24.11.17

Φ.Ντοστοκιέφσκι, από το Όνειρο ενός γελοίου

Φίοντορ Ντοστοκιέφσκι
Το όνειρο ενός γελοίου
3
Είπα πως αποκοιμήθηκα χωρίς να το πάρω είδηση, και μάλιστα σάμπως να εξακολουθούσα να συλλογίζομαι τα ίδια θέματα. Ξάφνου είδα στ’  όνειρό μου πως παίρνω το περίστροφο, καθισμένος, βάζω  τη μπούκα ίσια στην καρδιά – στην καρδιά κι όχι στο κεφάλι, ενώ είχα πάρει απόφαση από τα πριν να πυροβολήσω το δίχως άλλο στο κεφάλι, και μάλιστα στο δεξί μηνίγγι. Σαν τ’  ακούμπησα στο στήθος, περίμενα κάνα δυο δευτερόλεπτα και το κερί μου στο τραπέζι κι ο τοίχος μπροστά μου, αρχίσανε να τρέμουν και να ταλαντεύονται. Βιάστηκα να πατήσω τη σκανδάλη.
Στο όνειρο τυχαίνει καμιά φορά να πέσετε από μεγάλο ύψος ή να σας σφάζουν ή να σας χτυπάνε, δε νιώθετε όμως ποτέ σας πόνο, εκτός αν γίνει κάπως και χτυπήσετε πραγματικά στο κρεβάτι· τότε  θα νιώσετε πόνο, και σχεδόν πάντα ο πόνος αυτός θα σας ξυπνήσει. Το ίδιο έγινε και στο δικό μου όνειρο· πόνο δεν ένιωσα, μου φάνηκε όμως πως με τον πυροβολισμό μου όλα μέσα μου τραντάχτηκαν κι όλα ξάφνου σβήσανε κι έγινε γύρω μου σκοτάδι μαύρο. Λες κι είχα τυφλωθεί κι ήμουν μουγγός, και να  ΄μαι που βρίσκομαι ξαπλωμένος ανάσκελα σε κάτι σκληρό. Τεντωμένος, δε βλέπω τίποτα και δεν μπορώ να κάνω την παραμικρότερη κίνηση. Γύρω μου περπατάνε και φωνάζουν, μιλάει με τη χοντρή του φωνή ο λοχαγός,  στριγγλίζει η νοικοκυρά – και ξάφνου πάλι μια διακοπή και να ΄μαι πια που με κουβαλάνε μετά σ’  ένα κλειστό φέρετρο. Κι εγώ νιώθω πως τραμπαλίζεται το φέρετρο και το συλλογίζομαι αυτό , και ξάφνου, για πρώτη φορά, με κεραυνώνει η σκέψη πως έχω πεθάνει, έχω ολότελα πεθάνει, το ξέρω αυτό και δεν αμφιβάλλω καθόλου, δε βλέπω και δεν μπορώ να κινηθώ, κι ωστόσο νιώθω και συλλογίζομαι. Γρήγορα όμως συμβιβάζομαι μ’  αυτήν την κατάσταση και, όπως γίνεται συνήθως στα όνειρα, δέχομαι την πραγματικότητα, χωρίς αντιρρήσεις.
Και να που με παραχώνουν μέσ’ στη γη. Όλοι φεύγουν, είμαι μόνος, εντελώς μόνος. Δε σαλεύω. Πάντοτε, όταν τύχαινε να σκεφτώ στον ξύπνιο μου  πως θα με θάψουνε στο μνήμα, τότε το μόνο που φανταζόμουνα πως θα ΄χε το μνήμα ήταν η υγρασία και το κρύο. Έτσι και τώρα, ένιωσα να κρυώνω πολύ, ιδιαίτερα στ’  ακροδάχτυλα των ποδιών μου, δεν ένιωσα όμως τίποτ’ άλλο.
