Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανασαίνει ο κήπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανασαίνει ο κήπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.9.26

Το όρος Αγαύη

 

Κ. Παρθένης, Ο χορός της Άνοιξης 



Μικρή μια φορά είδα νεράιδες. Πολύ πριν σε γεννήσω, θα ‘μουν δε θα ΄μουν δέκα, κοντά στην ηλικία σου, λίγο πριν τον πόλεμο και με θυμάμαι αργά το απόγευμα αναψοκκινισμένη απ’ το παιχνίδι  να παίζω στις υπώρειες του βουνού μαζί με τ’ άλλα τα γειτονόπουλα. Παίζαμε κρυφτό μέσα στο δάσος μα δεν ξεμακραίναμε πολύ, γιατί όσο ανέβαινες στο βουνό το δάσος γινόταν πυκνό, αδιάβατο, γένναγε το φόβο, δεν έφτανε ήλιος κάτω απ’ τα φυλλώματα κι υπήρχε πάντα κίνδυνος να χαθεί κάποιο παιδί. Μας είχαν πει μάλιστα οι πατεράδες μας ότι πριν πολλά χρόνια ένα παιδί είχε χαθεί  στο δάσος και δε βρέθηκε ποτέ.  Έτσι μας είχαν καλά τρομαγμένους κι ούτε πέρναγε απ’ το νου μας να ξαμοληθούμε πάνω στο βουνό. Ακουγόταν όμως  σαν απόηχος μέχρις εμάς το τράνταγμα των νερών του καταρράχτη που πλάνταζε στους  βράχους και ξεχυνόταν με ρυάκια ως το χωριό κι αυτό πολύ μας αναστάτωνε τη φαντασία. Αλλά εκεί απάνω μόνοι δεν κοτάγαμε να πάμε. Να μας πήγαινε. Παίζαμε, λοιπόν, παίζαμε και μόλις έπεφτε λίγο το φως τρέχαμε όλοι  πίσω  σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη. Διαβαίναμε έναν ξεροπόταμο, που τους χειμώνες ξεχείλιζε αδιάβατος μα τώρα κατακαλόκαιρο ίσα που έβλεπες λίγο νερό, και κόβαμε δρόμο απ΄ το σπίτι του Κηπουρού. Εκεί είχε λουλούδια, παρτέρια, ήταν σαν παραμύθι. Κι ένα κουκλίστικο σπιτάκι με στρόγγυλη βεράντα. Άφαντος  ο κηπουρός. Θα ‘ταν στα χωράφια. Και δος του πατούσαμε μέσα στα παρτέρια, κόβαμε τριαντάφυλλα, κλέβαμε σπόρια απ’ τα λιοτρόπια, μαδούσαμε τα πελαργόνια, χορεύαμε… Ωσπου μας έπαιρνε η νύχτα και να σου ξύλο πάλι μετά που αργήσαμε. Τρώγαμε της χρονιάς μας.

