9.11.12

Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα από τη Γκραγκάντα



(…)
Λοιπόν -  εἶπε ὁ  Βαγγέλης - ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἀπάτη·
λοιπὸν δὲν εἶναι μόνο ὁ θάνατος· δῶσε καὶ πάρε τὴ λέξη, τὴν πράξη· ὤχ - εἶπε

θὰ πάρουμε τὸ μερτικό μας καὶ τὸ δίκιο μας μὲ λόγο καὶ πράξη· ὑπάρχει τὸ ὑπάρχω·  ὑπάρχει συνέχεια· ὤχ·
στὰ φαρδιὰ τζάμια τῶν καταστημάτων εἶδα
τ’ ἀγάλματα ὁλάκερη στρατιά, κατεβαίναν στὴ διαδήλωση
εἶδα μαζὶ καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ δὲν ἦταν ἀγάλματα
κρατοῦσαν μεγάλα πλακὰτ μὲ συνθήματα: ψωμί, ἐλευθερία, ἔρωτας,
κρατοῦσαν σημαῖες και μικρότερα ἀγάλματα· φαινόταν
καθρεφτισμένη πάνω στὶς βιτρίνες ἡ λευκὴ παρέλαση
καὶ μέσα στὶς βιτρίνες, τὰ κόκκινα μαγιό, τὰ ψαροντούφεκα, οἱ γυάλινες μάσκες, τὰ γαλάζια βατραχοπέδιλα
ἦταν ὡραία αὐτὴ ἡ ἀντιστοιχία
ἦταν ὡραῖο ποὺ τὴν προσέξαμε· γεννιόταν τὸ νερό· κυλοῦσε·
μεγάλωνε ἡ ρευστότητα· ἐπιταχυνόταν· κι ἄξαφνα
ἡ πρώτη ντουφεκιὰ ἡ ἀντίστροφη, ἡ δεύτερη,  ἡ τρίτη·
δὲ στάθηκαν· συνέχεια, πορεία, οἱ νεκροί, τὰ παιδιά, ξεχτένιστες γυναῖκες, οἱ δασύτριχοι ἄντρες
καὶ κάτω ἀπ’ τοὺς μεγάλους διασκελισμούς τῆς μόνης σημαίας
ἀκούστηκε ὁ Κώστας φωνάζοντας μέσα του
τί κόσμος, θέ μου, τί ἀπέραντος ὁ κόσμος
κι  ὁ ἕνας σήκωσε ψηλὰ τὸ βιολί
κι ὁ δεύτερος τ’ ἄδειο κλουβὶ μὲ τὸ φλιτζάνι, τὶς βέργες καὶ τὶς δυὸ τοῦφες μπαμπάκι
κι ὁ τρίτος σήκωσε μὲ το ΄να πόδι τὴν καρέκλα
ἐπάνω στὴν καρέκλα ἦταν ἕνα τεράστιο γάντι πυγμαχίας
κρατώντας τὰ ἴδια τρία λουλούδια. Καὶ τότε τρέχονταςς ἐγὼ φώναξα:
Γραγκάντα
κι οἱ ἄλλοι κατάλαβαν ἀμέσως καὶ φώναξαν: Γκραγκάντα
κι οἱ ἀντίλαλοι ἀπ’ τοὺς λόφους ἀπέναντι καθὼς ἀνεβαίναμε φώναξαν:
Γκρὰ καὶ γκρὰ καὶ γκὰ καὶ ντὰ
Γκραγκάντα.

Κι ἦταν ἀλήθεια Γκραγκάντα.



Ἀθήνα -Καρλόβασι, Ἰούνιος Αὔγουστος 1972
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...