13.4.14

Μια εβδομάδα στην Ελαφόνησο (ή αποχαιρετώντας την Ουτοπία)

Διαβάζοντας  στο διαδίκτυο τα καθέκαστα με την παραλία του Σίμου στην Ελαφόνησο, μου ήρθε στο νου η παλιά αφήγηση της φίλης μου της Δώρας (καλή της ώρα, όπου και να ΄ναι τώρα, γιατί έχουμε χαθεί χρόνια).  Μεταφέρω  την ιστορία της, που είναι αληθινή πέρα ως πέρα, όπως περίπου την θυμάμαι...
Γ.Δ.

«Στα μέσα της δεκαετίας του ΄90  γνώρισα την Ελαφόνησο. Πήγαμε με τον Στέφανο, που μόλις τα είχαμε φτιάξει, Ιούνιο, αρχές. για να αποφύγουμε τον κόσμο, γιατί ήδη τότε η Ελαφόνησος ήταν πολύ γνωστή και είχε τους λάτρεις της. Μαθαίναμε ότι τον Αύγουστο γινόταν σκοτωμός...
Το Φιατάκι μου δυσανασχετούσε με βογκητά στη διαδρομή, υπερφορτωμένο με όλα τα μπαγκάζια του κάμπινγκ. Ο χωματόδρομος τραχύς, δύσβατος, με  σκαμμένες λακκούβες από τις βροχές, ήταν για μας που δεν θέλαμε κανένα πάρε - δώσε με λουομένους, γυναικόπαιδα, κασετόφωνα και φασαρία, εξαιρετικός οιωνός... Ποιος καλοπερασάκιας Ελληνάρας  θα μπει στον κόπο του χωματόδρομου; Χαλάλι!
Και πράγματι. Η δίδυμη παραλία ήταν εντελώς άδεια... Οι αμμόλοφοι κατηφόριζαν με υπέροχες καμπύλες από τα "κέντρα",   μέχρι την απέραντη αμμουδιά της ακτής. Ούτε μια σκηνή κάτω από τους κέδρους. Είμαστε οι πρώτοι! Στήσαμε τη σκηνή μας, το ντεπόζιτό μας, όλα τα χρειαζούμενα, τα σκοινάκια  για τους σκορπιούς, τα φιδάκια για τα κουνούπια, το πόσιμο νερό, τα λιγοστά τρόφιμα, που έπρεπε κάθε δυο μέρες να τα ανανεώνουμε πηγαίνοντας στο λιμάνι,  βγάλαμε τα βιβλία μας και τα ρούχα μας, και σαν τους πρωτόπλαστους αρχίσαμε να περιπλανιόμαστε και να ερωτοτροπούμε  στο υπέροχο τοπίο.

Νωρίς το επόμενο απόγευμα, πάντα μόνοι, κατάμονοι, ήδη με εγκαύματα και, παρ' όλα τα φιδάκια,   με μπόλικες καντήλες από τα  κουνούπια - εμένα με είχε θολώσει και κάποια μικροηλίαση, - περπατούσαμε τεμπέλικα στην αμμουδιά, σαν υπέροχοι ήρωες διαφήμισης, με τα πόδια μας να τα χαϊδεύει το κυματάκι και μεις να χαζογελάμε, ερωτευμένα πιτσουνάκια. Μπροστά πήγαινε  ο Στέφανος, και πίσω του εγώ θαύμαζα, έστω με το θόλωμα της ηλίασης, την κορμοστασιά του, κι απέναντί μου ο ήλιος, να δύει. Ξύνοντας τις καντήλες μου, από τη βραδυνή επέλαση των κουνουπιών, απολάμβανα παρ' όλα αυτά τον παφλασμό του νερού, αφουγκραζόμουν τη γαλήνη του τόπου κι έλεγα πόσο ευτυχισμένη είμαι. Ας κρατούσε για πάντα αυτή η στιγμή... "Μαγικός τόπος, μαγικός κι ο έρωτάς μου. Αν υπάρχει Παράδεισος, είναι εδώ. Κι εγώ περπατώ σ'  αυτόν!", σκεφτόμουν. 
Την προσοχή μου τράβηξε τότε ο βηματισμός του Στέφανου. ή μάλλον τα βήματά του, ή μάλλον τα πόδια του, ή μάλλον οι πατούσες του. Στο σύθαμπο μέσα οι πατούσες του φάνταζαν σκούρες, πολύ σκούρες.  Όταν βεβαιώθηκα ότι ήταν αφύσικα σκούρες, μαύρες κατράμι, τον φώναξα. Κοιτάξαμε κι οι δυο τις πατούσες μας. 
Ναι!  Η παραλία ήταν γεμάτη πίσσα. 
Αφού καθαρίσαμε τις πατούσες μας με ό, τι μας βρισκόταν εύκαιρο και φορέσαμε τις σαγιονάρες μας, για να περπατάμε από εδώ κι εμπρός στον Παράδεισο και ξαπλώσαμε αγκαλιασμένοι, αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν να έχει ξεβραστεί πίσσα στην Ελαφόνησο. Κάποιο πλοίο, κάποιο ρεύμα... Αγκάλιασα τον αγαπημένο μου και έκλεισα τα μάτια. "Αύριο θα καθαρίσει η παραλία", σκέφτηκα. "Έχουμε ακόμα 5 μέρες!".

