ΜΑΗ ΜΗΝΑ, Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
ΜΑΗ ΜΗΝΑ
Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἕνας ἠλικιωμένιος κύριος, πολὺ μερακλὴς ζοῦσε μόνος σ’ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ εὐρύχωρες βεράντες. Δὲν ἦταν πολὺ καιρὸ πρὶν ποὺ σ’αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς βεράντες καθόταν ἀντίκρυ στὴν ἀγαπημένη του –καὶ πολυμισημένη του, ἀνάλογα –γυναίκα. Η σαραντάχρονη σχέση τους γεμάτη καυγάδες και ἀπειλές χωρισμού. Ἐκείνη πεθαμένη τώρα τόν στοίχειωνε, καθρεφτιζόταν στὸ λοῦστρο τῶν ἐπίπλων ἤ ἀνάσαινε στὰ λούκια τῆς βαριὰς κουρτίνας. Ἐκεῖνος, πρωί βράδυ μέ τήν τηλεόραση ανοικτή, γέμιζε τόν κενό χῶρο του μέ ἤχους ενοχλητικούς, πού ὅμως τόν ἔτρεφαν μέ κάποια παρουσία.
Κρατοῦσε πιστά την καθημερινή ρουτίνα του, τακτοποιοῦσε τὰ ἔπιπλα (τοῦ άρεσε νά ἀκούει τό στριγκό σούρσιμο τῆς καρέκλας ὅταν τήν ἔβαζε στή θέση της μετά τόν πρωινό καφέ), τίναζε τὴ σκόνη ἀπὸ τὶς κουρτίνες κι ἔβγαινε στὶς βεράντες ποὺ τὶς εἶχε γεμίσει μὲ μυρωδικὰ καὶ γεράνια. Μιὰ μέρα πρόσεξε σὲ μιὰ γλάστρα ἕναν μίσχο καινούργιο. Τόν άφησε, κατάλαβε ὅτι ἦταν δεντράκι. Καὶ πέρασε ἕνας χρόνος καὶ δεύτερος. Ὁ κύριος ὅλο βάραινε στὴν ἐρημιά του, μιὰ ἐρημιὰ ποὺ καταλαμβάνει τοὺς ἀνθρώπους τελείως ἀνυπεράσπιστους στὰ γεράματα, κυρίως ὅταν δὲν ἔχουν προλάβει ἢ δὲν ἔχουν καταφέρει, νὰ συναντηθοῦν ἐν ζωῆ μὲ αὐτοὺς ποὺ φύγαν ἀμετάκλητα. Στοιχειώνει ἡ ματαιωμένη συνάντηση τὸ μυαλὸ καὶ γεμίζει τὸ δωμάτιο ἐρωτηματικὰ ποὺ σκουντρουφλᾶν στὰ τζάμια σὰν τὶς μύγες. Κι ἡ ζωὴ γυρίζει τὸν τροχὸ καὶ τὰ γεράματα ξεραίνουν τὸν ἀμφιβληστροειδῆ.Ὁ μίσχος στὸ μεταξὺ μεγάλωνε κι ἔγινε φανερὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ νεραντζιὰ. Ψήλωνε ταχύτατα μέσα στὴ στενή γλάστρα. Ὁ γέρος κύριος τὸ καμάρωνε. Τὸ θεωροῦσε, τρόπον τινά, παιδί του, μιὰ καὶ δικά του ἄλλα παιδιὰ δὲν εἶχε, μόνο τὴν κόρη τῆς γυναίκας του, ποὺ ἐρχόταν πολὺ συχνὰ νὰ τὸν δεῖ καὶ καθόταν μαζί του στὴ βεράντα παρακολουθώντας τὴν πρόοδο τοῦ μικροῦ δέντρου καὶ λέγοντας ὅλες ἐκεῖνες τὶς καθημερινὲς κοινοτοπίες ποὺ ἀνταλλάσσουν οἱ ἄνθρωποι άμήχανοι, ὅταν φοβοῦνται νὰ σκαλίσουν τὸ ἐπίχρισμα τῶν λέξεων. Ἀπ’τὴν ἀμηχανία αὐτὴ τοὺς ἔβγαζε πάντα ἡ συζήτηση σχετικὰ μὲ τὸ εἶδος τοῦ δέντρου: εἶναι λεμονιά, ἢ νεραντζιά; Μήπως εἶναι ἀγριολεμονιά; Ἢ μήπως ἀγριονεραντζιά; Μὰ πόσο γρήγορα μεγαλώνει! Νὰ δοῦμε πότε θὰ βγάλει καρπό!
Κάποια μέρα –πέρασε κι ἄλλος χρόνος, πέρασε καὶ παράλλος -ὁ γέρος κύριος πέθανε κι αὐτὸς μὲ τὴν σειρά του, ὅπως ἦταν προδιαγεγραμμένο καὶ ἀναπόφευκτο, κι ἔμεινε ἡ κοπέλα, ὁ μόνος ἄς ποῦμε οἰκεῖος, νὰ μετράει κοῦτες, νὰ χαρίζει μπιμπελὸ καὶ νὰ ἀμπαλάρει μνῆμες σὲ χαρτὶ περιτυλίγματος.
