19.8.18

πλάνης

Πόσο έχω αποθυμήσει
τον τόπο της ακακίας και της λεύκας
που περπατάς και δεν πληγώνεις τα πεσμένα φύλλα
απόψε το φθινόπωρο θέλω να πάω εκεί
στους αμπελώνες των πριγκήπων
πεθύμησα το δικό τους κρασί
κερασμένο από δεκάχρονο αγόρι ορφανό
με γέλιο μαργαριταρένιο
και δάκρυα κοφτά διαμάντια

Μετά φορώντας τ' άστρα στα βλέφαρα
να σύρω το χορό
πλάνης κι εγώ από τ' αρχαία χρόνια
χωρίς να είναι ανάγκη να εξηγώ
τόσο καιρό στην εξορία
πώς μάτωνα και πέθαινα
και ξανά
λύγιζα στον έρωτα
μέχρι να ψηλαφήσω πόντο πόντο
τη χαραγμένη παλάμη
των κύκνων του βορρά
και την μνήμη την άθραυστη
των κύκνων του νότου

Χρόνοι εσείς που πλήγωσα
φίδια δράκοι μου
χορέψτε με μια βόλτα
απόψε πεθυμώ
με το σφιχτό σας συριγμό
να σεργιανήσω στ' άστρα

κι αύριο χαλάλι
ξανά στο πρωινό το ξύπνημα
πίνοντας καφέ στο τάσι του κόσμου
ή μπρος στον καθρέφτη ν' απορείς

"Τόσα σπασμένα πρόσωπα
κι όλα μοιάζουν"

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
(αρχείο)
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...