27.9.12

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, Ο ΔΙΚΟΣ ΤΟΥΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ



Είχα βγει εθιμοτυπικά,
γιόρταζα.
Είχα έναν συμπαίχτη δίπλα μου σχεδόν εθιμοτυπικά, δεν ήθελε πάλι Εξάρχεια
Στην Αιόλου, στην Αγία Ειρήνη -σ΄ένα με φλώρους, αν θυμάμαι καλά.
Πριν τρεις μέρες θυμόμουν τις τρύπες :
Στα πουλόβερ, στα όνειρα, στην ηδονή
Αυθημερόν –μέρα βόλτας-σκεφτόμουν την ταχυκαρδία
‘’πανικού θάναι πάλι, πρέπει να το συνηθίσω... χρόνια τώρα η ίδια κουταμάρα’’
Εργάσιμη, δούλευα την επόμενη
‘’πόσο θάθελα ν΄αρρωστήσω, να μην πάω’’.
Σαν τότε στο σχολείο
Ήθελα να κοιμάμαι απ΄το πρωί μέχρι το μεσημέρι
Ανέβαζα τον πυρετό , όποτε ήθελα σχεδόν.
‘’Άσχημη που είναι η ζωή μαθές’’-τα δικά μας κακοπαιγμένα φανάρια.
Ούτε ένα κλάμα αληθινό,
ούτε ενα παραμύθι πειστικό,
ούτε μια γκομενοδουλειά για να μη με κοροιδεύω.
Ένα καλό με την αντικοινωνικότητά μου,
είναι που δεν βλέπομαι  πια με κανένα.
Στις γιορτές μου δεν με παίρνει κανένας, κάτι χτυπημένοι και μια-δυο γκόμενες
πολύ αρχαίες ( δεν ευτύχησαν φαίνεται στην πορεία) :
‘’Να τα πούμε καμιά μέρα’’
Εμείς οι συμπαίχτες της ελεγχόμενης τρέλας σαν βγαίνουμε,
πάμε νωρίς για ύπνο και Σάββατο νάναι.
Αυτή το ξεκίνησε -μάλλον εγω της το ενέπνευσα
Κι ας βγαίνω μόνος μέχρι πολύ αργά που και που.
Είχε πια κάτι θόρυβους..... ασθενοφόρα, μπάτσικα ;
Πηγαίνοντας για τ΄αυτοκίνητο
κάποιοι τρέχαν- μάλλον όχι για κάπου, μπάτσους δεν είδαμε εκεί.
Μην υπερβάλουμε στις απαιτήσεις.... πρώτες στιγμές είναι, σαν πριν πέσεις.
Μπροστά θα πέσεις, αλλά κινείσαι χορευτικά προς τα πίσω
Τα ξέρω εγω αυτά, της φυσικής.
‘’Και του χρόνου! σ΄ευχαριστώ για το κέρασμα’’
΄΄Ποιό κέρασμα, εγω σ΄ευχαριστώ’’
Μας κόψαν τη ζωή :
Λίγο πιο φανερά αυτή τη φορά.
Ζωή για το γέρο είναι νάχει στοκ φάρμακα στο συρτάρι
Για την όμορφη να μην είναι σίγουρη ποιόν θέλει  (κυρίως τον προηγούμενο ωραιοποιημένο)
-και για τον όμορφο φαντάζομαι-
Για το παιδί να είναι χωρίς πρόγραμμα με φίλους
Για μένα θάταν μια ώρα διαφοράς :
Νάβγαινα λέει απ το πετσί μου και ν΄αποχτούσε η μούρη μου γωνίες
Και να φώναζα αυτά που με πνίγαν
Και να έσφαζα αυτούς που με αποπατήσαν
Και να μιλούσα πιο λίγο, γιατί κάποια θα με κοίταζε ανεξαρτήτως.
Και να μην είχα τόση αηδία στο στόμα
Και εφιάλτες  και τις κωλοαρρυθμίες
Να μπορούσα να περπατάω, χωρίς να φοβάμαι
Νάμουνα πιο αξιοπρεπής, ναι κι αυτό.
Να μην είχα καμιά παραγωγικότητα,
πλήν της διάχυσης στον κωλο-άλλον ,που κρύβεται.
Είχε μάνα πλύστρα ο δολοφόνος....
κι εγω,
είχα τη γιορτή μου -άσε μη μιλήσω για τη μάνα μου.
Και μιαν απέραντη αίσθηση ακινησίας
Που πήγαν τα μποφώρ; αύριο θάμαι εκεί,
δουλεύω εκεί δίπλα.
Θα φεύγω κλεφτά απ΄τη δουλειά, θα πάω να δω, θα φάω όσα τοξικά αντέξω
Αν είμαι τυχερός για γέρος και με τσάντα, θα φάω και καμιά στη πλάτη.
Με κοροιδέυετε;
Και η κηδεία θα γίνει σπίτι μου δίπλα;
Στο τραμ στα νεκροταφεία θα σκοτώσουν κι άλλα παιδιά άραγε;
Αφού ο πατέρας μου θα πεθάνει ενάμιση χρόνο αργότερα
Κι εγω δεν ξέρω ακριβώς.
Σάπια σειρά, όλα μυρίζουν.





Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...