8.3.11

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Τὸ ὄνειρον

Ἐψὲς εἶδα στὸν ὕπνο μου
ἕνα βαθὺ ποτάμι
-Θεὸς νὰ μὴν τὸ κάμῃ
νὰ γίν'  ἀληθινό!
Στὴν ὄχθη του στεκόντανε
γνωστὸ μου παλληκάρι,
χλωμὸ σὰν τὸ φεγγάρι,
σὰν νύχτα σιγανό.

Ἀγέρας τὸ παράσπρωχνε
μὲ δύναμη μεγάλη,
σὰν νἆθε νὰ τὸ βγάλῃ
ἀπ' τῆς ζωῆς τὴν μέση.
Καὶ τὸ νερό, π' ἀχόρταγα
τὰ πόδια του φιλοῦσε, 
θαρρεῖς τὸ προσκαλοῦσε
στ' ἀγκάλια του νὰ πέσῃ.

-Δὲν εἶν' ἀγέρας, σκέφτηκα,
καὶ σένα ποὺ σὲ δέρνει.
Ἡ ἀπελπισιὰ σὲ παίρνει
κ' ἡ ἀπονιὰ τοῦ κόσμου!
Κ' ἐχύθηκ' ἀπ' τὸ θάνατο
τὸν δύστυχο ν' ἁρπάξω...
Ὠιμέ! Πρὶν ἢ προφτάξω,
ἐχάθηκ' ἀπ' ἐμπρός μου!

Στὰ ρέματα παράσκυψα, 
νὰ τὸν εὑρῶ γυρεύω.
 Στὰ ρέματ' ἀγναντεύω -
 Τὸ λείψανο τ' ἀχνό!...
 Ἐψὲς εἶδα στὸν ὕπνο μου 
 ἕνα βαθὺ ποτάμι, 
 -Θεὸς νὰ μὴν τὸ κάμῃ
νὰ γίν' ἀληθινό!
Ατθίδες αύραι, 1883. 
Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Δ΄: 
Οι Φαναριώτες και η Αθηναϊκή Σχολή.
«Δωδώνη», χ.χ. 186.
Εγώ το αντέγραψα, όπως και το επόμενο ποίημα, από το βιβλίο του Βαγγέλη Αθανασόπουλου:  
"Οι μύθοι της ζωής και του έργου  του Γ. Βιζυηνού".


Τὸ φάσμα μου
(Στίχοι γραμμένοι στὸ φρενοκομεῖο)

Σὰν μ' ἁρπάχθηκε ἡ χαρά
ποὺ ἐχαιρόμουν μιὰ φορά
ἔτσι σὲ μιὰν ὥρα...
μὲσ' σ' αὐτὴν τὴν χώρα
ὅλα ἀλλάξαν τώρα!

Καὶ ἀπὸ τότε ποὺ θρηνῶ
τὸ ξανθὸ καὶ γαλανό
καὶ οὐράνιο φῶς μου,
μετεβλήθη ἐντός μου
καὶ ὁ ρυθμὸς τοῦ κόσμου.

Νιοὶ καὶ νιὲς ποὺ περπατοῦν
καὶ φαιδρὰ μὲ χαιρετοῦν
ἡ φαιδρότης θὰ λείψῃ
ἅμα ἰδοῦνε νὰ προκύψῃ
ἡ ἰδική μου θλῖψι.

Ὡς καὶ τὰ μικρὰ παιδιά
ποὺ ἔχουν εὐθυμη καρδιά,
κάμνουν πρόσωπο θλιμμένο
σὰν μὲ βλέπουν νὰ διαβαίνω
τὸν ὠρφανεμένο!

Εἰς τὸν πρῖνο, στὴν ἐλιά
τὰ γλυκόφωνα πουλιά
ποὖνε γιὰ νὰ κελαηδοῦνε,
καὶ τὸν ἴσκιο μου ἅμα ἰδοῦνε
σιωποῦνε.

Κι' ὁ γαλάζιος οὐρανὸς
σὰν τὸν βλέπω ὀρφανός
ὄψι στρέφει.
Φῶς τὰ ὡραῖα του νέφη
δὲν τὰ στέφει.

Καὶ ἠ θάλασσα ἡ πλατειά
δίχως μάτια, δίχως φτιά,
ὅταν νοιώσῃ τ' ἀργό μου βῆμα
ἡσυχάζει πιὰ το κῦμα
σὰν νὰ κλαίῃ...
ἄχ! τί κρίμα!

Στὸ λειβάδι τὸ βαθύ
ἡ φωνή μου ν' ἀκουσθῃ,
τὰ φαιδρὰ τὰ πεταλούδια
παραιτοῦνε τα λουλούδια
τὰ τραγούδια.

Καὶ τὸ ρυάκι ποὺ λαλεῖ
παραμύθια καὶ πλαλεῖ
στὴν σκιά μου σὰν διαβαίνει
σιωπᾶ καὶ μένει
καὶ δὲν κραίνει.

Καὶ τ' ἀγέρι τὸ φαιδρό
εἰς τὸ φύλλωμα τ' ἁδρό
σὰν μὲ νοιώσῃ
δὲν μπορεῖ πλέον νὰ δώσῃ
ἀρωμάδα τόση.

Τό Φάσμα μου,  1894. 
Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Δ΄: 
Οι Φαναριώτες και η Αθηναϊκή Σχολή. «Δωδώνη», χ.χ. 189-190.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...