9.5.11

Ἀλόη Σιδέρη: Ἕως Θανάτου (ἀπόσπασμα)

.........................

Σε εἶδα πάλι νὰ προχωρᾶς
ἀλαφροπάτητος πάντα φεύγοντας
πάντα ὁρμώντας πρὸς τὸ τέλος τοῦ δρόμου -τὴ στροφή
ὅπου ἀφανίζεσαι
ἢ ἔτσι μὲ τὸ βαρὺ σκελετό σου
σὲ ἐνιάλια βάθη βυθίζοντας
βυθίζοντάς με

Αὐχένας ἀπὸ γρανίτη
σὲ παμπάλαια ἀγάλματα αἰγυπτιακά
ἡ εὐαισθησία στὰ φιλιὰ κάτω ἀπὸ τὸ σαγόνι
στὸ γύρο τοῦ λαιμοῦ ὅπως στὶς γάτες
τὶς τίγρεις ἢ τὶς ὕαινες
τὰ αἰλουροειδῆ σαρκοβόρα
-εἶμαι ἡ λεία σου

Μὲ νυστέρι, μὲ ἄλλα ἐργαλεῖα χειρουργικά
σὲ ἀπόλυτη ἀσηψία μὲ ἀκρωτηριάζεις
ἀθώρητος πάντα -ἀνήκουστος -σταθερός
ἀνέκκλητος
ὅταν φτάνουν ἐπιτέλους τὰ δάκρυα
γίνεσαι πάλι γιὰ λίγο ὁ τρυφερὸς στοχασμός μου
εἶσαι ἡ ρέμβη μου

Σὲ εἶδα νὰ γέρνεις λίγο δεξιὰ τὸ κεφάλι
σὲ βάθρο ἀπὸ μπετόν
σὲ ἡλιακὸ τοπίο
Σὲ ἐρωτεύτηκα ἐπὶ ποινῆ θανάτου
...........................
Δεσμώτης, 1978
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...