Κάποια στιγμὴ ἔφτασε ἡ καταμέτρηση της στὰ γεράνια, στὸ μαϊντανὸ καὶ στὰ πελαργόνια. Χάρισε ὅλες τὶς γλάστρες στοὺς ἐνοίκους τοῦ διπλανοῦ διαμερίσματος. Ἀλλὰ στὸ μικρὸ δέντρο κοντοστάθηκε. Τῆς θύμισε τὸ μεράκι μὲ τὸ ὁποῖο ὁ γέρος κύριος φρόντιζε τὸ φυτὸ κι ἀποφάσισε νὰ τὸ πάρει σπίτι της. Λίγα χρόνια μετὰ θὰ καθόταν κι αὐτὴ στὴ δική της βεράντα παρατηρώντας τὸ δέντρο. Εἶχε ξεπεράσει τὰ δύο μέτρα κι εἶχε κάνει ἕναν κορμὸ σχεδὸν εἴκοσι ἑκατοστὰ διάμετρο. Φαινόταν ὄμορφο, ὑγιὲς καὶ τὴν προστάτευε ἀπὸ τὸν ἐνοχλητικὸ μεσημεριανὸ ἥλιο, καθώς ρούφαγε ὅλο τὸ φῶς στὰ φύλλα του. Ἀλλὰ ἀπὸ καρπὸ τίποτα. Ἕνας ἐραστής τῆς εἶχε πεῖ μιὰ φορά: «Τί τὸ θὲς αὐτὸ τὸ δέντρο; Ἄχρηστο εἶναι! Θὰ ´πρεπε τόσα χρόνια νὰ ἔχει δέσει καρπό. Τί τὸ κρατᾶς;». Δὲν μποροῦσε ἐκείνη ὅμως νὰ τοῦ ἐξηγήσει ὅτι στὸ δέντρο ἔβλεπε ἐκεῖνες τίς παλιές χειρονομίες φροντίδας, ὅτι ἦταν ὁ δεσμός της μέ τό πενιχρό οἰκογειακό της παρελθόν. Αἰσθηματολογίες; Μᾶλλον. Ἀλλά δὲν μποροῦσε νὰ τὸ πετάξει... Ἂς ἔμενε ἕνα δέντρο ἄχρηστο, δὲν τὴν πείραζε.
Περίεργα τὰ πεντόβολα τῆς τύχης. Πέρασε κι ἄλλος καιρός καί ἡ κοπέλα, ποὺ δὲν ἦταν πιὰ κοπέλα, ἀλλὰ μιὰ πρόωρα γερασμένη συνταξιοῦχος, ἔχοντας μαζὶ μὲ τὸ δέντρο της καί μιά προίκα ἐρημιᾶς, ἄρχισε νὰ μαραζώνει, ὄχι ἀπὸ γῆρας, μᾶλλον ἀπὸ κάποιο καημὸ ἀδιευκρίνιστο, ἀπὸ μιὰ δική της ἴσως ματαιωμένη συνάντηση μὲ τὴ ζωή. Γάμο, παιδιά δέν ἔκανε κι οἱ σχέσεις της, στεγνές, ὅλες ὑπέφεραν ἀπό ξηρασία. Τόσο μποροῦσε, δέν μποροῦσε ἄλλο, μονολογοῦσε ταπεινωμένη, κάποιες νύχτες μέσα σέ δάκρυα πού δέν μποροῦσαν νά ξεφύγουν καί γύριζαν πίσω στον βολβό. Ἄρχισε νά ἀδυνατίζει, ἔγινε μιά σκιά. Καί ξαφνικά ἀσθένησε. Τῆς ἐπιτέθηκε ἡ ἀρρώστια καὶ τὴ βρῆκε ἀνοχύρωτη, πρόθυμη νὰ παραδοθεῖ, μέ παράπονο. Ὅταν κατάλαβε ὅτι θὰ πεθάνει, θύμωσε πολύ μὲ ὅλους. Δὲν εἶπε τίποτα ὅμως πουθενά. Προτίμησε νὰ βυθιστεῖ στῆν ἐκδικητικὴ σιωπή της. Ἡ Βουλγάρα νοσοκόμα, ποὺ τῆς ἔκλεισε τὰ μάτια, είδοποίησε φίλους καί τούς λίγους συγγενεῖς καί ὅταν βρέθηκαν μαζί στήν κηδεία τῆς δώσαν τό ἐλεύθερο να ἀδειάσει ἐκείνη τό σπίτι. Πράγματι, το ἄδειασε. Αὐτὴ πῆρε καὶ τὸ ἄγονο δέντρο, νύχτα, ὅσο εἶχε ἀκόμη τὰ κλειδιά, μὲ δανεικὸ φορτηγάκι. Ὄχι ἀπὸ λύπηση· ἀπὸ συμπόνια γιὰ τὴν ἀνθρώπινη τὴ μοίρα καὶ τῶν πλασμάτων.
Ἐδῶ θὰ τελείωνε λογικὰ ἡ βαρετή αὐτή ἱστορία ἂν τρία χρόνια μετὰ τὸ στερνοπαίδι τῆς Βουλγάρας δὲν παρατηροῦσε Μάη μήνα κάτι περίεργο στὸ δέντρο ποὺ ἴσκιωνε τὴ βεραντούλα της μέσα στὸ πράσινο βαρέλι. Στὰ κλωνάρια τοῦ δέντρου κάτι περίεργοι μικροὶ σβῶλοι εἶχαν ἀρχίσει νὰ φουσκώνουν.Ὁ μικρὸς μιμήθηκε τὸ σχῆμα τους: ἔκανε τὸ χέρι του μικρὴ γροθιὰ καὶ μετὰ ἄρχισε νὰ τὸ ἀνοίγει. Ὅλη ἡ οἰκογένεια στὴ σειρά, τὰ δίδυμα, ὁ πατέρας, ἡ μεγάλη ἀδερφὴ καὶ ἡ μητέρα, κοιτοῦσαν μιὰ τὸ χεράκι τοῦ μικροῦ, μιὰ τὸ δέντρο. Λεπτὸ ἄρωμα λεμονιᾶς ἄρχισε νὰ ἀναδύεται στὴν Πλατεία Ἀμερικῆς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου