19.6.11

Παντελής Μπουκάλας:Ο λαός μεταξύ αγιογραφίας και ρωπογραφίας

Δεν είναι ένας ο «λαός», όσος εμπεριέχεται σε αυτό το ήδη ομηρικό όνομα, ούτε και μία η αναπαράστασή του με λέξεις ή και με τους αριθμούς της στατιστικής. Ο, τι αποσαφηνίστηκε με τους αιώνες είναι πως καλύπτει τους λεγόμενους «κοινούς» ή «απλούς ανθρώπους», τους υπηκόους, και μάλιστα, στην πολεμική γλώσσα, τους στρατιώτες, και ότι στις τάξεις του δεν συνανήκουν οι ηγέτες και οι πατρίκιοι - οι οποίοι πάντως μιλούν ανενδοιάστως εν ονόματί του, σαν αυθεντικοί εκφραστές του. Υπάρχει λοιπόν ο λαός της πολιτικής ρητορικής, της λογοτεχνίας, της δημοσιογραφίας, του εκκλησιαστικού λόγου κτλ. Υπάρχει ένα ζυμάρι δηλαδή, μια μάζα, που το πλάθουμε κατά τις περιστασιακές βλέψεις και ανάγκες μας, για να του δώσουμε το σχήμα που μας εξυπηρετεί. Κι έτσι το πρόσημο αλλάζει με τον καιρό και τα ρεύματά του. Και όσο εύκολα αποθεώνεται ο λαός και δοξάζεται, όταν λ. χ. οδεύουμε προς την πολύφερνη κάλπη, εξίσου εύκολα αποκαθηλώνεται, επιτιμάται, ελεεινολογείται.
Το συν, λοιπόν, μετατρέπεται ταχύτατα σε πλην, σε μια διαρκή κίνηση εκκρεμούς ή μάλλον σ' έναν κύκλο που δεν κλείνει ποτέ, κι ο «γίγαντας λαός» ή ο «άι-Λαός» γίνεται «όχλος». Ανάμεσα στην αγιογραφία και σε μια ρωπογραφία με τον λαό σαν ρώπο, πράγμα ποταπό και ασήμαντο, διαφεύγει όση αλήθεια μπορεί να γίνει αντιληπτή. Το διαπιστώνουμε αυτό στη Βουλή, όπου και δέκα να είναι οι αρχηγοί, ο καθένας τους, όποιο ποσοστό λαϊκής ψήφου κι αν έχει επικυρώσει τη μικροεξουσία του, εν ονόματι του Λαού αγορεύει, με κεφαλαίο λάμδα. Το ακούμε και στα συνθήματα ή το διαβάζουμε στα πανό των διαδηλώσεων, όπου και πάλι, όποια μερίδα λαού κι αν εκπροσωπεί κάθε συνθηματοδότης, και τη μικρότερη, εν ονόματι του όλου μιλάει, με τη σιγουριά ότι αποτελεί τη φωτισμένη πρωτοπορία του, άρα δικαιούται να εκφράσει αυτονομιμοποιούμενος τη σιωπηρή πλειοψηφία.
Η κάθοδος των μυρίων στην πλατεία Συντάγματος ήταν κατά κάποιον τρόπο η άνοδος αυτής της σιωπηρής πλειοψηφίας στο πολιτικό προσκήνιο - μια παράμετρος που ουδείς την υπολόγιζε και πάμπολλοι θα την απεύχονταν, για να συνεχίσουν απερίσπαστοι να επιδίδονται σε ένα πολιτικό παιχνίδι που υποτίθεται ότι αφορά αποκλειστικά όσους κρατούν από τζάκι ή κατέχουν τη σχετική τεχνογνωσία. Η ειρηνική αυτή εισβολή είχε το χαρακτήρα της επανεπινόησης του δημόσιου χώρου αλλά και της ανακατάκτησης του δικαιώματος στον δημόσιο λόγο. Κι όσα αρνητικά να βρει κανείς στις συνελεύσεις που λειτουργούν μια ανάσα από τη Βουλή, μάλλον δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι συζητήσεις στο Κοινοβούλιο υπερτερούν σε ποιότητα, έτσι όπως εξαντλούνται σε παράλληλους αρχηγικούς μονολόγους, με σιωπηρό συνήθως το βουλευτικό σώμα, δηλαδή, με άλλους όρους, τον ενδοκοινοβουλευτικό «λαό». Με αυτήν την τυπικά απροσδόκητη κίνηση των μαζών προς το κέντρο αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για το τι είναι λαός, τι μη λαός και τι το ανάμεσό τους. Και μέσα στα πολλά ενδιαφέροντα που ακούμε και διαβάζουμε, ακούμε βέβαια και τα πατροπαράδοτα, τα εξαγιαστικά από τη μια, τα κρημνιστικά από την άλλη. Οι αγιογράφοι του λαού (και οι πολιτικοί ανάμεσά τους, στον γνωστό ρόλο του δημαγωγού) ανασύρουν όλα τα κολακεύματα («ο λαός έχει μνήμη και κρίση» κτλ.), οι δε κρημνιστές, πάντοτε αριστοκράτες, πάντοτε μακριά από τον όγκο των πληβείων, ψέγουν την «ανωριμότητά» του και ενοχλούνται ακόμα και από το χαρακτήρα πανηγυριού που παίρνει ώρες ώρες η λαοσύναξη.