Έναν Ιούνιο, αρχές, λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος, βάλθηκα πάλι να πιλαλάω μαζί με κάτι γειτονόπουλα γυρνώντας προς το σπίτι. Τους έχασα. Μου κρύφτηκαν, τρέχαν πιο γρήγορα από μένα, ήταν και πιο μεγάλοι… Βρέθηκα μόνη.  Σταμάτησα μόλις το κατάλαβα. Τρόμαξα απ’ την ησυχία. Δε σάλευε φύλλο. Άφησα πίσω μου τα πλατάνια, έστριψα δεξιά στη βελανιδιά. Μπροστά μου ανοίχτηκε η πεδιάδα. Ο ήλιος έδυε κι ο ουρανός πορτοκαλής και κόκκινος σα ματωμένος.  Τα σπίτια πέρα. Στον ξεροπόταμο κυλούσε  ρυάκι το νερό. Προσπέρασα.  Η μάντρα του κηπουρού. Δίστασα. Δεν πήδηξα το φράχτη, στάθηκα,  κάτι με παραξένεψε. Στο σπίτι είχε φωταψία, μια μουσική  ξεχυνόταν από παντού.  Το ΄χεις παρατηρήσει πως όταν δύει ο ήλιος  το φως γίνεται κάποιες στιγμές σαν ασημένιο… ¨Ετσι και τώρα, νόμισα πως ήταν διαθλάσεις του φωτός  η τόση λάμψη. Κρύφτηκα πίσω από μια δάφνη και παραφύλαξα. Η καρδιά μου χτύπαγε. Και τότε είδα στη στρόγγυλη βεράντα κάτι κοπέλες. Τι όμορφες! Δεν έχω ξαναδεί τέτοιαν εμορφιά! Τα μαλλιά τους μακριά και λυτά, άλλες ξανθιές, άλλες μελαχροινές, άλλες καστανόμαλλες,   πέντε-έξι τον αριθμό. Ντυμένες στα λευκά και τα μπράτσα τους γυμνά, άσπρα σαν το γάλα υψώνονταν με ικεσία ψηλά στον ουρανό. Τα πόδια τους τίναζαν απαλά τα φορέματα, πέταγαν τ’ ακροδάχτυλά τους στον αέρα  κι ανέμιζε το ύφασμα. Μετά πιάστηκαν χέρι – χέρι και σύραν έναν κυκλικό χορό. Τι όμορφες! Παραμέρισα λίγο  τη δάφνη να δω καλύτερα  κι η δάφνη θρόισε ανεπαίσθητα. Ένα μικρό σούρσιμο, ούτε ζουζούνι να κουτούλησε χρυσάνθεμο, ούτε σκουληκάκι να πάτησε πέταλα λεμονανθού, λίγο ανατρίχιασε η δάφνη κι αυτές κοκάλωσαν κι αργά έστρεψαν προς το μέρος μου τα πρόσωπά τους. Με είδαν. Είμαι σίγουρη. Τα μάτια τους από ατλάζι και πιο φωτερά  σβήσανε το μισόφωτο, άστραψαν. Κι η νύχτα ακυρώθηκε. Πάνω μου τα βλέμματά τους σε μια ουράνια μέρα. Η καρδιά μου φτεροκοπούσε, πήγαινε να σπάσει. Κατάφερα να λύσω τα χέρια μου από τα κλαριά της δάφνης κι άρχισα να τρέχω. Έτρεχα, έτρεχα και νόμισα ότι μ΄ ακολουθούν να με σκοτώσουν που παραφύλαξα το χορό τους. Βρόνταγα τα παπουτσάκια μου στα χώματα κι άκουγα την αναπνοή μου σα λυγμό κι έτρεχα, έτρεχα, μέχρι που έφτασα στο δρομάκι του σπιτιού μου, βάρεσα την  πόρτα, άνοίχτε, ανοίχτε, μανούλα μου, σώσε με, πεθαίνω, η πόρτα γέρνει, μπροστά μου η μάνα μου με το βούρδουλα. Έτοιμη να μου τη στράψει, με βλέπει, σταματάει. Τι έπαθες; Μάνα, με πήραν στο κατόπι οι κόρες του κηπουρού, τις παραφύλαξα που χορεύαν και τώρα  θα μ’ εκδικηθούν. Η μάνα μου αφήνει το βούρδουλα.  Με πιάνει απ’ τους ώμους. Παιδί μου, ο κηπουρός δεν έχει κόρες. Άκληρος ήταν. Πέθανε  το μεσημέρι στα χωράφια. Δεν ήταν κόρες του αυτές που είδες. Ήταν οι νεράιδες πέρα  από το όρος Αγαύη που ήρθαν για να τον κλάψουν. 

Μετά ξέσπασε ο πόλεμος. Μας ξεσπιτώσαν. Έχασα τις νεράιδες. Αλλά ακόμα θυμάμαι το χορό τους κι ανατριχιάζω.  Σαν βοή νομίζω ότι ακούω μες στο μυαλό μου τα νερά του βουνού από ψηλά να γκρεμίζονται κάτω και να χαράζουν τα λαγκάδια στο διάβα τους και, να σου πω, τελικά μετανιώνω που κιότεψα, που δεν ανέβηκα παραπέρα. Να φτάσω ψηλά στους καταρράχτες των βράχων να συναντήσω τις νεράιδες να λούζονται. Και να μιλήσω μαζί τους, γιατί;  Θα μάθαινα  τη γλώσσα τους. Και να γινόμασταν φίλες, θα με κράταγαν μαζί τους  να ΄μουν εγώ τώρα νεραϊδομάνα κι εσύ το νεραϊδόπουλό μου! Άντε, ύπνο τώρα!

Τι τα θες; Μικρό παιδάκι ήμουνα, δεν μπορούσα να σκεφτώ  τόσο μακριά… Εσύ όμως άμα δεις ποτέ νεράιδες θυμήσου τα αυτά…

 

Άνδρος 20-7-2004

 jiagogina

 από το βιβλίο μου "Ανασαίνει ο κήπος", εκδοσεις Κέδρος

3.9.26

ΤΑ ΒΥΣΣΙΝΑ ΣΟΥ ΜΗΝ ΤΑ ΚΑΘΑΡΙΖΕΙΣ MONH




ΤΑ ΒΥΣΣΙΝΑ ΣΟΥ ΜΗΝ ΤΑ ΚΑΘΑΡΙΖΕΙΣ ΜΟΝΗ


Τη χώρα του θανάτου μου την ξέρω την έχω διαλέξει συνομιλώ μαζί της όπως το πεύκο με τον αέρα εγώ το πεύκο μαθημένο στον καιρό κι αυτή ένας ουράνιος τόπος μες σε ταξίμια

