22.6.12

Αμίλητο νερό....

λόγω ημέρας....

"...Φτάνει στα φρούτα. Άπλα. Της αρέσει. Δεν τον μπορεί τον κόσμο. Μια κυρία με μαύρα γυαλιά και καπελάκι ψάθα ζουλάει ροδάκινα με ζήλο και ξεδιαλέγει. Στέκει κι εκείνη δίπλα της και γεμίζει μια σακούλα για τον παππού με κινήσεις αστόχαστες, αφαιρεμένες. Θα του τα δώσει αύριο μετά τα εννιάμερα. Εκείνη δεν νοιάζεται ποτέ να εξετάσει την πραμάτεια, όπως κάνουν οι καλές νοικοκυρές, ούτε συγκρίνει τις τιμές και τέτοια, κατευθείαν πηγαίνει κι αγοράζει. Η μάνα της πολύ θα την κάκιζε. Εκείνη καθόταν με τις ώρες πάνω απ΄ τα καφάσια, παζάρευε πάντα την τιμή και εξάπαντος μετρούσε τα ρέστα. Είχε να το λέει, δεν της έμοιαζε. Μα τίποτα να μη μου πάρει; Τίποτα; Τσαπατσούλα, τεμπέλα. Και ξέρεις πώς μου μιλάει; Μην τη βλέπεις έτσι, έχει αυτή μια γλώσσα. Και να πεις ότι είναι ικανή, τίποτα δεν μπορεί να κάνει μόνη της, χωρίς εμένα ούτε το βρακί της δεν μπορεί να αλλάξει. Σταυρός. Αχάριστο πλάσμα. Ποιος το γέννησε αυτό το παιδί; Αλλά έτσι είναι, Φρόσω μου, από ρόδο βγαίνει αγκάθι. Η Φρόσω θα κούναγε το κεφάλι με κατανόηση. Τα ίδια δεν πέρναγε και κείνη με τη δική της; Έτσι είναι τα μοναχοπαίδια. Τα χείλια της θ’ ακουμπούσαν τσιγκούνικα στο φλιτζάνι και θα ΄πινε μια τελευταία γουλιά τούρκικο.
Σαν σήμερα. Ακόμη η γιορτή δεν θα είχε αρχίσει. Στον αέρα μια λαχτάρα μόνο. Οι κοπέλες του νησιού μαζεμένες στο σπίτι μιας Μαρίας θα ρίχναν τα ριζικάρια τους στη στάμνα. Οι παραθεριστές θα γύριζαν απ΄ την παραλία με πλαστικές τσάντες στον ώμο διαφανείς, αναψοκοκκινισμένοι από τον ήλιο. Κάποια κυρά θα μάζευε τα ρούχα στο μπαλκονάκι της. Η κυρία Φρόσω κι η Αρετή θα ανεβαίναν νυσταγμένες τις ασβεστωμένες σκάλες του ενοικιαζόμενου κι οι σαγιονάρες τους θα πλατάγίζαν στην πέτρα. Η μάνα της θα την αγριοκοίταζε μουτρωμένη που εξαφανίστηκε και παράτησε την Αρετή μόνη. Δεν έχει φιλότιμο; Πού ήτανε;

Θυμάται. Το βράδυ θα στεκόταν αντίκρυ στις φωτιές. Τα καφάσια τσιτσιρίζοντας θα ελευθέρωναν φλόγα. Τα δόντια του Σταύρου άστραφταν, καθώς γελώντας της έδινε το χέρι να περάσουν μαζί μέσα στη φωτιά. Μία, δύο, τρεις. Στο μεταξύ της Αρετής της άρπαξε φωτιά η φούστα κι άρχισε να τσιροκοπάει. Χαμογελάει. Ο μανάβης ανταποδίδει το χαμόγελο, νομίζει ότι του ζητάει κεράσια. Αυτή απλώς αποχαιρετάει την Τήνο. Στέκει στο κατάστρωμα και βλέπει πέρα το Σταύρο με το μηχανάκι του να μαρσάρει στο μόλο. Τα κεράσια δεν είναι πετροκέρασα. Αυτά αγαπάει. Προσπερνά. Ο πάγκος με τα πεπόνια. Άδειος. Φτάνει επιτέλους στα βύσσινα. Έχει ακόμα λίγα, όχι όλα καλά. Ζητάει σακούλα. Ο Σταύρος. Ήρθε και τη βρήκε στην Αθήνα. Πριν μπαρκάρει. Δεν ήταν το ίδιο. Κάτι είχε χαθεί απ΄ τον αέρα ανάμεσά τους. Τα μαλλιά του πια δε μύριζαν δυόσμο. Και τα χέρια του της φάνηκαν χοντροκομμένα. Μια χούφτα, δυο χούφτες. Τα παίρνει όλα, τέσσερα κιλά. Πληρώνει. Τώρα περπατά πιο αργά. Η ζέστη είναι αφόρητη κι η σακούλα βαριά. Προσπερνά έναν συνταξιούχο που σέρνει το καροτσάκι του. Η γύφτισσα ακόμα εκεί διαλαλεί. Οι άλλοι πάγκοι έχουν φύγει. Βγαίνει απ' το στενό και πέφτει στο μεγάλο δρόμο. Μια μοτοσικλέτα της κορνάρει. Κάθεται άκρη. Περνάει απέναντι και συνεχίζει το δρόμο. Η ώρα έχει πάει δύο."

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου,"Τα βύσσινά σου μην τα καθαρίζεις μόνη", απόσπασμα
από το Ανασαίνει ο κήπος", εκδόσεις Κέδρος

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...