20.1.13

μονόλογος μιας τσουκνίδας

Κνίδη.  Κνίδη η δίοικος. Κνίδη η καυστηρά.  Κνίδη η μεμβρανώδης, η σφαιριδιοφόρος  και η καυστηρωτάτη.  Χαίρω πολύ! 
Πολλών λογιών κνυδοειδή παράσημα παρέχω, πλήρη οξέων εγκαυμάτων.  Αφής κεντίδια τα λέω εγώ. Αφηγήματα ενός χάρτη ανάγλυφου γεωγραφικού τα λεν αυτοί. Φοβούνται τόσο μόνο που με ακούν.  Τι περίεργο! Οι άνθρωποι ν' αμύνονται έτσι στον πόνο του σώματος και να ενδίδουν αμαχητί στον πόνο του μυαλού.
Και, βέβαια,  με ξεπατώνουν.  Καταφεύγω στα ταπεινά της φύσης κατατόπια. Ακόμα και στα ολόισκιωτα. Άλλοτε είναι η βαρόισκια πυγμή του πεύκου. Άλλοτε του αϋλανθου ο ίσκιος ο φαρμακερός. Ή της μελίας το ρίζωμα. Άλλοτε κάτω απ' τα μπάζα, σε ξεχασμένο χορτάριασμα δίπλα στους πράσινους σκουπιδοντενεκέδες. Ζέχνει ο δρόμος  κι εγώ δίπλα. 
Αντέχω.  
Με πυρίτιο και χλωροφύλλη.  
Με φωσφόρου φως φαντάζει. 
Σιδηρουργός. Οξυτενής. Σεληνιούχος. 
Αλλά μου καταλογίζεται και θάνατος. Με λεν και Θηριώδη.  Πομφοί, ερυθήματα και άλλες επηρμένες  λέξεις είναι χτισμένες γύρω μου, τείχη του τρόμου.  Κι ας ευδοκιμεί πάντα δίπλα μου η μολόχα.  
Αχ, πόσα παραστρατημένα μάτια κοιτούν μόνο τα ρόδα. 
Ας είναι. 
Εγώ είμαι που τα θεραπεύω.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...