεν εποιήσατε το φονικόν ετούτο,
αμμή εγώ, ει ήθελον, απέφευγά σας τώρα·
είπατε τον πατέρα μου όσα έπαθεν ο χορός των αρχόντων·
και ιδού αποχαιρετώ υμάς και εύξασθέ μοι,
και της ξενώσεως την οδόν ιδού να υπαγαίνω».


Και το λοιπόν εβάδισεν της ξενιτιάς τον δρόμον,
χώρας πολλάς εγύρισε και τοπαρχιάς και κάστρα·
τόπος αυτόν ουκ ήρεσεν το να προσκαρτερήσει·
τα μέρη της Ανατολής γυρεύει και Τουρκίας,
εγύρισεν, εδίωξε τους τόπους και τα κάστρα.
Εις κάμπον κλεισουρότοπον, εις διάβαν τουρκοβούνου,
λησταί το εδιαυθέντευαν μετά μεγάλης τόλμης,
και ως τον είδαν οι λησταί, εκατεσκόπησάν τον
αρματωμένον, εύμορφον και λαμπροφορεμένον,
και με τα τριά παιδόπουλα μόνα κατόπισθέν του·
είπαν· «Ας τον αφήσωμεν να έμπει εις την κλεισούρα,
και αφ’ ου δ’ εμπεί και χωρεθεί απέσω εις την κλεισούρα,
χειροπιαστός εις χείρας μας να πέσει, ως ου θέλει».
  Αφήκαν τον, εσέβηκεν, ήλθε, προσεχωρήθη·
και όταν μικρόν εσέβηκεν, ευθύς κατάπεσάν τον,
και εις το μέγα, το άπειρον εκείνο το φουσάτον
απελατίκιν έσυρεν, τούτο ου ψεύδομαί το,

και εις το υποβρύχιον γεγόνασιν οι πάντες.

21.8.17

¨Μοιρογράφημα" του έρωτος Βελθάνδρου του Ρωμαίου

...Ιδού ένα όμορφο πετράδι της αρχαίας Νέας Ελληνικής Γλώσσας...
...πρόκειται για ένα μικρό απόσπασμα από το βυζαντινό ιπποτικό μυθιστόρημα ΒΕΛΘΑΝΔΡΟΣ KAI XΡΥΣΑΝΤΖΑ: ο  Βέλθανδρος εξυμνεί την ομορφιά της Χρυσάντζας και δικαιολογεί στον Βασιλιά Έρωτα την κρίση του (κατά το πρότυπο της κρίσης του Πάρη). Ας αφουγκραστούμε την "πολιτική" - Νέα Ελληνική, που σπαρταράει μέσα στον δεκαπεντασύλλαβο... 


«Επεθυμείς», αντέφησεν «Έρων μου, του να μάθης 
το ποιάν εδώκα το βεργίν, και τα τερπνά της κάλλη,
και τα λοιπά χαρίσματα, τάχει παρά τας άλλας;
Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη τας αγκάλας,
και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασε και απήρεν·
την συγκοπήν και σύνθεσιν, τα του κορμιού της μέλη,
αύτη η βασιλεία σου εκαλοδώρησέν τα,
και καθεδρίαν έποικεν ολοσωματωμένην
επάνω να καθέζεται εις κενοδόξισμά σου·
του κάλλους μέσον έπλασες και σωματούργησές την·
υπέρ ανθρώπων έδωκες πάσαν κοπήν και θέσιν·
έχει μαλλιά χρυσαφωτά, ίσα της ηλικιάς της·
ως χόρτον εις παράδεισον, ως σέλινα εις κήπον,
ούτως είχε το δάσωμα των ομαλλιών η κόρη,
να είπες ότι Χάριτες εισίν όλαι του κόσμου
επάνω της εκάθισαν και θήκασιν κατούναν.
Οι μήνιγγές της εκ παντός χωρίς αμφιβολίας,
έδουν το αποτύπωμα το σον χρυσοποικίλον·
να ρίψη τις το βλέμμα  του να είδεν οφθαλμούς της,
πάραυτα την καρδίαν του σύρριζαν ν’  ανασπάσουν,
εις τον βυθόν της λίμνης σου απέσω κολυβούσι,
μικρά μικρά Ερωτόπουλα δοξεύουν, μέσα παίζουν·
Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,
γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας·
οι Χάριτες εχάλκευσαν την μύτην της ωραίας,
στόμα Χαρίτων, Χάριτος δόντια μαργαριτάρια·
μάγουλα ροδοκόκκινα, αυτόβαπτα τα χείλη,
εμύριζε το στόμαν της χωρίς αμφιβολίας·
στρογγυλομορφοπήγουνος, υπερανασταλμένη·
λευκοβραχίων, τρυφερά, τράχηλος τουρνεμμένος,
η μέση της ολόλιγνη μετά μεγάλης τέχνης,
απλώς ως λεπτοκάλαμον εκατασκεύασέν την,
το κλίμα του τραχήλου της και το υπολόγισμά της·
σώμα και γαρ εξαίρετον εκ της συνθέσεώς της,
να είπες ότι Χάριτες εξέρχονται απ’  αύτην·
ως τροχός ετροχάλευσε την βρύσιν ο τεχνίτης.
Το στήθος της παράδεισος ερωτικός υπάρχει,
τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας,
το βλέμμα πάνυ θαυμαστόν, και η πορπατηξιά της,
όταν γυρίση απόκοτα και ίδη  επάνω κάτω,
θερίζει σου την αίσθησιν, κόπτει σου και την φρόναν,
και σεαυτόν, ω βασιλεύ, καν τολμηρός μου ο λόγος,

αν σε σκιάση πούπετις, σύμπτερος να κατέβης».

Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, εκδόσεις Στοχαστή (1925)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...