9.7.10

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΥΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΠΙΖΑΣ

Δεν άντεξα στον πειρασμό και ξαναπήγα...
Η πρώτη φορά ήραν πριν δυο χρόνια, Ιούνιο του 2008. Ένα χρόνο πριν από αυτό, είχα γραφτεί στους εθελοντές του ΕΔΑΣΑ, λίγο μετά την πυρκαγιά της Πάρνηθας. Ήταν για μένα ένα γεγονός το ίδιο βαρύ, όπως ο θάνατος πολύ αγαπημένου προσώπου.  Ένιωσα ότι κάτι έπρεπε να κάνω.
Έτσι, όταν τον επόμενο χρόνο με κάλεσαν για πυροφύλαξη στο καταφύγιο Σκίπιζα, στην "αετοφωλιά" της Πάρνηθας, πήγα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είναι φουλ μελό το επιχείρημά μου: Ήθελα να συντροφέψω το δάσος. Να παρασταθώ κι εγώ, με τη μυωπία, την (προσφάτως αποκτηθείσα) υπερμετρωπία, τον αστιγματισμό, την πρεσβυωπία (τι άλλο έχω; Α, ναι!), τη δισκοπάθειά μου,  την οστεοαρθρίτιδά μου,  τους τριμμένους χόνδρους μου και στους δύο γοφούς, τις εκφυλιστικές μου αλλοιώσεις στα γόνατα, τον ευθυασμό μου της σπονδυλικής στήλης (κάτι άλλο; Α, ναι!), χμ, τα μεγαλόπρεπα  κιλά μου, να παρασταθώ, εγώ κι όλα μου τα σουσούμια, στο δικαίωμα του δάσους για ζωή.
Πήγα λοιπόν, χωρίς δεύτερη σκέψη μεν, με πολύ αγωνία δε για το αν θα μπορούσα να τα καταφέρω, όχι μόνο στην ανάβαση και την -δυσκολότερη- κατάβαση, αλλά τόσο στην όλη διαδικασία της πυροφύλαξης που απαιτεί αετίσιο μάτι (ενώ εγώ διαθέτω άριστη υποθετική όραση), όσο και στις ξεχασμένες για μένα συνθήκες του νυχτερινού ύπνου στο κουκούλι της σκουληκαντέρας  (άλλως σλίπινγκ μπαγκ), με την οποία στο μακρινό παρελθόν είχα αγαστές σχέσεις, αλλά από την εποχή της κήλης του δίσκου μου έγινε ορκισμένος μου εχθρός.

Τέλος πάντων, για να μην πολυλογώ, πήγα. Ανέβηκα, κατέβηκα, δεν έχει σημασία πώς, κοιμήθηκα, ξύπνησα, κάθισα, σηκώθηκα, φύλαξα το δάσος από μια ενδεχόμενη φωτιά, με την επί 1 και 1/2 της ώρας ενεργοποίηση της πιο ευγενούς υποθετικής οράσεως που διαθέτω (δεδομένου ότι συχνά το ταλέντο να βλέπεις υποθετικά αναπάντεχα σε εγκαταλείπει) και έζησα - εδώ θέλω να καταλήξω - μια υπέροχη εμπειρία, με ενεργοποιημένες όλες τις χάρες της ζωής: 
---την συντροφικότητα (χαμένη αρετή στην ελληνική μανιέρα), μαζί με τους άλλους τρεις εθελοντές. Μοιραστήκαμε τον ύπνο, την έγνοια, τη φύλαξη, τα γλυκάκια, τις σπανακόπιτες, τα κασκόλ, τα γάντια μας. Ήρθαμε, φύγαμε, απλά, επικοινωνώντας με την αμεσότητα του κοινού σκοπού

---την άμεση επαφή με τη φύση, εσύ μέλος - μέρος του δάσους, προέκταση του ελάτου, να βλέπεις (έστω υποθετικά) και ν' ακούς και να  δρας, να αφουγκράζεσαι τη σιωπή, τον αέρα, να οσφραίνεσαι το υπέροχο άρωμα της λεπτής ατμόσφαιρας (η Σκίπιζα είναι σε υψόμετρο πάνω από 1000 μέτρα), να σε συνεπαίρνει το κρύο, ο άνεμος, η αγρύπνια

---την άμεση επαφή με την ομορφιά, λόγω όλων των παραπάνω, αλλά και λόγω του απανταχού ορίζοντα της Σκίπιζας. Μπροστά μας έδυσε μεγαλόπρεπα ο ήλιος μέσα σε ένα χορό από υδρατμούς χρωμάτων, με γκάμα από το πορτοκαλοκόκκινο και το βαθύ μπλε, μέχρι το αφέγγαρο διαφανές της νύχτας. Καμπύλες βουνών και τριγύρω τους η θάλασσα, φυσικά, παρούσα. Για πολλή ώρα έλαμψε ο Αποσπερίτης.  Στα αριστερά η Αίγινα, η Σαλαμίνα, η φλόγα του Λάτση (άντε να τη δω εγώ τώρα αυτή, την έψαχνα με τα κιάλια δέκα ώρες),  μετά τα καμπύλα όρη, οι μικρές συστάδες των φωτεινών χωριών, πιο κει τα Οινόφυτα, το Σχηματάρι, το Χαλκούτσι, ο Ωρωπός, κι απέναντι και δεξιά η Ερέτρια κι η Χαλκίδα.

Ξημερώματα, καθώς η ανατολή έσκιζε τον ουρανό κι  έρεε η μέρα, εμείς κλείναμε το φυλάκιο και αποχωρούσαμε φορώντας  μπουφάν και τουρτουρίζοντας. 
Αυτό έγινε πριν δυο χρόνια.

Το ξανάζησα και χτες με μικρές παραλλαγές. Το βράδυ το κρύο πιο τσουχτερό. Κι ο αέρας πιο άγριος. Υδρατμοί  το πρωί έπεφταν στις κουκούλες μας σαν βροχή την ώρα που κατηφορίζαμε. Την ανατολή τη χάσαμε μέσα στην ομίχλη. Άλλα τα πρόσωπα, ο Γιώργος, η Άρτεμη, η Μαριέτα, μα ίδια και κοινή η συγκίνηση κι ο θαυμασμός προς το όρος και τα όντα του. Άλλο το σώμα, πιο βαρύ, κι ή όραση δοσμένη ακόμα περισσότερο στον πουαντιγισμό της, μα η λαχτάρα της αετοφωλιάς η ίδια, κι η ζέση της φύλαξης.
Πυρκαγιά δεν είχαμε ευτυχώς, ήταν μια επικίνδυνη νύχτα λόγω του αέρα. Κι εύχομαι και στο μέλλον να μην έχουμε, κι αν έχουμε, το ακονισμένο μάτι του άγρυπνου φρουρού της Σκίπιζας να τη δει και να την προφτάσει, και στα καμένα σιγά κι αργά η μαύρη πεύκη να φυτρώσει και να αγκαλιάσει τα μωρά ελατάκια που θα γεννηθούν μετά απ' αυτή, να μεγαλώσουν μαζί τα δυο τους στις πλαγιές του όρους, και σε πενήντα-εξήντα χρόνια να 'χουν γίνει γερά δέντρα και ψηλά.
Μέχρι τότε, ας θάλπουμε ορίζοντα...
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...