19.3.11

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΤΡΟΠΙΚΗ

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ
Ο γέροντας κοιτάει την πανσέληνο


Συμπτωματικά βγήκα στον κήπο
και είδα ψηλά μίαν υπέρλαμπρη πανσέληνο
σε διαυγέστατο μαύρο στερέωμα.
Ένωσα ένα σφίξιμο.
Γιατί να μην είμαι είκοσι χρονών...
να... να...
Τι έκανα τότε με την πανσέληνο;
Ξενυχτούσα... τραγουδούσα... ερωτευόμουν...
Τα έκανα πραγματικά, ή τα διάβασα στα βιβλία;
Δεν είμαι πια σίγουρος.
Καλύτερα να μπω στο σπίτι, να κλείσω και τα παράθυρα.
Κάνει ψύχρα.
Αυτή η πανσέληνος με μπερδεύει.



ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ 
Το κόκκινο φεγγάρι

Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας-
κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους
σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο,
ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν
να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές : έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια. 




ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ' στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι


LI T' Ai-PO
Πίνω μοναχός με το φεγγάρι

Από μια κούπα γιομάτη κρασί
έπινα δίχως συντροφιά, μες στα λουλούδια.
Ώσπου ύψωσα την κούπα μου, κι απ΄το φεγγάρι γύρεψα
τον ίσκιο μου, για να γενούμε τρεις.
Αλίμονο, το φεγγάρι δεν ήξερε να πίνει
κι ο ίσκιος με κορόιδευε,
κι ωστόσο είχα για καιρό δυο φίλους,
συντροφιά ως το τέλος της Άνοιξης.
Τραγούδησα: Το φεγγάρι σιγοντάρησε.
Χόρεψα: Η σκιά μου τρεμούλιασε στο πλάι.
Όσο θυμάμαι, κάναμε καλή παρέα.
Κι ύστερα μέθυσα, κι έχασε ο ένας τον άλλο.
…Πότε θα λείψει ο φόβος απ΄το κέφι μας;
Κοιτώ να φεύγει το μεγάλο ποτάμι των αστεριών.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...