Τις επόμενες δυο μέρες  η παραλία σταδιακά καθάρισε. Προσέχαμε βέβαια πού και πώς πατούσαμε, με αποτέλεσμα η αμεριμνησία μας να έχει δεχτεί ένα κάποιο πλήγμα, αλλά ήταν τόσες οι απολαύσεις του τοπίου και της αγάπης μας, που αυτή η λίγη πίσσα δεν μπορούσε να τις αμαυρώσει. Άλλαξε κι ο αέρας, φύσηξε λίγο παραπάνω, σίγουρα τις πίσσες θα τις πάει κάπου αλλού ο καιρός... Με αυτές τις σκέψεις, βυθίστηκα πρωί - πρωί στο νερό με εμπιστοσύνη κι απλώθηκα μπρούμυτα με τα μάτια ανοιχτά, να με πάει όπου θέλει το κυματάκι. Έβγαλα τον αέρα απ'  τα πνευμόνια μου... Η καρδιά μου γέμισε ευγνωμοσύνη. Αφέθηκα στη ροή... Καθώς λικνιζόμουν σαν να είδα κάτι  να αιωρείται δίπλα μου. Έβγαλα το κεφάλι μου από το νερό χωρίς ανησυχία. Κάποιο φύκι; Κάποια σακούλα από το πλοίο που είχε πετάξει και τις πίσσες;
Όχι! Ήταν μια τσούχτρα. Για την ακρίβεια, όχι μία. Πολλές! Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες τσούχτρες, αυτές οι μικρές οι μωβ, οι δηλητηριώδεις, που διάλεξαν εκείνη την ημέρα να κάνουν την επίσκεψή τους στον Παράδεισο! Η θάλασσα είχε γεμίσει μωβ βούλες!
Ο Στέφανος με γιατροπόρεψε όμορφα εκείνο το βράδυ από το τσίμπημα, το οποίο ευτυχώς με πήρε λίγο ξώφαλτσα. Αγκάλιασα τον αγαπημένο μου κι έκλεισα τα μάτια. "Αύριο θα καθαρίσει η θάλασσα... Έχουμε ακόμα 4 μέρες...".
Την  επόμενη μέρα οι τσούχτρες εξαφανίστηκαν. Ποιος ξέρει πώς ήρθαν... Ίσως η αλλαγή του αέρα... Πάντως εμείς πια προσέχαμε και πού πατάμε, μήπως και έχει ξεμείνει πουθενά πίσσα, και πού βουτάμε, μήπως και συναπαντήσουμε καμιά τσούχτρα. Ακρομετρούσαμε τη θάλασσα με προσοχή και, για μεγαλύτερη ασφάλεια,  πηγαίναμε για μπάνιο στη διπλανή παραλία που ήταν ακόμα επίσης εντελώς έρημη και εξ αρχής είχε πολύ λιγότερες τσούχτρες... Κι ήταν εξίσου παραδείσια... Λιαζόμαστε, διαβάζαμε, παίζαμε ρακέτες, κάναμε έρωτα, και μια δυο φορές πήραμε και το πλοιαράκι, που άρχισε δρομολόγια και έφερνε  λουόμενους το μεσημέρι, και γυρνούσαμε αργά το απόγευμα. Κι όλα σαν να βρήκαν πάλι τη θέση τους. 
Ένα απόγευμα,  μια μέρα πριν την αναχώρησή μας, καθώς λιαζόμουν στην άμμο, εμφανίστηκε από το πουθενά  ένα πολύ μεγάλο λευκό σκάφος. Γιώτ εφοπλιστικό, περιωπής, έριξε άγκυρα στα βαθιά, και είδα να κατεβαίνουν κάποιοι με βάρκα και να πλησιάζουν στην ακτή. Φόρεσα το παρεό μου και πλησίασα να δω καλύτερα. Από τη βάρκα βγήκαν δυο τεράστιοι τύποι, μπρατσωμένοι και φουσκωτοί, γομάρια κανονικά, και πριν προλάβω να αντιδράσω τους είδα να βγάζουν όπλα και να μου το δείχνουν κατάμουτρα.
-Τσακίσου, φεύγα από δω!
-Άιντε, μη σου τη χώσω!
Φυσικά έφυγα. Πριν φύγω τόλμησα να ψελλίσω: 
-Πώς μιλάτε έτσι; Ποιοι νομίζετε ότι είστε;
Ο ένας από αυτούς ύψωσε το όπλο του στον αέρα και πυροβόλησε. Αντιλάλησε  ο τόπος  Ο άλλος είπε:
-Αι στο διάβολο, μωρή χαμούρα!
Από το ύψος της σκηνής μας κοιτούσαμε με το Στέφανο εναλλάξ με τα κιάλια τα διαδραματιζόμενα στην δίδυμη παραλία. Οι μπράβοι κατόπτευσαν προσεκτικά όλη την περιοχή και μετά ένας  κομψός ασπροντυμένος κύριος κατέβηκε με μια άλλη βάρκα (κι άλλους δυο μπράβους) και βγήκε στη στεριά. Έκανε τη βόλτα του, πήρε τον αέρα του, μετά φύγαν οι βάρκες, έφυγε και το πλοίο, κι ο Στέφανος κι εγώ είχαμε μείνει άλαλοι και ρημαγμένοι.
Το βράδυ έκλαιγα όλη νύχτα στην αγκαλιά του...
Με μαύρους κύκλους, μαύρη καρδιά και μαύρες σκέψεις ξεκινήσαμε να μαζεύουμε τα μπαγκάζια μας νωρίς το πρωί της επομένης. (Λίγο μετά, στο λιμάνι, όταν θα αγοράζαμε εφημερίδα, το μυστήριο θα λυνόταν: ο πρόεδρος Μπους, φιλοξενούμενος του Λάτση, έκανε εκείνες τις μέρες κρουαζιέρα στις ακτές της Πελοποννήσου... Θα τον βλέπαμε και χαμογελαστό στη φωτογραφία...) Αλλά πριν, έπρεπε να αποχαιρετήσω τον υπέροχο αυτό τόπο, τον Σίμο, στην Ελαφόνησο.. Και που παρ' όλα αυτά ήταν, είναι και θα είναι Παράδεισος. Έτσι, τουλάχιστον, σκεφτόμουν. 

