1.5.11

ΜΑΪΟΣ Ή Η ΑΠΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


Θα σας πω μια ιστορία για την άνοιξη.

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ηλικιωμένιος κύριος, πολύ μερακλής και μόνος, ζούσε σ'  ένα μεγάλο κι έρημο σπίτι με ευρύχωρες φωτεινές βεράντες. Δεν ήταν πολυ καιρό πριν που σ'  αυτες ακριβώς τις βεράντες καθόταν αντίκρυ στην αγαπημένη του - και πολυμισημένη του, ανάλογα - γυναίκα. Εκείνη πεθαμένη τώρα στοίχειωνε το έρημο μεγάλο σπίτι, κρυφογλιστρώντας ανάμεσα στο λούστρο των επίπλων και στα βαριά λούκια της κουρτίνας. Ο κύριος, προσποιούμενος ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει, τακτοποιούσε καθημερινά τα έπιπλα, τίναζε τη σκόνη από τις κουρτίνες κι έβγαινε ν' ανασάνει στις βεράντες που τις είχε γεμίσει με μυρωδικά και γεράνια. Μια μέρα πρόσεξε σε μια γλάστρα ένα μίσχο καινούργιο. Δεν αναγνώρισε τι ήταν, αλλά κατάλαβε ότι δεν ήταν μια κοινή αγριάδα αύτό το φυτό, ήταν κάτι που δεν ήξερε ακόμα, αλλά θα μάθαινε.
Και πέρασε ένας χρόνος και δεύτερος. Ο κύριος όλο βάραινε στην ανομολόγητη ερημιά του, μια ερημιά που καταλαμβάνει τους ανθρώπους τελείως ανυπεράσπιστους στα γεράματα, κυρίως όταν δεν έχουν προλάβει ή δεν έχουν καταφέρει, να συναντηθούν εν ζωή με αυτούς που φύγαν αμετάκλητα. Στοιχειώνει η ματαιωμένη συνάντηση το μυαλό και γεμίζει το δωμάτιο ερωτηματικά που σκουντρουφλάν στα τζάμια σαν τις μύγες. Κι η ζωή γυρίζει τον τροχό καί τα γεράματα ξεραίνουν τον αμφιβληστροειδή. 
Ο μίσχος στο μεταξύ μεγάλωνε κι έγινε φανερό ότι επρόκειτο για ένα δεντράκι. Έμοιαζε με νεραντζιά και ψήλωνε ταχύτατα μέσα στη στενή του γλάστρα. Ο γέρος κύριος το καμάρωνε, γιατί αυτός του έδωσε χώρο και το περιποιήθηκε. Το θεωρούσε, τρόπον τινά, παιδί του, μια και δικά του άλλα παιδιά δεν είχε, μόνο την κόρη της γυναίκας του, που ερχόταν πολύ συχνά να τον δει και καθόταν μαζί του στη βεράντα παρακολουθώντας την πρόοδο του μικρού δέντρου και λέγοντας όλες εκείνες τις καθημερινές κοινοτοπίες που ανταλλάσσουν οι άνθρωποι όταν φοβούνται να σκαλίσουν το επίχρισμα των λέξεων. Απ' την αμηχανία αυτή τους έβγαζε πάντα η συζήτηση σχετικά με το είδος του δέντρου: είναι λεμονιά, ή νεραντζιά; Μήπως είναι αγριολεμονιά; Ή μήπως αγριονεραντζιά; Μα πόσο γρήγορα μεγαλώνει! Να δούμε πότε θα βγάλει καρπό!
Κάποια μέρα - πέρασε κι άλλος χρόνος, πέρασε και παράλλος - ο γέρος κύριος πέθανε κι αυτός με την σειρά του, όπως ήταν προδιαγεγραμμένο και αναπόφευκτο, κι έμεινε η κοπέλα, ο μόνος του οικείος, να μετράει κούτες, να χαρίζει μπιμπελό και να αμπαλάρει μνήμες σε χαρτί περιτυλίγματος. Κάποια στιγμή έφτασε η καταμέτρησή της  στα γεράνια, στο μαϊντανό και στα πελαργόνια. Χάρισε όλες τις γλάστρες στους ενοίκους του διπλανού διαμερίσματος. Αλλά στο μικρό δέντρο κοντοστάθηκε. Της θύμισε το μεράκι με το οποίο ο γέρος κύριος σκάλιζε και πότιζε το φυτό κι αποφάσισε να το πάρει σπίτι της.
Λίγα χρόνια μετά θα καθόταν κι αυτή στη δική της βεράντα παρατηρώντας το δέντρο. Είχε ξεπεράσει τα δυο μέτρα κι είχε κάνει έναν κορμό σχεδόν είκοσι εκατοστά διάμετρο. Φαινόταν όμορφο, υγιές και τη γλύτωνε από τον ενοχλητικό μεσημεριανό ήλιο, καθώς  ρούφαγε όλο το φως στα φύλλα του. Αλλά από καρπό τίποτα. Κάποιος φίλος τής είχε πει μια φορά: "Τι το θες αυτό το δέντρο; Άχρηστο είναι! Θα 'πρεπε τόσα χρόνια να έχει δέσει καρπό. Τι το κρατάς;". Δεν μπορούσε εκείνη όμως να του εξηγήσει ότι στο δέντρο έβλεπε τις χειρονομίες φροντίδας ενός αόρατου για τους άλλους ανθρώπου κι ότι γι' αυτό το λόγο δεν μπορούσε να το πετάξει... Ας έμενε ένα δέντρο άχρηστο, δεν την πείραζε.
Περίεργα τα κέφια του πεπρωμένου. Η κοπέλα έχοντας κληρονομήσει μαζί με το δέντρο της κι ένα βαρύ κομμάτι της ερημίας του γέρου κυρίου, άρχισε να μαραζώνει, όχι από γεράματα, μάλλον από κάποιο καημό αδιευκρίνιστο, από μια δική της ίσως ματαιωμένη συνάντηση με τη ζωή. Αρρώστησε βαριά κι αιφνίδια από ανίατη ασθένεια. Δεν άφησε κανέναν πίσω της όταν πέθανε.  Μόνο τη Βουλγάρα οικιακή βοηθό που της έκλεισε τα μάτια, πήγε και στην κηδεία της. Αυτή πήρε και το άγονο δέντρο της, νύχτα, όσο είχε ακόμη τα κλειδιά, με δανεικό φορτηγάκι, όχι από λύπηση, από συμπόνια για τη μοίρα την ανθρώπινη και τη μοίρα των πλασμάτων. 

Εδώ θα τέλειωνε λογικά η ιστορία αν τρία χρόνια μετά το στερνοπαίδι της Βουλγάρας δεν παρατηρούσε Μάη μήνα κάτι περίεργο στο δέντρο που ίσκιωνε τη βεραντούλα της μέσα στο μεγάλο βαρέλι. Στα κλωνάρια του δέντρου κάτι περίεργοι μικροί σβώλοι είχαν αρχίσει να φουσκώνουν.  Ο μικρός μιμήθηκε το σχήμα τους: έκανε το χέρι του μια μικρή γροθιά και μετά άρχισε να το ανοίγει. Όλη η οικογένεια στη σειρά, τα δίδυμα, ο πατέρας, η μεγάλη αδερφή και η μητέρα, κοιτούσαν μια το χεράκι του μικρού, μια το δέντρο.
Ένα λεπτό άρωμα άρχισε να αναδύεται στην Πλατεία Αμερικής.
Καλό μήνα!

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...