Και οι δύο αυτές «αναγνώσεις» του συμβάντος, παρότι αντίθετες, απορρέουν από την ίδια σχολή: τη σχολή που μετράει τα πράγματα με τα κριτήρια μιας κάποιας ηθικολογίας και μεταφυσικής. Αλλά ο λαός δεν είναι οντότητα της μεταφυσικής ούτε προσεγγίζεται με ηθικολογικά κριτήρια, εκτός και θέλουμε να περιστείλουμε τη δυναμική και την ποικιλία του. Ούτε αποκλειστικά ενάρετος είναι δηλαδή ούτε αποκλειστικά αχρείος και λαμόγιο. Τέτοιοι όροι δεν χωρούν εδώ, και δεν αποδίδουν ούτε κατ' ελάχιστο την εικόνα ενός πάντοτε ανανεούμενου και ανασχηματιζόμενου κύματος που περιέχει όλες τις εκδοχές του ανθρώπινου βίου, με αποτέλεσμα να είναι αυτό που κάθε φορά γίνεται.
Στο Σύνταγμα κατεβαίνουν παλιές καραβάνες αλλά και άνθρωποι που ίσως μετέχουν για πρώτη φορά στη ζωή τους σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Κατεβαίνουν οι φυγάδες των κομμάτων και οι αρνητές τους αλλά και όσοι θέλουν να επιδοθούν σε κομματική κατήχηση και προσηλυτισμό, ενώ δίπλα τους κάποιοι άλλοι ερωτοτροπούν. Κατεβαίνουν χριστιανοί, που κηρύσσουν ότι ήρθε ο καιρός της προσευχής, και άθεοι ή αδιάφοροι, εθνικιστές και διεθνιστές, όσοι μεταφέρουν συμπεριφορές και συνθήματα από τα γήπεδα κι όσοι πιστεύουν ότι το ποδόσφαιρο είναι το νέο όπιο λαϊκής καταναλώσεως. Κατεβαίνουν Ελληνες αλλά και μετανάστες, όχι πάντως όσοι τον Δεκέμβριο του 2008. Κατεβαίνουν όσοι βλέπουν τηλεοπτικά τα πράγματα κι όσοι εχθρεύονται τους αστέρες και τα πρότυπα της τηλεόρασης. Κατεβαίνουν άνθρωποι βαθιά αναγκεμένοι και προ κρίσεως κι άλλοι που, όσο κι αν ζορίζονται με τα Μνημόνια, και πάλι έχουν κάποιο απόθεμα για να στηριχτούν. Κατεβαίνουν δηλαδή όλες οι κοινωνικές φυλές, με τις διαφορές και τις ομοιότητές τους, με τα κοινά τους γνωρίσματα και τις πιθανότατα αντιτιθέμενες επιθυμίες τους. Αλλά τι άλλο είναι ένας λαός; Τι άλλο ήταν οποτεδήποτε και οπουδήποτε, αφού ακόμα κι όταν δείχνει να κινείται προς μία κατεύθυνση και υπό ένα πνεύμα, και πάλι εκτός από το μεγάλο καθαρό ποτάμι υπάρχουν αρκετά θολά παραποταμάκια.
Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι η στάση του καθενός απέναντι στον λαό δεν εξαρτάται μόνο από το αν νιώθει και ο ίδιος ισότιμο μέλος του και όχι οδηγητής και κύριός του, αλλά και από το πώς ερμηνεύει ηθικά το συχνόχρηστο δίστιχο απόσπασμα από το επίγραμμα του Διονύσιου Σολωμού «Προς τους Επτανησίους», των ετών 1844-1846: 
«Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι ηγαπημένε, 
πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε». 
Εδώ ο Σολωμός χρησιμοποιεί πέντε χαρακτηρισμούς για να μπορέσει να αποδώσει αν όχι τον λαό ως έχει, τουλάχιστον τα αισθήματά του γι' αυτόν. Αυτός ο πληθωρισμός επιθέτων, και μάλιστα από έναν ποιητή που γνώριζε άριστα το ήθος της δημοτικής ποίησης (όπου το νόημα θεμελιώνεται στο ουσιαστικό και στο ρήμα, όχι στο επίθετο) έχει το λόγο του, και είναι ουσιώδης: Ο Σολωμός δεν συντάσσει τους χαρακτηρισμούς του σε μια νοηματικά αδιάφορη αλληλουχία, αλλά με συνάφεια τόσο στενή ώστε η υπόσταση του ενός να εξαρτάται από την υπόσταση των υπόλοιπων τεσσάρων. Ο λαός στον Σολωμό είναι, ταυτόχρονα και αδιαχώριστα, δυστυχισμένος, καλός, ηγαπημένος, ευκολοπίστευτος και προδομένος, δηλαδή την ίδια στιγμή ο ποιητής τον ελέγχει και τον αγαπά, τον τιμά και τον επιτιμά. Αν τσακίσουμε το επίγραμμα στα μέρη του, διαστρέφοντάς το, για να κρατήσει ο καθένας το επίθετο της προτιμήσεώς του και πάνω σε αυτό να θεμελιώσει τα όποια αισθήματά του για τον λαό και τις αντιλήψεις του, τότε το πλάσμα «λαός» συσκοτίζεται και κομματιάζεται. Δηλαδή αδικείται.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...