 

Σήμερα σαν από παλιά ο αρχαίος μου ήχος έφτασε στα μάτια και είδε τον κόσμο νεαρός μετά αναρωτήθηκε  και μάταια έψαξε καθρέφτες εδώ κι εκεί του είπα φρόντισα να σε ξενηστικώσω να φανείς άδολος εκτεθειμμένος και αν κλάψεις  θα ΄ναι γιατί δε μπορείς να δεις παρά μόνο φως για μένα αυτό είναι ο πιο αδυσώπητος πόνος να βλέπεις το εκτυφλωτικό φως παντού φως άριστο.

 

O αέρας μού παίρνει τα μυαλά σήμερα θύμωσε η μποκαμβίλια αλλοπαρμένη χορεύει για κάποιον  εραστή κι η αγαπητή φίλη κληματαριά είναι γεμάτη τσαμπιά που περιμένουν τον Αύγουστο και δεν νογάνε  από μελτέμια. 

 

Μυστήριο που είναι να ανθίζουν μέσα σου λέω περικοκλάδες κλαδεμένες χρόνια τώρα να νομίζεις ότι η ρίζα τους ξεράθηκε μα αυτές εκεί σκυλιά μονάχα λίγο να αλλάξει ο καιρός μπορούν να περιμένουν χρόνια πετάνε το τσουνί τους  κι αυτοστιγμεί σε κύκλωσαν η γλυσίνα που αγάπησα στα μωβ στολίστηκε πίσω απ΄το γκαράζ κι ο κορμός της αυλακωμένος  ποιος θα το περίμενε όλο το χειμώνα σαν νεκρή αυτοφυής μες στον παράδεισο αδιάφορη στο χρόνο ξεφαντώνει μέσα μου και με λίγωσε με τ’ άρωμά της κι η αγριοτρανταφυλλιά που την ξεριζώνει κάθε χρόνο ο κηπουρός κι αυτή ξανά μανά πετάει κάθε χρόνο και μάτωνες μέχρι να διασχίσεις το πορτάκι που πλεκόταν στα μπουμπούκια της κι ο κισσός που αλύπητα σκαρφάλωνε στο πεύκο όσο κι αν τον παρακαλούσα να συνετιστεί μη τα πεύκα λυπήσου τα πεύκα εκεί να δεις αντοχή και πείσμα να σφίγγει τον κορμό να  πνίγει ψηλά τις κλάρες δέκα μέτρα πάνω

Όλα αυτά  πια  υπάρχουν μόνο στη χώρα του θανάτου μου κάποιοι νομίζουν ότι είναι θέρετρο αλλά δεν είναι άμα τη στοχαστείς προσεκτικά θα δεις ότι είναι μια άγρια χώρα όσο κι όμορφη οι κάτοικοί της έχουν πρόσωπα χαραγμένα με σκληρές ρυτίδες   και  όλων τα μυαλά είναι παρμένα απ’ τον αέρα τον κόσμο δεν τον αγαπούν μέσα τους φεύγουν και  φίλο σε κάνουν μόνο με τα λόγια αλλά καμιά φορά βλέπεις μέσα στα μάτια τους περαστικά σμήνη πουλιών να αποδημούν κι αυτοί τ’  ακολουθούν για λίγο με τα σωθικά τους  κι αφήνονται σε μια σιωπή που δεν ορίζεται κι ούτε   ξέρουν πιθανόν ότι εκείνη τη στιγμή νίκησαν τα τόσα βασανιστικά ερωτήματα  τις οχιές μες στα ξερόχορτα  κι αναλήφθηκαν μέσα στο φως εν πάση περιπτώσει εγώ έχω  μνήμη να θερίσω εδώ δεν έχω χρόνο  να  παραθερίσω

 

