12.11.10

ΒΡΟΧΗ


Ονειρεύομαι τη βροχή. Πριν τη μπόρα φυσάει λιγάκι και τα φύλλα της τσικουδιάς πέφτουν κρουστά. Προάγγελος της βροχής το κροτάλισμα. Πέφτουν  κι ο αέρας για λίγο γίνεται κίτρινο ύφασμα, κινούμενο μετάξι. Φευγάτος χορευτής πριν τον δω. Πότε ήρθε, πότε έφυγε, δεν τον πρόλαβα.  Όπως συμβαίνει στα όνειρα. Αυτό που βλέπεις άπιαστο, αυτό που ακούς ανίδωτο.

Μετά βρέχει και πλαντάζει η πέτρα. Το χώμα υποχωρεί σαν σώμα. Κορμί που δεν παρέρχεται, κι όμως πονάει, ευλογητό  ρίγος του χείμαρρου. Ένας κλέφτης  στην καρδιά μου. Από μια χαραμάδα της βροχής, μια ρωγμή της πέτρας, ένα σκουριασμένο μάνταλο που στράβωσε. Ένα κλέφτης που κλέβει τη μιλιά και συγκρατεί το όνειρο μην βγει στον ξύπνο που  λεν οι άνθρωποι ζωή. Λίγο το ρούχο του άκουσα, λίγο τον ήχο του άγγιξα. Την καρδιά κεντά χωρίς ματώματα. Να 'χει μυστικά, να πονά στη στέρηση, να λαχταρά την πλησμονή. Την καρδιά, το τοπωνύμιο του Ενός. Κι οργιαστής η βροντή, τ'  αυλάκια  χοές, ο λέων καταιγίδα. Μόνη  γλυφή,  λαθούσα η φύση του ουρανού. 

Κάποτε σταμάτησε η βροχή. Με τα σταλάγματα στα χέρια, πήρα ψηφία του ονείρου για να τα πράξω εικόνα. 
Μα ποτέ δεν ειν'  το ίδιο αυτό που κάνεις μ'  αυτό που θεωρείς.
Στο μεταξύ ακούω σειρήνες της πυροσβεστικής. Πλημμύρισε ο κόσμος. Κραυγάζει το έξω. 
Έχω βραχεί και τρέμω.
Ξύπνησα.
jiagogina


Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...