Ήμουν με το σλίπιγκ μπαγκ στον ώμο και το ντεπόζιτο στο χέρι, όταν άκουσα μαρσάρισμα. Από το χωματόδρομο κατέφτασε ένα τζιπ σηκώνοντας θύελλα σκόνης. Φρέναρε στην παραλία και  από την πόρτα του βγήκε ένας ψηλόλιγνος τύπος με μουστάκι και βερμούδα. Άρχισε κάτι να ξεφορτώνει, κάτι ξύλινες ράβδους, με τη μουσική στο διαπασών. Άργησα να  καταλάβω τι ξεφόρτωνε. Το συνειδητοποίησα όταν άρχισε να μπήγει τα παλούκια στην άμμο. Ήταν ομπρέλες...
"Γρήγορα", μου φώναξε ο Στέφανος, "Θα χάσουμε το πλοίο!".
Ανασκουμπώθηκα. 
Και φύγαμε...

Δεν έτυχε, ούτε επιζήτησα να ξαναπάω στο Σίμο έκτοτε. Μια φορά μόνο,  λίγους μήνες μετά, ονειρεύτηκα τον τόπο σε εφιάλτη. Προσπαθούσα, λέει, να περπατήσω, να φτάσω στην παραλία, αλλά ήταν τόσα πολλά τα ανθρώπινα κορμιά που κείτονταν τριγύρω, γυαλιστερά από τα λάδια, που δεν μπορούσα να κουνήσω καν το πόδι μου. Όλοι γελούσαν και φώναζαν. Κι εγώ άλαλη».

Για την ολοκλήρωση της ιστορίας:  λίγες  ημέρες αφότου γύρισαν στην Αθήνα, η Δώρα  έμαθε ότι ο Στέφανος είχε μια δεύτερη σχέση "κανονική", όλον εκείνον τον λιγοστό καιρό που ήταν μαζί της. Έτσι, χώρισε....
κι ΕΔΩ ένα σχόλιο της Κατερίνας Πετράκου
που διαβάζεται μαζί με αυτή την ιστοριούλα!
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...