Ζω σε δυο κόσμους αυτόν που βλέπω κι αυτόν που οράται ξυπνώ μες στα όνειρά μου κι έχω κρατημένο στα χέρια μου ένα κουκούτσι από ροδάκινο άδεια από χρησμούς πάνω στο όρος Αγαύη τι να το κάνω ρωτώ τον Άγγελο κι αυτός φτεροκοπά και σηκώνει αέρα μου παίρνει τα μυαλά στον ξύπνο μου όταν κοιμάμαι γεμάτα τα καφάσια με ροδάκινα το χώμα χάμω κι ο ουρανός ψηλά ο μανάβης τελαλίζει την πραμάτεια του και κόσμος πέρα-δώθε σακούλες καροτσάκια μπριτέλες φασαρία καλοκαιρινές μυρωδιές το μπετόν έχει ανάψει ιδρώτας κι εγώ κρατώ στο χέρι την τσάντα και δυο κιλά ροδάκινα ή άλλες φορές έχω αγοράσει βύσσινα και κάθομαι σαν τις παλιές γυναίκες μπροστά τους να στραγγίξουν και με μια φουρκέτα τα καθαρίζω ένα-ένα χώρια η σάρκα αλλού το κουκούτσι τα δάχτυλα μουλιάζουν και μπλαβίζουν οι κινήσεις είναι επαναλαμβανόμενες ρυθμικές εδώ το κουκούτσι εκεί η ψύχα και ξάφνου έχω αποκοιμηθεί κι είμαι με τις παλιές γυναίκες που καθαρίζουν βύσσινα έξω στην αυλή στρωμένο το ξύλινο τραπέζι με εμπριμέ μουσαμά φυσάει λιγάκι και το χώμα κάνει στροβίλους στον αέρα τα τζιτζίκια μας ξεκουφαίνουν και το μυγιό τριγύρω μας τρελαμένο τα βύσσινά σου μην τα καθαρίζεις μόνη λέει η  γεροντότερη κι οι άλλες γελάνε πονηρά κι επαναλαμβάνουν τη φράση της τραγουδιστά και μια άλλη ομορφογυναίκα μιλάει για το αγκάλιασμα του άντρα της το βράδυ που τη σίμωσε στο νεροχύτη κάθως έπλενε τα πιάτα και τη φίλαγε τη δάγκωνε στο λαιμό δεν την άφηνε σε ησυχία κι ήταν και τα παιδιά στο δίπλα δωμάτιο και κει με τα σαπούνια στα χέρια και τα πιατικά να τσουγκρίζουν κατέβασε το φερμουάρ και την έγδυσε της πιπίλαγε το βυζί  δίπλα στη λάντζα και δος του γέλια οι γυναίκες έσκισε και το κομπινεζόν και να οι μελανιές πώς να τις κρύψω στο λαιμό και δος του χαχανίσματα στράφτει το χρυσό δόντι της γριάς τραντάζεται το στήθος της χοντρής με τη λαδωμένη κοτσίδα κι η παρθένα η μικρή κοκκίνησε και χαμήλωσε τα μάτια θαρρείς έτσι δεν ακούει τα πονηρά που θέλει ο άτιμος δύο φορές τη μέρα πρωί πρωί με τα κοκόρια  και κάθε βράδυ με ξυπνάει μες στον ύπνο του άσε τι τραβώ  μ’ αυτά και μ’ αυτά απόσωσαν τη δουλειά μαζεύουνε το μουσαμά κι από δω παν κι οι άλλοι και στον αέρα σε λίγο απλώνεται η ευωδιά από το σιρόπι μόνο τα τζιτζίκια έμειναν μάρτυρες του μυστηρίου  κι οι μύγες πάνω στο τραπέζι

 

Ωρίμασε το απόγευμα σαν το ροδάκινο κι ο ήλιος γέρνει σιγά-σιγά. Είναι νοσταλγία ή ζοφερή αποκοτιά να ξαναγυρνάς στα ίδια μονοπάτια που πρωτοπερπάτησες  αλάνθαστα οι τόποι αλλάζουν χαλνάνε εσύ γιατί επιμένεις να τους ξαναζείς κι όσο περνάει ο καιρός το ΄χεις προσέξει πώς γίνεται η εικόνα που λάτρεψες μέσα στη μνήμη να αλλοιώνεται και κάπως στο χρώμα να βαθαίνει μέχρι το πληγωμένο βισσινί  υψώνεις θυρεό  την ομορφιά μπας και  η υπεροχή της νήσου σε επαληθεύσει μα ηττήθηκες  έσφαλες δεν έπεσε στα πόδια σου  εσύ έπεσες στην ποδιά της παρακαλώντας  να σε δεχτεί κυρά μου κάνε  με σαν κόρη σου  να με γεννήσεις πάλι κι ας με πάρει όποτε θέλει ο Ξένος έτσι σε συντριβή μη φανταστείς ποτέ ότι γίνεται κι αλλιώτικα κάνε με κόρη σου να  αξιωθώ τη χάρη σου κι Εκείνος ο που με κοιμάται  αύριο ας με σφάξει στα φιλιά.

 Jiagogina

Άνδρος 19-7-2004

Από το βιβλίο μου ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ Ο ΚΗΠΟΣ,  εκδόσεις Κέδρος

 

 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...