Ήμουν ξαπλωμένος και – περίεργο – δεν περίμενα τίποτα, το δεχόμουνα χωρίς αντιρρήσεις πως ένας νεκρός δεν έχει να περιμένει τίποτα. Είχε όμως υγρασία. Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε – μια ώρα ή μερικές μέρες ή πολλές μέρες. Και να που ξαφνικά έπεσε πάνω στο αριστερό κλειστό μου μάτι μια σταγόνα νερό – πώς πέρασε μέσ’  απ’  το καπάκι του φέρετρου; - σ’  ένα λεπτό κι άλλη σταγόνα το κατόπι της, ύστερα και τρίτη σαν πέρασε κι άλλο λεπτό και συνεχίστηκε έτσι το πράμα: κάθε λεπτό και σταγόνα. Μια μεγάλη ανατριχίλα φλόγισε ξαφνικά την καρδιά μου και ξάφνου ένιωσα στην καρδιά μου έναν σωματικό πόνο: «Είναι η πληγή μου», σκέφτηκα, «είναι που πυροβόλησα, η σφαίρα είναι μέσα»…  Κι η σταγόνα όλο κι έσταζε κάθε λεπτό κι έπεφτε ίσια στο κλειστό μου μάτι. και ξαφνικά έκανα μια επίκληση, όχι με τη φωνή μου, γιατί ήμουνα ασάλευτος, μα μ  όλη μου την ύπαρξη, στον κυρίαρχο όλων εκείνων που μου συμβαίνουν:
«Όποιος κι αν είσαι, αν υπάρχεις, και αν υπάρχει κάτι πιο λογικό απ’  αυτό που γίνεται τώρα, άφησε αυτό το λογικό να με προστατέψει. Αν πάλι μ’  εκδικείσαι για την ανόητη αυτοκτονία μου, με την τραγελαφικότητα και τον παραλογισμό των όσων μου συμβαίνουν και θα μου συμβούν, τότε να ξέρεις πως ποτέ κανένα μαρτύριο, ό,τι και να βρεις, δεν θα μπορέσει να συγκριθεί με την περιφρόνηση που θα νιώθω για σένα, το δήμιό μου, όσα εκατομμύρια χρόνια κι αν περάσουν».
Έκανα αυτή την επίκληση και ησύχασα. Σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό συνεχίστηκε μια βαθιά σιωπή και μάλιστα έπεσε κι άλλη σταγόνα, όμως εγώ το ήξερα, το ΄ξερα απερίφραστα κι ατράνταχτα, και το πίστευα πως το δίχως άλλο όλα θ’  αλλάζανε τώρ’   αμέσως. και να που ξαφνικά ανοίχτηκε ο τάφος μου. Δηλαδή, δεν ξέρω αν τον είχαν ανοίξει σκάβοντας, με πήρε όμως κάποιο σκοτεινό και άγνωστο για μένα πλάσμα και βρεθήκαμε στο διάστημα. Ξαφνικά ανέβλεψα. Ήταν νύχτα βαθιά και ποτέ, ποτέ ως τα τώρα, δεν είχε ξαναγίνει τέτοιο σκοτάδι! Προχωράγαμε με τρομερή ταχύτητα στο διάστημα και βρισκόμασταν κιόλας μακριά απ’  τη Γη. Δε ρώταγα τίποτα εκείνον που με πήγαινε, περίμενα και ήμουν περήφανος. Πάσχιζα να πείσω τον εαυτό μου πως δε φοβάμαι και αναρρίγησα σύγκορμος από ενθουσιασμό στη σκέψη πως δε φοβάμαι. Δε θυμάμαι πόσην ώρα πετάγαμε έτσι κι ούτε μπορώ να φανταστώ· όλα γίνανε όπως γίνονται στα όνειρα, όταν πηδάς πάνω απ’  το διάστημα και το χρόνο και πάνω απ’   τους νόμους της ζωής και της λογικής, και σταματάς μονάχα σε ορισμένα σημεία που λαχταράει η καρδιά σου. (…)


για περισσότερα....
 μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου
εκδόσεις Γκοβόστη
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...