20.1.17

Ο Ρίλκε για τη Μουσική...





     Όταν όμως η μουσική μιλάει, δεν απευθύνεται σ’  εμάς. Το ολοκληρωμένο μόρφωμα της τέχνης μας αγγίζει μόνο στον βαθμό που μας υπερβαίνει. Το ποίημα βγαίνει από μέσα μας, από μια πλευρά από την οποία βρισκόμαστε πάντοτε μακριά, και κατευθύνεται μέσα στη γλώσσα, τη γεμίζει με υπέροχο τρόπο, εξωθείται μέσα της στα όρια – όμως δεν προσπαθεί να μας υπερβεί. Τα χρώματα βρίσκουν διέξοδο στους πίνακες, κι εκεί όμως θυμίζουν ένα τοπίο πάνω από το οποίο μόλις έχει κάνει το πέρασμα της η βροχή·  και ο γλύπτης δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσπαθεί με τον πιο έξοχο τρόπο να δείξει στην πέτρα του πόσο παγιδευμένος είναι μέσα της. Η μουσική βρίσκεται ασύγκριτα πιο κοντά καθώς ξεχειλίζει γύρω μας, εμείς είμαστε μάλιστα αυτοί που στεκόμαστε στον δρόμο της, καθώς μας διαπερνά. Σαν να πρόκειται για έναν πιο υψηλό αέρα που ρουφάμε με τα πνευμόνια της ψυχής μας και μεταγγίζει μια άλλη ομάδα αίματος στο κυκλοφορικό μας σύστημα. Όμως τι είναι αυτό που την κάνει να φεύγει μακριά μας; Τι είναι αυτό που την κάνει να μας αγνοεί; Και τι είναι αυτό που τη διώχνει μακριά μας και δεν μπορούμε να το πιάσουμε, κι όλο το χάνουμε;
Ένα βράδυ πριν από μερικές μέρες, καθώς ξεφύλλιζα ένα κατάλογο του Πράδο με πίνακες του Γκρέκο – επρόκειτο για τη Σταύρωση – προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω αυτό που είχα σημειώσει πριν από πολύ καιρό με μολύβι δίπλα στο κείμενο που συνόδευε την εικόνα· τόσο συνεπαρμένος ήμουν τότε, που έγραφα χωρίς να βλέπω. Και η λέξη η λέξη που διάβασα ήταν: μουσική.
Δες μπροστά από τον μαυρισμένο ουρανό τον σταυρό με την χλωμή λυγερή φλόγα του κορμιού Του, και από πάνω την επιγραφή, πιο μεγάλη απ’  ό,τι συνήθως, σαν να επρόκειτο για τη σύνοψη των ατελείωτων παθών του. Αριστερά και δεξιά, η Μαρία και ο Ιωάννης στέκονται εκεί, στην κατεύθυνση ενός πόνου που έχει ανοίξει για πάντα, ανήμπορου για κάτι παραπάνω – μόνο στη Μαγδαληνή που βλέπει το αίμα να τρέχει από την πληγή των καρφωμένων ποδιών του φανερώνεται η ζέση του πάθους. Πεσμένη στα γόνατα, θέλει να κρατήσει στις παλάμες της το αίμα που τρέχει πάνω στον σταυρό ακουμπώντας το ένα χέρι κάτω από τα πόδια του και το άλλο χαμηλά στη βάση του. Θέλει να είναι η πρώτη και η τελευταία που θα το αγγίξει, όμως δεν το κατορθώνει. Και πόσο αναστατωμένη κι ανήμπορη κοιτάζει μέσα από τις μαυρισμένες φλόγες του αγέρα – το βλέπει να τρέχει από την πληγή στο στήθος και τις ματωμένες παλάμες; Δεν βλέπει τίποτε άλλο εκτός από το αίμα του. Και όμως από το πλάι έρχεται ένας άγγελος να τη βοηθήσει – δυο άγγελοι σχηματίζουν δυο χλωμά χέρια στον θόλο της νύχτας και μένουν μετέωροι για να αγκαλιάσουν συνεπαρμένοι το αίμα και να το πιάσουν σαν να ήταν μουσική.

Δες, αυτήν εδώ την πρόταση είδα να σχηματίζεται πίσω από αυτές τις μισοσβησμένες λέξεις που είχα γράψει πριν από έναν χρόνο – και τώρα που τη διαβάζω (διάβασέ την πάλι, διάβασέ την, πες:) δεν είναι στ’  αλήθεια η μουσική όπως το αίμα αυτό; - Μάγδα, αναρωτήθηκες ποτέ αν υπήρξαν στιγμές που θέλησες να την κρατήσεις σφιχτά με την καρδιά σου αλλά δεν μπορούσες; Θα τα είχες άραγε καταφέρει εάν δεν υπήρχαν οι άγγελοι που τη φέρνουν κάτω στη γη; (…)
Κείμενα για τη Μουσική
μετάφραση: Μάριος Περράκης
εκδόσεις Περισπωμένη
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...