10.4.12

Δημήτρης Κοσμόπουλος από το Κροῦσμα, III

Ἀπόσταγμα τοῦ ὀνείρου, σεληνόχωμα, βροχή μου τρυφερή, στην στέγη
νύχτα χρυσόμαυρη ἀλεπού, τί τάχα περιμένεις
καί, πές μου, γιὰ ποιὸν παίζει ἐτούτη ἡ μουσικὴ κι ἀπὸ  τὸ μητρικό
μου ἀστέρι, γιατὶ τόσο ἐμάκρυνα, μονάχος σὲ μαχαίρια πλῆθος.

Χορεύει γαλαζόδερμο παιδὶ γυμνό
λίγο πρὶν γίνει, πάλι, δέντρο γιὰ τὰ νυχτοπούλια.

Μπορεῖς,  ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς ἐρημιᾶς, σταλάζοντας αἰωνιότητα,
βραχώδης δορυφόρος πίκρας μακρυνῆς
νά 'ρθεις σὲ ποταμιὰ ξερὴ καὶ σὲ χορτάρι σκουριασμένο;

Πεσμένος ποὺ παρακαλῶ, γιὰ ἀμίλητο νερό
νὰ ξεδιψάσει λέξεις καὶ ν' ἀνθίσει.

Ἂν ἔρθεις, Γέρο, χιονιστή μου ἀέρα, τῆς σιωπῆς μου ριζικό
νὰ μᾶς σηκώσεις στὴν πολίχνη τῆς θερμῆς λαλιᾶς
Ἄναψε τοῦ προσώπου τὸ κερί
Ραβροῦχε τῆς Σελήνης, Γέρο μου,

Ξεκάρφωσέ με.


Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...